Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "οικογενειακά ή πολυπρισματικός κόσμος" του Ιωάννη Πανουτσόπουλου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Ποιητής: Ιωάννης Πανουτσόπουλος
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 112
Εκδόσεις: Τόπος

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Τη νέα του ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε πρόσφατα ο ποιητής Ιωάννης Πανουτσόπουλος από τις εκδόσεις «Τόπος» με τίτλο «οικογενειακά ή πολυπρισματικός κόσμος».

Όπως μαρτυρεί και ο ίδιος ο τίτλος, η συλλογή πραγματεύεται θέματα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο ως μονάδα, αλλά και ως μέλος ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, ως αυτόνομο, αλλά και ως εξαρτώμενο ον του κόσμου στο οποίο ανήκει, ζητήματα που ξεπηδούν από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, αναπτύσσονται μέσα στα στενά όρια του οικογενειακού του περιβάλλοντος κι έπειτα ξεπηδούν στην ευρύτερη οικογένειά του, την οργανωμένη κοινωνία. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ο ποιητής συγκεκριμενοποιείται. Τα «οικογενειακά ή πολυπρισματικός κόσμος» είναι ο «τρόπος να θεραπεύσουμε τα τραύματα όταν μπορούν να επουλωθούν. Να χαρίζουμε τη συγγνώμη πριν ακόμα μας ζητηθεί. Να νουθετούμε δίχως να γίνει αντιληπτή η νουθεσία».

Η συλλογή περιέχει στο σύνολό της τριάντα έξι ποιήματα, τα οποία χωρίζονται σε τρεις ενότητες των δώδεκα ποιημάτων.

Η πρώτη ενότητα φέρει τον τίτλο «Οικογένεια της σιωπής». Στην ενότητα αυτή ο ποιητής αναφέρεται σε όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια οικογένεια και την εξελίσσουν σε θεσμό. Το περιβάλλον της οικογένειας αποτελεί το πρώτο σπίτι του ανθρώπου, αυτό που διαμορφώνει την προσωπικότητά του, προετοιμάζει την ένταξή του στην κοινωνία και ορίζει τη μετέπειτα πορεία του μέσα σ’ αυτήν. Η επιτυχία της ένταξής του εξαρτάται από το είδος της προετοιμασίας που προηγήθηκε. Και, φυσικά, μιλάμε για μια προετοιμασία που τις περισσότερες φορές συντελείται σχεδόν αθόρυβα, δίχως να προκαλεί και δίχως να στοχοποιείται. Η δυσκολία της, παρόλα αυτά, είναι αισθητή, καθώς είναι εμφανή τα σημάδια της στο χρόνο, σημάδια που μετατρέπονται σε μνήμες είτε ευχάριστες είτε δυσάρεστες για τον πρωταγωνιστή του.

Ο θεσμός της οικογένειας είναι ιερός. Κάθε φορά που αποδυναμώνεται τα τραύματά του έχουν τη δύναμη να ανατρέψουν τις όποιες προσδοκίες και να οδηγήσουν τα μέλη της σε μια καταστροφική διαδρομή με προορισμό την τρέλα, εκεί όπου τα όνειρα γίνονται εφιάλτες, οι μνήμες ξέσπασμα κι οργή και η αλλοτινή ξεγνοιασιά μια θλιβερή συνθήκη.

Συγκλονιστικά τα ποιήματα που αναφέρονται στον πατέρα και στη μητέρα του ποιητή.

«Η μητέρα μου καθάριζε σκάλες για να μας μεγαλώσει
Αχάραγα διπλωμένη στα τέσσερα
Ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας πέντε ορόφους
Ακούγοντας τους ένοικους να ξυπνούν στις έξι
Επιστρέφοντας στο σπίτι στις επτά
Να μας ετοιμάζει για να πάμε στο σχολείο στις οκτώ
Να ψωνίζει τα απαραίτητα ως τις εννιά
Να πλένει ως τις δέκα
Να σιδερώνει ως τις έντεκα
Να βάζει φαγητό στις δώδεκα
Να καθαρίζει την κουζίνα ως τη μία
Να μας παίρνει από το σχολείο στις δύο
Να βάζει να φάμε στις τρεις
Να ράβει ως τις τέσσερις
Να τσακώνεται με τον πατέρα ως τις πέντε
Να τρέχει να δει πού είμαστε ως τις έξι
Να μας νουθετεί ως τις επτά
Να μας ταΐζει στις οκτώ
Να μας χωρίζει από τσακωμούς ως τις εννιά
Να μας βάλει για ύπνο στις δέκα
Μήπως και κοιμηθεί στις έντεκα
Για να σηκωθεί πριν αλέκτωρ λαλήσει
Από αλέκτορα που μέσα της λαλούσε και άλλος δεν τον
άκουγε κανείς.» (Σελ. 20-21)

