Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Αμοντάριστα πλάνα" της Φροσούλας Κολοσιάτου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Ποιητής: Φροσούλα Κολοσιάτου
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 70
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Η ζωή αποτελεί αναμφισβήτητα μια αδιάκοπη πορεία στο χρόνο με μοναδική κατεύθυνση το άγνωστο. Το ταξίδι της απαιτεί έναν διαρκή αγώνα πάλης συναισθημάτων που δεν τιθασεύονται, δεν οργανώνονται και δεν ορίζονται. Περιλαμβάνει μυριάδες αμοντάριστα πλάνα μνήμης, που όλα μαζί σαν ενωθούν καθρεφτίζουν την ολότητα, αυτή που με μαθηματική ακρίβεια συνθέτει την ουσία της ύπαρξης.

Η κύπρια ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου στη δέκατη προσωπική ποιητική της συλλογή, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Βακχικόν», με τίτλο «Αμοντάριστα πλάνα», επιχειρεί να συλλέξει αυτά ακριβώς τα σκόρπια κομμάτια του εαυτού της, τα αμοντάριστα πλάνα των δικών της βιωμάτων και παρατηρήσεων, για να τα αποτυπώσει αυτούσια στο χαρτί.

Η συλλογή της χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο «Χαμηλό υψόμετρο» και περιλαμβάνει είκοσι ποιήματα. Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο «Προσωπική γεωγραφία» και περιλαμβάνει είκοσι δύο ποιήματα.

Αναλυτικότερα, στο πρώτο μέρος της συλλογής η ποιήτρια επιχειρεί να απεικονίσει όσο γίνεται παραστατικότερα το θολό τοπίο της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, που, φυσικά, δεν καθρεφτίζει την ομορφιά της ζωής, δεν αγαλλιάζει την ψυχή του θεατή και στη συγκεκριμένη περίπτωση του αναγνώστη, δεν εκπέμπει σε καμία περίπτωση αισιοδοξία. Απόγνωση είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί μέσω της γενικής εικόνας των ανθρώπων που έχασαν την ταυτότητά τους, όντας εγκλωβισμένοι και δέσμιοι μιας απερίγραπτης τραγικότητας, που μόνο πόνο προκαλεί στην ταπεινωμένη ψυχή και απέραντη θλίψη.

Νεκρικές οι εικόνες του ορίζοντα. Σφίγγεται η γαλήνη μπρος στην οδύνη. Σπαράζει η καρδιά. Βροχή κυλά το δάκρυ. Κι η νύχτα απλώνει παντού τη μελαγχολία της. Η φωνή σωπαίνει επιδεκτικά για να μην ουρλιάξει από αγανάκτηση, για να μη λυγίσει μπρος στη σαπίλα που αντικρίζει καθημερινά στο φως της ημέρας.

«Πάρε νύχτα αγκαλιά τη σιωπή
Να μην ακούω
Γοερές κραυγές» (Σελ. 16)

Ο θάνατος δεσπόζει παντού. Ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν την κατάντια; Ο θρήνος αγγίζει, άραγε, εκείνον που τον προκάλεσε; Μπορεί ακόμα η ελπίδα να σταθεί αλώβητη απέναντι στην ήττα και να προσμένει καρτερικά ένα καθάριο αύριο που θα ’ρθει; Μπορεί, θα πει η ποιήτρια, γιατί απλά έτσι πρέπει.

«Φτιάχνω μια λίστα πραγμάτων
Όταν θα τελειώσει η καραντίνα» (Σελ. 16)

Η πανδημία του σήμερα δεν αφήνει ασυγκίνητους τους υπηρέτες του λόγου, ούτε φυσικά τη Φροσούλα Κολοσιάτου. Μιλάμε για ένα παγκόσμιο φαινόμενο που τάραξε με τη βία τα ήρεμα νερά της καθημερινότητας και άνοιξε διάπλατα τις πύλες του θανάτου. Σε συνδυασμό με το μεγάλο κύμα της προσφυγιάς έκρουσε και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ξανά και ξανά για το τέλος που θα ’ρθει αν δεν παρθούν άμεσες λύσεις, αν ο άνθρωπος δεν αφήσει στην άκρη πια την εγωπάθειά του, αν δεν συνδράμει για τον συνάνθρωπό του κι αν δε φροντίσει πραγματικά για την αποκατάσταση της τάξης και της ισορροπίας των πραγμάτων που τον περιβάλλουν.

