Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Κύματα ακίνητα" της Κατερίνας Ζυγούρα | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Ποιήτρια: Κατερίνα Ζυγούρα
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 64
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Είναι δύσκολο να ανακαλύψει κανείς την αλήθεια όταν βρίσκεται εγκλωβισμένος μέσα σε έναν κόσμο που επιμένει να κυβερνιέται από το ψέμα. Όλες οι προσπάθειές του μοιάζουν να ’ναι μάταιες και κατά συνέπεια καταλήγουν στο κενό, στην αφάνεια, στη λήθη. Ο φόβος είναι αυτός που θεριεύει το μέσα του ως μια αδιάκοπη πάλη της ανάγκης επιβίωσης, μια ανάγκη που ισοδυναμεί με το θάνατο της ζωής.

Σ’ αυτόν τον κόσμο της υποκρισίας, της μιζέριας, του φόβου και της αφάνειας καλείται η ποιήτρια Κατερίνα Ζυγούρα να κάνει την ανατροπή. Πώς; Μα, φυσικά, επιστρατεύοντας τις λέξεις και τολμώντας το ακατόρθωτο για εκείνη και για όσα την περιβάλλουν: να αντισταθεί με τη δύναμη της ψυχής της και με τη δύναμη της ελπίδας που ακόμα επιμένει να ορίζει τα όνειρά της, για να διεκδικήσει όλα εκείνα τα ουράνια τόξα που ελεύθερα ζωγραφίζονται στον ορίζοντά της μετά τις καταιγίδες της θλίψης, της οδύνης και του μαρασμού, αψηφώντας τις διαταγές που προστάζουν η μοναξιά, η απομόνωση κι η εγκατάλειψη.

Παρασυρμένη, λοιπόν, από το πάθος της για ζωή κυκλοφορεί στις αρχές του 2021 τη νέα της ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις «Βακχικόν» με τίτλο «ΚΥΜΑΤΑ ΑΝΙΚΗΤΑ».

«Καιρός να μετρηθούμε χωρίς λόγια και ωραία φυλλώματα
να κρύβουν την αλήθεια μας.» (Σελ. 9)

Η ποιήτρια έχει επίγνωση της φθοράς που συντρίβει τα πάντα. Μόνη της παρηγοριά τα όνειρα, που καμιά φορά ανθίζουν τα βράδια και ποτίζουν με τη δροσιά της νιότης τους τις κουρασμένες ελπίδες των ψυχών. Κι εδώ τίθεται πάλι το ερώτημα: Πώς οι ελπίδες να γίνουν τόλμη, πώς να νικήσουν τη φθορά, όταν ο άνθρωπος έχει μάθει να συνυπάρχει μαζί της, καθώς συνειδητά εγκλωβίζεται μέσα στη φυλακή της ανυπαρξίας του, μη επιθυμώντας πια την ελευθερία του;

Η ρουτίνα είναι αυτή που κόβει τα φτερά της θέλησής του, τυφλώνει το βλέμμα του και πλέον δεν επιθυμεί, δεν προσδοκεί, δεν απαιτεί την αλλαγή στη ζωή του. Ολική αποχαύνωση το αποτέλεσμα, τραυματισμός ψυχής, απραγία, δειλία, μαζικοποίηση, όλεθρος. Μόνο κάποια όνειρα κάνουν την είσοδό τους απρόσκλητα στη σκέψη τα βράδια, αναστατώνοντας το υποσυνείδητο, που ακόμα υπάρχει κι αναπνέει ελεύθερο.