Ο ποιητής αναπολεί το μακρινό παρελθόν επιδιώκοντας να φέρει στη μνήμη του τις εικόνες εκείνες που σημάδεψαν την ψυχή του και στιγμάτισαν την μετέπειτα πορεία του.

«Καρύδια και αμύγδαλα να σπας με το σφυράκι.

Γλυκά
Πικρά τα’ αμύγδαλα
Η θύμηση φαρμάκι.

Μα τα καρύδια τσάκισαν και έχουν γίνει θρύμμα
Πατέρα χτύπα πιο σιγά
Σκορπάνε κι είναι κρίμα!

Καρύδια και αμύγδαλα θρυμματισμένα χρόνια.

Κρατάω το σφυράκι σου και κλαίω με συμπόνια.» (Σελ. 27)

Στη συνέχεια κάνει λόγο για μυστικές οικογενειακές συμφωνίες, για εκείνες που κατάφεραν και άλλαξαν την όψη της πραγματικότητας σκοτεινιάζοντάς την, για συμφωνίες που σημάδεψαν τη μνήμη του και για εκείνες που ένιωσε την ανάγκη να φέρει και πάλι στο φως. Συνειδητοποιεί τη σημασία των πάντων και κάνει τον απολογισμό του. Αναλογίζεται και καταθέτει τα συμπεράσματά του στο χαρτί.

Το δεύτερο μέρος της συλλογής φέρει τον τίτλο «Οικογένεια της οργής». Στην οικογένεια αυτή ο καθένας αναλαμβάνει τις ευθύνες των πράξεών του, καθώς οι πράξεις είναι εκείνες που διαμορφώνουν την προσωπικότητά του και τον χαρακτηρίζουν. Σε μια σύγχρονη κοινωνία, όπου η φθορά είναι έκδηλη και η αλλοίωση γενικό φαινόμενο, η οργή είναι το αποτέλεσμα της αγανάκτησης εκείνων που πασχίζουν ακόμα να κρατήσουν ψηλά τον ήλιο τους. Όμως μάταια.

«Στις ανατολικές συνοικίες κάποτε έδυε αργά.» (Σελ. 53)

Όλοι μοιάζουν να αποποιούνται τις ευθύνες που τους αναλογούν. Κι όμως οι πράξεις τους είναι εκείνες που αποδεικνύουν το πόσο ανάξια συμπεριφέρθηκαν πρώτα απ’ όλα στον ίδιο τους τον εαυτό κι έπειτα στους άλλους. Η δειλία της παραδοχής ισοδυναμεί με αδυναμία, η αδυναμία με ντροπή και η ντροπή με συνειδητή άρνηση της θύμησης, επομένως λήθη της υπαιτιότητας.

«Πόσο οδυνηρό να μην ξεχάσουμε ποτέ
Πόσο πικρό και άδικο να λησμονούμε πάντα.» (Σελ. 57)

Αυτό που στο τέλος είναι ευκρινές, δυστυχώς, είναι ότι τα λάθη επιστρέφουν σ’ εκείνους που τα έπραξαν. Όμως πρόκειται για μια μάταιη διαπίστωση, όσο το εφήμερο γίνεται αυτοσκοπός, το πρόσκαιρο αντικαθιστά την ευτυχία και το ανούσιο οικειοποιείται τη θέση της ουσίας. Ο ποιητής δε σταματά να καταγγέλλει την παράνοια. Ωστόσο, γνωρίζει πολύ καλά πως ως υπηρέτης του λόγου δε μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα. Αρκείται στο να θέσει τους προβληματισμούς του και να ωθήσει τον αναγνώστη στη διαδικασία της αυτοκριτικής. Έτσι μόνο είναι δυνατόν να επέλθει η κάθαρση και το πολυπόθητο ομορφότερο αύριο, που ονειρεύεται παρασυρόμενος από τα ρομαντικά του αισθήματα. Το αύριο αυτό δεν αποτελεί για τον ίδιο ουτοπία. Αρκεί να υπάρξει αντίδραση, να ξεκινήσει η μάχη, ώστε να υψώσει ανάστημα η ελπίδα και να διεκδικήσει την ανατροπή του κακού για την εξασφάλιση του καλού.

