Γιώργος Γούπος: "Δε θα μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι άλλο πέρα από αστυνομική λογοτεχνία"

 


Ο Γιώργος Γούπος κάνει το συγγραφικό του ντεμπούτο στον κόσμο της λογοτεχνίας    μέσα από την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του που φέρει τον τίτλο «Σκοτάδι» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές», ένα βιβλίο, το οποίο απέσπασε το δεύτερο βραβείο του πανελλήνιου διαγωνισμού αστυνομικού μυθιστορήματος, το 2019. Σήμερα έχουμε την χαρά να τον φιλοξενούμε στις Τέχνες με σκοπό να καταφέρουμε να «τρυπώσουμε» έστω και λίγο στο δικό του συγγραφικό κόσμο και να μάθουμε γι’ αυτήν τη μεγάλη του αγάπη, που είναι ντυμένη από λέξεις και φέρει το όνομα συγγραφή.
Ας αρχίσει το ταξίδι..

Συνέντευξη στη Βάσω Κανιώτη


Θα ήθελα να πιάσουμε το νήμα της συγγραφικής σου πορείας από την αρχή και να ξεκινήσουμε από τότε που ένιωσες ότι σε γοητεύουν οι λέξεις. Να θυμηθείς και να μοιραστείς μαζί μας τους λόγους που έβαλες την τέχνη της συγγραφής στη ζωή σου, καθώς και τις εντυπώσεις από τα πρώτα σου συγγραφικά βήματα.

Αυτή η ερώτηση με πηγαίνει πολύ πίσω και μου φέρνει στο μυαλό τα πρώτα βιβλία που έχω πιάσει στα χέρια μου. Θυμάμαι ότι τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν για τον Ηρακλή και τον Θησέα, εικονογραφημένα φυσικά. Όταν έμαθα να διαβάζω και να καταλαβαίνω καλύτερα, πήγα ένα επίπεδο παραπάνω και ξεκίνησα τη σειρά «Το ημερολόγιο ενός σπασίκλα». Στο γυμνάσιο περίπου, είχα πάθει μια εμμονή με τον Σέρλοκ Χολμς και διάβασα όλα τα βιβλία μια σειράς που λεγόταν «Οι περιπέτειες του νεαρού Σέρλοκ Χολμς». Μόλις έμαθα ότι υπάρχουν κι άλλα, αγόρασα όλα τα γραφήματα του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, του δημιουργού του Σέρλοκ και πιστεύω ότι από τότε η λογοτεχνία είχε μπει για τα καλά στη ζωή μου. Ωστόσο, δεν την έβλεπα ως τέχνη τότε. Σίγουρα, με συνάρπαζε και έβρισκα εξαιρετικά ενδιαφέρον όχι μόνο τον χαρακτήρα του φανταστικού ντεντέκτιβαλλά και τις περιπέτειες και το στυλ γραφής του συγγραφέα. Μέχρι εκεί όμως. Αυτό που πιστεύω πως άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τη λογοτεχνία, αλλά και την συγγραφή, ήταν η πρώτη επαφή με τον συγγραφέα Jo Nesbo. «Κατσαρίδες» λεγόταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα από κείνον και με το που το τελείωσα, σταδιακά αγόρασα όλα τα βιβλία που έχει γράψει και θα εξακολουθώ να το κάνω. Δεν είχα ιδέα πόσα μπορείς να κάνεις με τις λέξεις και πόσα αισθήματα μπορείς να μεταδώσεις μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πόσο διαφορετικά μπορείς να παρουσιάσεις κάποια πράγματα, πόσα μηνύματα μπορείς να μεταδώσεις παράλληλα με την ιστορία. ΟJo Nesbo είναι μια ιδιοφυΐα στον τομέα του και ήταν αυτός που πιστεύω με έκανε να καταλάβω την αξία και τη σπουδαιότητα του βιβλίου και της συγγραφής. Γιατί ένα βιβλίο δεν είναι απλά ένα βιβλίο, είναι τέχνη.