«Μα στα όνειρά μας είμαστε πάντα εκείνοι
που ζούμε κάτι πιο μεγάλο’
μα στα όνειρα μας είμαστε εκείνοι
που δεν ταιριάζουν με τους άλλους.» (Σελ. 12)

Κι έτσι τα βράδια ξυπνάει και πάλι ο πόθος, εκείνο το αίσθημα που δε λογαριάζει εμπόδια, δεν συμβιβάζεται στα λιγοστά, αλλά γιγαντώνει το ανάστημά του ραγδαία για να διεκδικήσει το αδύνατο, το άπιαστο, εκείνο που μπορεί να επαναφέρει το χαμόγελο στα χείλη και να συντρίψει τη μικροπρέπεια και τη διαφθορά που μαστίζει τα πάντα. Τραγική ειρωνεία η πραγματικότητα που στέκεται απέναντί του. Τίποτα στ’ αλήθεια δε μοιάζει κατορθωτό. Ο άνθρωπος έχει εκπαιδευτεί να είναι έρμαιο της μοίρας του, μιας μοίρας που ποτέ δεν ορίζει ο ίδιος και που πάντα οφείλει να υπομένει ως το τέλος της διαδρομής του στην επίγεια ζωή.

«Πότε συμφώνησε η ψυχή να κουβαλάει τα δάκρυα όλων των αιώνων;
Πότε συμφώνησε η γη να κουβαλάει τα βάρη όλων των ανθρώπων; (Σελ. 17)

Ένα παράπονο μένει για πάντα ξάγρυπνο κι η ποιήτρια αναρωτιέται διαρκώς το γιατί. Γιατί να συμβαίνουν τόσα δεινά στον κόσμο; Γιατί να κυβερνούν το κακό κι η αδικία; Γιατί να παραμένει άρρωστη η ψυχή, ενώ θα μπορούσαν όλα εύκολα να αλλάξουν και να ισορροπήσουν οι αντίθετες δυνάμεις στη ζωή;

Ρομαντισμός κυριεύει την ψυχή της, που, ακόμα και σήμερα, αδυνατεί να προσαρμοστεί στα δεδομένα της σύγχρονης εποχής.

«μόλις τριανταενός χρονών και σάπισα,
δίχως ποτέ μου να προλάβω να ωριμάσω.» (Σελ. 22)

Ο ρομαντισμός είναι η ελπίδα των νέων ανθρώπων, που ακόμα πιστεύουν ότι ο κόσμος μας μπορεί να γίνει καλύτερος, εφόσον γίνει αυτοσκοπός.

«Ευκαιρία ν’ αγαπήσω απ’ την αρχή τον κόσμο.
Ευκαιρία!» (Σελ. 23)

Η ποιήτρια αντιλαμβάνεται ότι από τους νέους λείπει η αίσθηση του φόβου. Η επαναστατική τους πλευρά πρωταγωνιστεί σε κάθε τους βήμα, σε κάθε τους κίνηση. Με κύριο σύμμαχο τους τον αυθορμητισμό, την άγνοια κινδύνου, το δυναμισμό και το θάρρος τους το κακό αποδυναμώνεται και μοιάζει περισσότερο ευάλωτο.

«Για ν’ ανθίσει στη γη νέα ζωή
να περπατάς σταθερά με τα δυο σου πόδια στον ουρανό
και να κοιτάς με τα δυο σου μάτια
τον άνθρωπο, κατευθείαν στα όνειρα.» (Σελ. 25)

Ως ευαίσθητη ψυχή δίνει έμφαση στην αγάπη. Θεωρεί πως είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να ημερώσει τα θηρία και να εγγυηθεί τη γαλήνη στις ψυχές όλων των ανθρώπων. Ένας κόσμος πλημμυρισμένος από αγάπη δε φοβάται τη φθορά και τη σαπίλα. Η αγάπη εξασφαλίζει την ένωση και η ένωση την παντοδυναμία. Λαχταρά, λοιπόν, γι’ αυτή την ένωση στα ποιήματά της, μια ένωση που προσδοκεί να φέρει τον παράδεισο στη γη. Παρόλ’ αυτά απογοητεύεται ακόμα περισσότερο, όταν συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος αυτός αποτελεί άλλη μια ψευδαίσθηση που προκαλεί η μεγάλη της επιθυμία.