«Κάτω από τις νιφάδες αναζητώ τις καινούριες μου
λέξεις
Όχι για να παραμυθιάσω
Ούτε για να παραμυθιαστώ
Αλλά για να γίνω ο σπόρος που πέφτει στη γη
Ο σπόρος που ζεσταίνεται κάτω από τα βήματά σου.

Κάτι μέσα μου επιμένει ότι το δάσος θα θροΐσει ξανά
Ο ίσκιος που θα δροσίσει τα καλοκαίρια του μέλλοντος
άρχισε να ξεθαρρεύει
Λίγο ακόμα και θα σκεπάσει τη γύμνια μας.» (Σελ. 70)

Το τρίτο μέρος της συλλογής φέρει τον τίτλο «Οικογένεια της σπουδής». Στο μέρος αυτό ο ποιητής επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο θα εξασφαλιστεί η αναγνώριση των λαθών. Φυσικά, δεν πρόκειται για μια εύκολη διαδικασία. Αρκετές φορές προκαλείται σύγχυση κι αυτό, γιατί η όψη των πραγμάτων είναι πολυδιάστατη. Οι εξηγήσεις ποικίλουν. Το λάθος ανακατεύεται με το σωστό, με αποτέλεσμα η σύγχυση να προκαλεί αμφιβολία και η αμφιβολία να οδηγεί στον κόσμο της καχυποψίας.

Ο άνθρωπος, εγκλωβισμένος στα γρανάζια μιας ανούσιας ζωής, εξακολουθεί να μάχεται για το εφήμερο έχοντας, παρόλ’ αυτά, επίγνωση των λαθών του. Αδιαφορεί για όλα τα εγκλήματα που συντελούνται με την απραγία του κι έτσι γίνεται συνένοχος του κακού, υποκριτής του καλού, άπληστος, εγωιστής, φιλόδοξος, μα και απόλυτα δειλός και δυστυχισμένος.

«Τώρα προέχει να σωθεί αυτό το μαύρο το θεριό
Το λυσσασμένο το σκυλί
Η βάναυση ψυχή μας.» (Σελ. 81)

Για όλους τους παραπάνω λόγους ο ποιητής επαναστατεί. Συνειδητοποιεί την κρισιμότητα της κατάστασης και προτρέπει τον αναγνώστη να αντιδράσει, καθώς το οφείλει πρώτα απ’ όλα στον ίδιο του τον εαυτό. Αμφιβάλει για όλα όσα τον προσδιορίζουν, δυσπιστεί απέναντι στα δεδομένα, ονοματίζει τα λάθη του και επιλέγει να αυτοπροσδιοριστεί, ακόμα κι αν αυτό προϋποθέτει συνειδητή απομάκρυνση από το σύνολο και μοναξιά. Η ελπίδα για ένα ομορφότερο αύριο είναι αυτή που του δίνει δύναμη να προχωρήσει παρακινώντας τον αναγνώστη να πράξει το ίδιο.

«Η αφύπνιση είναι το ζητούμενο
Να εγερθείς από τον κόσμο των ονείρων για να ενταχθείς
στο πραγματικά ονειρικό.» (Σελ. 101)

Ποίηση βαθιά στοχαστική, εσωτερικής αναζήτησης και κοινωνικού προβληματισμού, με πληθώρα εικόνων, πλούσιο λεξιλόγιο, άλλοτε πεζή, άλλοτε ελεύθερη και άλλοτε παραδοσιακή (που υπηρετεί το ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο) με κύριο χαρακτηριστικό την συνεχή απαρίθμηση των στοιχείων που περιγράφονται και τη συειδητή επανάληψη των αρχικών λέξεων στους στίχους των ποιημάτων.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τα «Οικογενειακά ή πολυπρισματικός κόσμος» κατά τον Ιωάννη Πανουτσόπουλο είναι το ασυνόδευτο παιδί που φτάνει στις απόκρημνες ακτές του ανθρωπισμού μας. Μπορεί να είναι και το μωρό που μεγαλώνει στον αποστειρωμένο πολιτισμό μας που μας εξασφαλίζει τα πάντα για να νεκρώσει κάθε επιθυμία.