Θα ήθελα να εμβαθύνω λίγο περισσότερο στα γραφήματά σου, στο ύφος αυτών και στον τρόπο που αποτυπώνεις τις σκέψεις σου στο χαρτί. Τι μπορεί να είναι, λοιπόν, αυτό που εμπνέει την πένα σου να γράψει;

Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση, και ξέρω πως όσο και να προσπαθήσω να το σκεφτώ και να απαντήσω ειλικρινά, πιστεύω πως στο τέλος θα καταλήξω να πω «Δεν είμαι τόσο σίγουρος». Γιατί πραγματικά δεν είμαι. Νομίζω ότι η ιδέα, η δυνατότητα να δημιουργήσεις έναν παντελώς δικό σου κόσμο, χωρίς περιορισμούς και με δικούς σου κανόνες είναι κάτι που με συναρπάζει. Αν τοποθετήσεις σωστά τις κατάλληλες λέξεις, μπορείς να σχηματίσεις μια ιστορία άξια θαυμασμού. Μια ιστορία ενδιαφέρουσα που οποιοσδήποτε μπορεί να διαβάσει. Είναι, επίσης, ένας τρόπος να εκφράσεις κάποιες σκέψεις και ιδέες που μπορούν να επηρεάσουν τους αναγνώστες. Δεν πιστεύω πως αυτό που με εμπνέει είναι μια εσωτερική μου ανάγκη, γιατί αλήθεια δεν νομίζω να έχω. Αυτό που μάλλον με εμπνέει είναι η συνειδητοποίηση ότι αν απλά συγκεντρωθείς και πάρεις στα σοβαρά αυτό που κάνεις, μπορείς να δημιουργήσεις κάτι πραγματικά πολύ όμορφο.

Πόσο εύκολο είναι για σένα να εξωτερικεύσεις πάνω στις σελίδες τα όσα γυροφέρνουν στο μυαλό σου; Είναι κάτι που γίνεται συνειδητά; Αποτυπώνονται αβίαστα οι σκέψεις σου στο χαρτί;

Κάποιες φορές είναι πιο εύκολο από κάποιες άλλες. Τις περισσότερες, βέβαια, δε θα έλεγα ότι ξεκινάει το χέρι και γράφει χωρίς σταματημό. Όταν μπαίνω στη διαδικασία να γράψω, βρίσκω δύσκολο όχι το τι να γράψω αλλά το πώς. Εννοώ, σκέφτομαι στο μυαλό μου το σκηνικό που θέλω να αποτυπώσω στο χαρτί και μια μικρή αφήγηση από μέσα μου. Αυτό είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι τα συναισθήματα. Γιατί ταυτόχρονα με το σκηνικό, προσπαθώ να φανταστώ – να νιώσω- τα συναισθήματα που θέλω να προσφέρει η συγκεκριμένη σκηνή. Μόλις το κάνω αυτό, πρέπει να βρω έναν τρόπο έτσι, ώστε αυτό που θα γράψω να αντανακλά ακριβώς το συναίσθημα που είχα επιλέξει. Πρέπει να κάνω πιο μικρή την πρόταση εδώ… δεν ταιριάζει αυτό το ρήμα για εδώ… μήπως να απομονώσω κάπως αυτό το σημείο… Άλλες φορές, βέβαια, δε σκέφτομαι τίποτα από αυτά. Σκέφτομαι, νιώθω και γράφω ταυτόχρονα. Όταν κάτι τέτοιο γίνεται (γιατί δεν γίνεται πολλές φορές), το αποτέλεσμα είναι ακριβώς αυτό που επιθυμώ.

Πώς ένιωσες όταν είδες τις σκέψεις σου τυπωμένες; Ποια συναισθήματα σου γεννήθηκαν όταν πήρες στα χέρια σου το πρώτο σου βιβλίο;

Είχα ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Άργησα, βέβαια, να το δω από κοντά. Ένας φίλος μου το είχε παραγγείλει και του είχε έρθει πιο γρήγορα από μένα. Κι εγώ σαν μικρό παιδάκι τον ρωτούσα πως είναι, είναι μεγάλο, μικρό, πως φαίνεται το εξώφυλλο, είναι χοντρό, λεπτό. Η πιο αστεία ερώτηση που του έκανα ήταν αν όντως θυμίζει πραγματικό, κανονικό βιβλίο συγγραφέα. Ήμουν πολύ ενθουσιασμένος γιατί η έκδοση του πήγε αρκετά πίσω, λόγω της πανδημίας, και ήταν κάτι που περίμενα αρκετό καιρό.