«Κάθε που γκρεμίζεται μια ψευδαίσθηση
ένας μικρός, ομορφότερος κόσμος παύει εντός μου.» (Σελ. 31)

Αναγκάζεται, επομένως, να ζήσει κι εκείνη στο ψέμα, να περιπλανηθεί σ’ αυτό για να αντέξει την οδύνη της αποτυχίας, για να υποκριθεί πως τίποτα δεν την έχει φθείρει, πως παραμένει αλώβητη και ισχυρή, καθώς επιμένει να ελπίζει στο θαύμα της αλλαγής. Μάταια.

«Ο κόσμος έπρεπε ν’ αλλάξει.
Οι άνθρωποι δεν άντεχαν άλλον πόνο,
η γη ολάκερη δε χωρούσε άλλη λύπη.
Αλλά εγώ, ένιψα τας χείρας μου με μελάνι
κι έγραψα ποιήματα’
πιέζοντας τα δάχτυλά μου στο χαρτί,
εξέθρεψα την προσμονή
αντί ν’ αναλάβω την ευθύνη.» (Σελ. 35)

Η αισιοδοξία της αλλαγής γεμίζει με τραύματα την ψυχή της, που πια δεν επουλώνονται πλήρως, μιας και για να γίνει αυτό χρειάζεται μαζική κινητοποίηση. Μόνο τότε θα ξημερώσει η «καινούρια μέρα» της ποιήτριας, που ενώ «όλα θα μοιάζουν ίδια», στην ουσία «δε θα ’ναι».

«Στάθηκα όμορφα απρόσεκτη στη γραφή μου.
Στάθηκα απαρέγκλιτα προσεκτική στη ζωή μου.
Τι κρίμα! Τι ανώφελη σπατάλη απροσεξίας!» (Σελ. 45)

Η ποιήτρια συνειδητοποιεί στο τέλος και τα δικά της λάθη. Έχει επίγνωση της αδυναμίας της να εκπληρώσει το όνειρό της, εκείνο της ολικής αλλαγής. Απογοήτευση διέπει το είναι της, βαθιά λύπη και μαρασμός.

«Κι εγώ που μετακινούμουν ανά χιλιοστό,
που τόσα χρόνια φάνταζα σχεδόν ακίνητη,
έγινα κι εγώ τόπος μακρινός.» (Σελ. 50)

Ποίηση δοσμένη σε ελεύθερο στίχο, βαθιά υπαρξιακή, πλημμυρισμένη από ανάκατα συναισθήματα, που άλλοτε συγκινούν, άλλοτε προκαλούν και άλλοτε εξαγριώνουν τον αναγνώστη. Λόγος εξομολογητικός κι ειλικρινής, ύφος μελαγχολικό και ταυτόχρονα επαναστατικό, ποτισμένο με αστείρευτο ρομαντισμό, που συμπαρασύρει την ψυχή στο προσωπικό σύμπαν της ποιήτριας.

Απώτερος σκοπός της Κατερίνας Ζυγούρα να προβληματίσει τον αναγνώστη, να τον συμβουλέψει, να τον αφυπνίσει και τελικώς να τον προτρέψει για να διεκδικήσει το καλύτερο στη ζωή του, αυτό που του αξίζει πραγματικά και όχι αυτό που οι συνθήκες άδικα του επιβάλλουν, παρά τη θέλησή του.

Γραφή άμεση, κατανοητή και διαπεραστική, γεμάτη εικόνες και νοήματα, που οπωσδήποτε αξίζει να διαβαστεί.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Στάθηκα όμορφα απρόσεκτη στη γραφή μου.
Στάθηκα απαρέγκλιτα προσεκτική στη ζωή μου.
Τι κρίμα! Τι ανώφελη σπατάλη απροσεξίας!

Λίγα λόγια για την ποιήτρια Κατερίνα Ζυγούρα:

H Κατερίνα Ζυγούρα γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Είναι απόφοιτος της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Α.Π.Θ. Το 2014 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Κάτι μας διαφεύγει... (εκδόσεις iWrite) για την οποία έλαβε το βραβείο «Μαρία Πολυδούρη», τον Απρίλιο του 2015.