Τα «Οικογενειακά ή πολυπρισματικός κόσμος» είναι ο «τρόπος να θεραπεύουμε τις αμυχές πριν γίνουν τραύματα. Να θεραπεύουμε τα τραύματα όταν μπορούν να επουλωθούν. Να χαρίζουμε την συγνώμη πριν ακόμα μας ζητηθεί. Να νουθετούμε δίχως να γίνει αντιληπτή η νουθεσία. Είναι η κατανόηση ακόμα και για λεγόμενα μας ακατάληπτα». Είναι επίσης «τρεις οθόνες που συνομιλούν και τέσσερα στόματα που σωπαίνουν. Αναπάντητες ερωτήσεις στο μαυροπίνακα της συλλογικής αμηχανίας».

Παραμένουν όμως και μια ευκαιρία να αντιληφθούμε τα αίτια που: «διαιωνίζουμε τα λάθη μας με άλλοθι τη διαιώνιση του είδους». 

Η ζωή είναι το σπουδαστήριο των λαθών. Ένα «ιδεολογικό κατάλυμα για νεανικά τολμήματα. Ιδιότυπο παρεκκλήσι για έναν κόσμο ανέγγιχτο από την απληστία».

«Γιατί θα έρθει ο καιρός να συναθροιστούμε. Η ανάγκη να σιτιστούν τα πλήθη που επικρέμωνται από το χείλος της αλήθειας. Τότε και ο άρτος θα περισσέψει και ο οίνος θα επαρκέσει. Και τα δίχτυα των αλιέων ολόγιομο θα πιάσουν το φεγγάρι των στοχασμών μας». Ή όπως θα μπορούσε να ειπωθεί σε ένα τετράστιχο:

 

Ετοιμόγεννες λέξεις

Σε μια στέρφα πατρίδα

Αν γεννήσουν κορίτσι

Θα το βγάλω ελπίδα!


Λίγα λόγια για τον ποιητή, Ιωάννη Πανουτσόπουλο:


Ο Ιωάννης Πανουτσόπουλος γεννήθηκε στην πόλη που υπερασπίστηκε ο Αισχύλος και έκανε τα πρώτα του βήματα στην οδό Ισμήνης, πλησίον της οδού Αντιγόνης και πάντα επί Κολωνώ.

Το 2010 κυκλοφόρησε το παιδικό βιβλίο με τίτλο «Τη νύχτα που ξυπνούσε η Αγνωστούπολη» και το 2012 την ποιητική συλλογή «Η Ωραία Κοιμωμένη / δύο μονόλογοι σε ένα όνειρο». Το 2015 το δοκίμιο  «Γιώργος Μαρκόπουλος, ο σκοτεινός Αλφειός της ελληνικής ποίησης» και το 2017 το βιβλίο «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε / ποιητική αντιστοίχιση των Χαιρετισμών στη νεοελληνική γλώσσα» από τις εκδόσεις Τόπος. Από τις εκδόσεις Τόπος κυκλοφόρησαν επίσης οι ποιητικές συλλογές «Επαγγελματικός Προσανατολισμός» (2018) και «Οικογενειακά ή πολυπρισματικός κόσμος» (2020).

Στίχους του έχουν μελοποιήσει και ερμηνεύσει η Φωτεινή Βελεσιώτου, ο Τάσος Γκρους, ο Γιώργος Καζαντζής, ο Νότης Μαυρουδής, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο Τάκης Μπίνης, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Ορφέας Περίδης, η Θεοδοσία Στίγγα κ.ά.

Για τις στιχουργικές του συνθέσεις έχει βραβευτεί το 1993 από την ΑΕΠΙ και το 2012 από τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του ιδρύματος Ωνάση.

Από το 1996 διατηρεί επί της οδού Ιπποκράτους το παλαιοβιβλιοπωλείο Ίστωρ και  παιδιόθεν την έγνοια και το πάθος για όσα αναιρεί ο χρόνος και όσα ανασταίνει η αγάπη μας.