Ποιοι ήταν που λόγοι που προχώρησες στην έκδοση βιβλίου; Είχες ανάγκη αυτό το μοίρασμα με τους αναγνώστες; Κρύβεις συγγραφικά δημιουργήματα στο συρτάρι σου;

Δε θα πω ψέματα. Από την στιγμή που ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο μέχρι που έμαθα ότι βγήκα δεύτερος σε εκείνον τον διαγωνισμό, δεν είχα σκεφτεί ποτέ να το εκδώσω. Εκείνο τον καιρό, είχε μάθει το σχολείο για τον διαγωνισμό, είχε μάθει το φροντιστήριο, είχαν μάθει και άλλα παιδιά από το σχολείο που δεν το γνώριζαν και ξαφνικά ερχόταν όλοι και με ρωτούσαν «Πότε θα το εκδόσεις;». Κι εγώ τους κοιτούσα στα μάτια χωρίς να ξέρω τι να απαντήσω. Αλλά πιστεύω τότε άρχισα να το σκέφτομαι πιο σοβαρά και ξεκίνησα να το ψάχνω. Ευτυχώς η φιλόλογός μου στο σχολείο ήταν αρκετά πιο έμπειρη από εμένα σε αυτά τα θέματα και ευτυχώς είχε την όρεξη και το μεράκι να με βοηθήσει και τελικά να κάνει την έκδοση πραγματικότητα.

Και φτάνουμε στην πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου σου, λοιπόν, που φέρει τον τίτλο «Σκοτάδι» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές». Θα ήθελες να μας πεις τι πραγματεύεται η ιστορία του συγκεκριμένου βιβλίου. Τι θα διαβάσει κάποιος που θα το πάρει στα χέρια του;

Το βιβλίο αφορά έναν πολύ ταλαιπωρημένο αστυνομικό ονόματι Ντον. Ο Ντον λοιπόν, είναι ο καλύτερος αστυνομικός της πόλης του Μίννταουν, μιας φανταστικής πόλης της Βόρειας Ευρώπης. Ωστόσο, κανείς δεν τον έχει δει τα δύο τελευταία χρόνια, καθώς η τελευταία υπόθεση που είχε αναλάβει του κόστισε περισσότερο από όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Το έγκλημα και το κακό συνεχίζουν, όμως, να βασιλεύουν και να ακμάζουν. Δεν αργεί να εμφανιστεί μια περίεργη δολοφονία και η αστυνομία τα βρίσκει πραγματικά σκούρα. Η μόνη τους ελπίδα είναι ο Ντον, ο οποίος θα καταλάβει ότι τα χειρότερα τώρα έπονται.

Θα ήθελα να μου μιλήσεις για τον ψυχισμό σου καθώς έγραφες το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και πόσο μεγάλη ήταν η έρευνα που έκανες ώστε να φτάσεις στην ολοκλήρωσή του. Σε δυσκόλεψε, ενδεχομένως, κάτι;

Πρέπει να παραδεχτώ ότι το βιβλίο αυτό είναι καθαρά ένα έργο ενός ερασιτέχνη. Παρόλο που ο στόχος μου ήταν να γίνει το καλύτερο βιβλίο του κόσμου και να σταθεί αντάξια πλάι των καλύτερων, και, και …  γνώριζα και κατά τη διάρκεια της συγγραφής, αλλά και φυσικά τώρα, ότι κάτι τέτοιο δε θα γίνει. Αλλά δεν με ένοιαζε ιδιαίτερα. Μου άρεσε όταν έγραφα. Μπορούσα να νιώσω, να μαντέψω τις σκέψεις των χαρακτήρων μου και το τι συνέπειες κρυβόντουσαν πίσω από την κάθε πράξη τους. Όταν καθόμουν και έγραφα, χανόμουν μέσα στο βιβλίο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το σκεφτόμουν όταν ήμουν έξω ή ρωτούσα τους φίλους μου διάφορα πράγματα που ίσως με βοηθούσαν. Φυσικά, υπήρχαν πράγματα που ήθελα να γράψω αλλά δεν είχα ιδέα γι αυτά. Εκεί υπήρχε, ίσως, η έρευνα που έκανα. Όπως είπα και πιο πριν, όμως, αυτό είναι ένα έργο ερασιτέχνη. Η έρευνα ήταν απλά ένα σερφάρισμα στο διαδίκτυο.