Πέρα από τους πρόσφυγες, βέβαια, υπάρχουν και άλλες κατηγορίες ανθρώπων που υποφέρουν εξαιτίας της κοινωνικής ανισότητας και της ιδιοτέλειας που υπάρχει. Η ποιήτρια κάνει λόγο και για εκείνη την ομάδα ανθρώπων που βρίσκονται άθελά τους στο περιθώριο, εγκαταλελειμμένοι και συντετριμμένοι. Είναι οι άστεγοι του 21ου αιώνα, που δεν τολμούν πλέον να κάνουν όνειρα, δεν επιθυμούν τη ζωή που τους έλαχε, μόνο προσμένουν υπομονετικά την ημέρα της λύτρωσής τους από τα δεινά, τον σωματικό τους θάνατο.

«Ξεχάστηκαν οι ζωντανοί
Χωρίς δικαίωμα ούτε στον θάνατο
Η ασπλαχνία μας
Σαν αθωότητα μέχρι τον ουρανό
Καγχάζει» (Σελ. 19)

Η αδικία του κόσμου έχει πολλές όψεις και η ποιήτρια δε μπορεί παρά να μην αποδώσει το δικό της φόρο τιμής σ’ εκείνους που η μοίρα καταδίκασε εις θάνατον.

«Και η οργή ξεσήκωσε τα πλήθη
Ανά πάσα στιγμή
Με απεργία πείνας ενηλικιώνεται η γαλήνη
Και όταν ο θάνατος σαν καλεσμένος στο κελί σου
Δείχνει ότι δεν σβήνει η φωνή αυτών που θέλουν να μιλήσουν» (Σελ. 20)

Ο φόβος έχει εδραιωθεί στις ψυχές των ανθρώπων, που, πλέον, αισθάνονται ανίκανοι να αντιδράσουν. Ίσως είναι πολύ αργά και αφού οι ίδιοι το επέλεξαν, πληρώνουν ακριβά το τίμημα της ήττας. Θλιβερή, ανυπόφορη και αβάσταχτη μοναξιά το αποτέλεσμα. Η αυταπάτη μεγεθύνει το χάσμα και η λήθη καλύπτει το πέπλο της ξεχασμένης από τα βάσανα ευτυχίας. Άλλωστε, είναι πολλά τα δεινά που πλήττουν ανελέητα την ανθρωπότητα. Η ποιήτρια παρατηρεί, συμπάσχει, αγωνιά, θλίβεται, απογοητεύεται, απομονώνεται, καταρρέει. Ανήμπορη να αντιδράσει, στέκει απλός παρατηρητής της ανθρώπινης αποσύνθεσης. Ο πόλεμος έχει ήδη εξαπλωθεί. Η ιστορία δεν παραδειγματίστηκε από τα λάθη της.

«Ένας ήλιος τσακίζεται
Ευθυγραμμίζει το σκοτάδι
Θνητό το σπίτι και η αγάπη
Δύστροπος ο καιρός
Η υποκρισία
Η κορυφαία της στιγμής
Κάθεται σε παγωμένο φόβο
Και σαρκάζει» (Σελ. 23)

Ποιος μπορεί να αναπνεύσει χαρά αντικρίζοντας την τραγική εικόνα που απογυμνώνει την αξία του ανθρώπου, φθείρει την ουσία του, επισκιάζει την υπόστασή του; Όλα τίθενται σε απόσταση εξαιτίας του κλίματος της γενικής αμφισβήτησης. Τίποτα, πια, δεν είναι αληθινό. Τίποτα δεν αντανακλά την ευτυχία και τίποτα δεν προμηνύει την Άνοιξη των ονείρων και των προσευχών. Σκοτεινιά η κατάληξη, φθορά, που δεν προκύπτει μονάχα από τη νόσο των καιρών, αλλά και από την ίδια τη ζωή που έπαψε εδώ και καιρό να γελά, έπαψε να αγαπά, έπαψε να απολαμβάνει. Φόβος είναι η κατάληξη και η εικόνα μια εποχή καραντίνας που σκιάζει τα πάντα, όπως πολύ γλαφυρά περιγράφεται στα ποιήματα της συλλογής.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ποιήτρια στρέφεται σε πιο προσωπικά ζητήματα και για το λόγο αυτό γίνεται περισσότερο διαχυτική στο λόγο της και περισσότερο εξομολογητική. Σε πρώτο πρόσωπο καταθέτει την αλήθεια της και κομμάτι κομμάτι επιχειρεί να συμπληρώσει το παζλ των δικών της αναμνήσεων.