Έκανες τον ντεμπούτο σου στον λογοτεχνικό κόσμο με ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, παρότι εντάσσεται στη σφαίρα του φανταστικού. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε ότι η αστυνομική λογοτεχνία σε ό,τι αφορά την συγγραφή, είναι λίγο πιο δύσκολη από τα άλλα είδη. Για ποιον λόγο επέλεξες εσύ αυτό το είδος; Τι είναι αυτό που σε κεντρίζει στις αστυνομικές ιστορίες;

Η απάντηση ίσως είναι λίγο βαρετή. Με επηρέασε αφάνταστα ο νορβηγός συγγραφέας Jo Nesbo. Εκείνος με έκανε να αγαπήσω τα βιβλία και ιδιαίτερα την αστυνομική λογοτεχνία. Δεν μπορούσα να με φανταστώ να γράφω κάτι άλλο. Το πιο σπουδαίο πράγμα στις αστυνομικές ιστορίες είναι ότι δεν είναι ποτέ βαρετές. Τουλάχιστον από τη δικιά μου εμπειρία. Ο αναγνώστης δεν θα βαρεθεί και θα ανυπομονεί να διαβάσει την συνέχεια. Το βιβλίο το ίδιο αποτελεί κίνητρο για τον οποιονδήποτε να το διαβάσει ολόκληρο. Παράλληλα με την ιστορία, όμως, οι επίδοξοι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας καταφέρνουν να «κρύψουν» τόσα πράγματα που  δεν έχουν και τόσο σχέση με την αστυνομία, αλλά με τη ζωή, με τη φιλοσοφία, με την οπτική με την οποία βλέπουμε τον κόσμο. Αλλιώς διαβάζουμε ένα καθαρά φιλοσοφικό βιβλίο και αλλιώς ένα αστυνομικό. Στο τελευταίο δεν συνειδητοποιούμε πολλές φορές αυτή την κρυφή μαγεία και αυτό είναι κάτι που βρίσκω υπέροχο.

Υπήρξαν παράγοντες, πρόσωπα ή συγκυρίες που σε ενέπνευσαν ώστε να γραφτεί το συγκεκριμένο έργο; Να υποθέσουμε ότι είναι όλα προϊόν μυθοπλασίας;

Η όλη υπόθεση, οι δολοφονίες, τα τοπία… είναι πράγματα που έβγαλα από το κεφάλι μου. Κανείς δεν πέθανε στην πραγματικότητα. Βέβαια, υπήρξαν παράγοντες, πρόσωπα και συγκυρίες που με βοήθησαν στη συγγραφή. Χρησιμοποιούσα σε μεγάλο βαθμό το τι συνέβαινε στη δικιά μου ζωή, όχι για να προωθήσω την εξέλιξη του βιβλίου. Απλά ήταν τεράστια βοήθεια στη συγγραφή μεμονωμένων κεφαλαίων. Ακόμη και τώρα, αν ξεκινήσω να διαβάζω το «Σκοτάδι», θα ξέρω όταν διαβάζω το τάδε κεφάλαιο σε ποια ακριβώς περίοδο το έγραφα και το τι συνέβαινε τότε. Έχω χρησιμοποιήσει λίγο διαφοροποιημένους διαλόγους δικούς μου ή φίλων μου (χωρίς να το ξέρουν φυσικά) και τους χρησιμοποίησα σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία των χαρακτήρων. Αρχικά ήθελα κάθε χαρακτήρας να είναι ένας φίλος μου και ο πρωταγωνιστής εγώ. Ευτυχώς, κατάλαβα γρήγορα ότι αυτό ήταν κακή ιδέα και σκέφτηκα το εξής: Θα χώριζα τον χαρακτήρα του κάθε φίλου μου σε κομμάτια και μετά τα κομμάτια αυτά, θα τα μοίραζα στους «φανταστικούς χαρακτήρες». Δηλαδή κάθε πρόσωπο της ιστορίας είναι φτιαγμένο από διάφορα κομμάτια των φίλων μου και δικά μου. Με αυτόν τον τρόπο έφτιαξα καινούργιες, ενδιαφέρουσες προσωπικότητες. Τελικά, αυτό που έκανα ήταν να χρησιμοποιήσω όσο το δυνατόν περισσότερο την αλήθεια, για να δημιουργήσω ένα τέλειο και κάπως πιστευτό ψέμα.

Οι μέρες που διανύουμε είναι, ομολογουμένως, δύσκολες. Σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς, λοιπόν, πιστεύεις ότι οι άνθρωποι θα προτιμήσουν να βάλουν στον αναγνωστικό τους χρόνο ένα αστυνομικό μυθιστόρημα ή θα προτιμήσουν ένα πιο «ελαφρύ» βιβλίο; Κάποιο κοινωνικό, ας πούμε.

Δε θεωρώ ότι η κατάσταση που επικρατεί έξω διαδραματίζει κάποιο ρόλο. Αν κάποιος θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο, θα διαβάσει. Τώρα, το είδος του βιβλίου εξαρτάται καθαρά και μόνο από τον ίδιο. Δεν υπάρχουν κατά τη γνώμη μου «ελαφριά» και «βαριά» βιβλία. Είναι πραγματικά στο χέρι του καθενός.

Εάν σε ρωτούσε κάποιος αναγνώστης τους λόγους που του προτείνεις να διαβάσει το βιβλίο σου, αλλά και τι θα μπορούσε να πάρει μέσα από αυτό, τι θα του απαντούσες;

Θα τον ρωτούσα αν είναι περίεργος να δει τι έγραψε ένας 17χρονος. Αν είναι περίεργος να διαβάσει ένα βιβλίο (το οποίο βραβεύτηκε και τράβηξε την προσοχή αρκετών) που έγραψε ένα παιδί της γενιάς του καφέ και του Instagram. Και μόλις το διάβαζε, θα έμεινε έκπληκτος για το τι μπορεί να κάνει ένα παιδί της γενιάς μου.  Εκτός από την ψυχαγωγία και τους διάφορους προβληματισμούς που έχει να προσφέρει το βιβλίο μου, πιστεύω ότι είναι η απόδειξη το τι μπορεί να κάνει ο οποιοσδήποτε ασχοληθεί σοβαρά με κάτι. Να δώσει κίνητρο σε όλους και ειδικά στους συνομήλικους να προσπαθήσουν και αυτοί, με το δικό τους τρόπο να βρουν το αντίστοιχο «Σκοτάδι» τους. Για μένα ήταν ένα βιβλίο. Για κάποιον άλλο μπορεί να είναι ένα τραγούδι, ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή, ένα διαγώνισμα στο σχολείο. Οτιδήποτε. Και πιστεύω ότι αυτό είναι το καλύτερο που θα αποκομίσει κάποιος από το βιβλίο μου.

Είσαι κι εσύ ένας νέος συγγραφέας στον χώρο. Μέσα από την πορεία που έχεις διανύσει ως τώρα πιστεύεις ότι υπάρχουν συνταγές ή μυστικά της επιτυχίας;

Μα εννοείται. Μυστικά της επιτυχίας βρίσκονται παντού και σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Βέβαια, η μαγεία που υπάρχει σε αυτά δεν οφείλεται στο περιεχόμενό τους, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτά είναι «κρυμμένα». Είναι πολύ δύσκολο να βρει κάποιος τις συνταγές και τα μυστικά επιτυχίας που αναζητεί, όχι επειδή είναι γνωστά μόνο στους μεγάλους και σπουδαίους ανθρώπους του κόσμου αυτού και είναι αδύνατο να τα βρει ο οποιοσδήποτε, αλλά επειδή βρίσκονται ακριβώς μπροστά στα μάτια μιας. Όλοι μας ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε για να γίνουμε σπουδαίοι και να πετύχουμε. Απλά δεν το κάνουμε. Επαναλαμβάνουμε συνεχώς στο κεφάλι μας τις ίδιες δικαιολογίες (οι οποίες δεν είναι τίποτα παραπάνω από ψέματα που μας έχουν πουλήσει οι φόβοι μας), που δεν έχουν καμία ισχύ στην πραγματικότητα και κάποια στιγμή καταλήγουμε να τις πιστεύουμε. Το αληθινό μυστικό είναι να βρούμε τι θέλουμε να κάνουμε και από κει και έπειτα να ασχοληθούμε με όλη μας την συγκέντρωση και υπομονή σε αυτό. Τελεία. Πως να αποτύχεις αν ακολουθούσες αυτό το απλούστατο «μυστικό»;