Θυμάται κι όσο θυμάται γράφει. Γράφει για τα αγαπημένα της πρόσωπα, αυτά που δεν υπάρχουν πια στη ζωή, αλλά παρόλ’ αυτά παραμένουν ζωντανά στην ψυχή της για να φωτίζουν τις μοναχικές της νύχτες, για να επουλώνουν τις πληγές της απώλειας, αν και όχι πάντα.

«Ολάνοιχτα παραθυρόφυλλα
Υπαινικτικά της αγάπης
Θυμούμαι ανέκαθεν τους γονείς μου
Σαν ηλικιωμένους» (Σελ. 44)

Τα χρόνια, παρατηρεί με λύπη και μαρασμό, κυλούν γρήγορα στο ποτάμι του χρόνου. Όμως το κενό επιμένει να βασανίζει την καρδιά και το μυαλό.

«Κανένας δεν είναι πλάι στον άλλο
Και ο πατέρας έφυγε» (Σελ. 47)
«Πίσω της
Έτσι όπως έπεφτε η σκιά
Είδα θαρρώ τη μάνα
Κάπως να μου χαμογελάει
Με τους ώμους σκυφτούς
Από μια θλίψη απροσδιόριστη
Εκεί που ανθίζουν οι ακακίες» (Σελ. 58)

Πέρα από τους γονείς της γράφει και για όλα όσα ακόμη έχασε και της λείπουν, για τα κατοικίδιά της, για στιγμές που χάραξαν το αποτύπωμά τους στο χρόνο, για μέρη και τοποθεσίες που ακόμα στέκουν εικόνες ζωντανές στη μνήμη, για όνειρα που στήνουν παγίδες στη λογική.

Ποίηση βαθιά υπαρξιακή και συναισθηματική, δοσμένη σε ελεύθερο στίχο, πολυθεματική, που παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα βασανιστικό ταξίδι ματωμένων λέξεων, πράξεων, στιγμών και τραγικών αποτυπώσεων.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Έπεσε στάχτη στο πάτωμα
Μάτια θηρίου
Αμείλικτα
Ελαφρά εξογκωμένα
Ακτινοβολούν αβυσσαλέες προθέσεις
Μια ταραγμένη μοναξιά εισβάλλει
Υγρή αίσθηση βάρους
Γιατί κλαις
Να βγάλεις αντικλείδι για την εξώπορτα
Ξαναχτύπησε η εφήμερη όψη του φόβου
Έφερε ένα αίσθημα διφορούμενο στην κοκκινόγατα
Κάναμε μια άψυχη χειραψία
Και τώρα θα κεραστούμε μια τούρτα λεμόνι
Το πρωί βρήκαμε μια χελώνα στην αυλή
Πεσμένη ανάποδα

Λίγα λόγια για την ποιήτρια, Φροσούλα Κολοσιάτου:

Η Φροσούλα Κολοσιάτου γεννήθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου τo 1954. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει κυκλοφορήσει εννιά ποιητικές συλλογές: Κατοχική Εποχή (εκδόσεις Διογένης 1979), Διαγωγή (εκδόσεις Γνώση 1981), Ηλικία (εκδόσεις Ομπρέλα 1995), Σα να συνέβη (εκδόσεις Ομπρέλα 2002), Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005), Μέσα από παλιά φινιστρίνια (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2008), Μισό σκοτάδι (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2010), Σκοτεινή Συγκατοίκηση (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014), Φοράει τα μάτια του νερού (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017). Για την ποιητική συλλογή Διαγωγή τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη και για τη συλλογή Όταν φεύγουν τα φλαμίγκο τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Ποίησης, από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες και έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ποιητικές ανθολογίες. Η τελευταία της ποιητική συλλογή Φοράει τα μάτια του νερού, μεταφράστηκε στα γαλλικά από τις εκδόσεις Le miel des anges (2020).