Όταν έγραφα το βιβλίο βρήκα πως ήταν ένα πράγμα που έκανα που τελικά πιστεύω έκανε τη διαφορά. Ξεκίνησα να το κάνω αυτό περίπου από τη μέση του βιβλίου και μετά. Και είναι πολύ, πολύ απλό. Καθόμουν και έγραφα. Κάθε μέρα, στη τάδε ώρα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, όπως πίστευα στην αρχή, πρέπει να μου έρθει η έμπνευση για να γράψω. Εσύ ο ίδιος αναγκάζεις την έμπνευση να έρθει και ο μόνος τρόπος να το πετύχεις αυτό είναι να ξεκινήσεις να γράφεις. Μερικές φορές δεν είχα τόσο όρεξη και «έμπνευση» για να γράψω. Τότε έλεγα, θα γράψω μόνο μια παράγραφο. Αφού τελείωνα, έλεγα μπορώ ακόμη μία. Ένιωθα την έμπνευση να ερχόταν σιγά σιγά και από τη μια παράγραφο που είχα στόχο στην αρχή, κατέληγα να γράφω ολόκληρα κεφάλαια που μου άρεσαν περισσότερο από τα υπόλοιπα που έγραφα στην αρχή. Είδα ότι το μυστικό ήταν μπροστά στα μάτια μου και το ακολούθησα.

Τι να περιμένουμε από σένα στο προσεχές διάστημα; Υπάρχουν συγγραφικά σχέδια για το μέλλον που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;

Αυτό τον καιρό σκοπεύω να κάνω κάποιες, ας πούμε, σημαντικές αλλαγές στη ζωή μου. Γι αυτόν το λόγο πιστεύω θα περάσει ένα υπολογίσιμο χρονικό διάστημα που δεν θα ακούσετε για μένα. Αλλά, όταν τα πράγματα τακτοποιηθούν είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα τελειώσω το δεύτερο βιβλίο μου. Ναι, έχω ξεκινήσει από το τέλος των πανελληνίων να γράφω τη συνέχεια από το «Σκοτάδι». Δεν έχω ιδέα για τον τίτλο ακόμη. Αυτό που ξέρω είναι ότι το βιβλίο νούμερο 2 θα είναι αρκετά διαφορετικό από το προηγούμενο. Πιο πολυσύνθετο, καλύτερα δομημένο, περισσότερο ενδιαφέρον και θέλω να πιστεύω ότι δεν θα «μαρτυράει» ότι πρόκειται για έργο ερασιτέχνη συγγραφέα. Όσο αναφορά το μέγεθος, θα είναι μεγαλύτερο. Το πρώτο μόνο μέρος του νέου βιβλίου που έχω γράψει, έχει περίπου τον ίδιο αριθμό λέξεων με ολόκληρο το «Σκοτάδι». Έμαθα πολλά πράγματα από τη πρώτη απόπειρα συγγραφής (από τα άπειρα λάθη κυρίως) και αυτό που έρχεται, θα είναι γραμμένο από έναν πολύ πιο «έμπειρο» έφηβο-ενήλικα.

Μια ευχή που θα έδινες στον εαυτό σου και εν συνεχεία στους ανθρώπους γύρω σου;

Η ευχή που θα ήθελα να μου δώσω είναι να ζήσω τη ζωή που θέλω και να μη μετανιώσω γι’ αυτό. Όσον αναφορά τους κοντινούς μου ανθρώπους, αυτό που θα ήθελα να τους πω είναι να κάνουν υπομονή. Πολύ υπομονή.

Σε ευχαριστούμε πολύ για την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση και σου ευχόμαστε πάντα επιτυχίες!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Γιώργος Γούπος γεννήθηκε το 2002 στη Λάρισα και μεγάλωσε στην Γιάννουλη. Ενώ ήταν μαθητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ταυτοχρόνως ασχολούταν με τη συγγραφή. Χρειάστηκε περίπου ένα χρόνο για να ολοκληρώσει το πρώτο του έργο. Το βιβλίο του «Σκοτάδι» απέσπασε το δεύτερο βραβείο του πανελλήνιου διαγωνισμού αστυνομικού μυθιστορήματος, το 2019. Πέρα από την αγάπη του για την λογοτεχνία, μεγάλο του πάθος είναι οι Η/Υ.