Τριάδα Εμμανουηλίδου: "Το γράψιμο για μένα είναι μια εσωτερική αναζήτηση"


Όλα ξεκίνησαν από την καταγεγραμμένη ιστορία της γιαγιάς της στις πίσω σελίδες ενός συνταγολογίου του ΟΓΑ. Από εκεί κι έπειτα η συνέχεια ήρθε από μόνη της. Το πρώτο της ολοκληρωμένο μυθιστόρημα είναι πλέον γεγονός. Φέρει τον τίτλο «Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ελκυστής». Μιλάμε για τη συγγραφέα Τριάδα Εμμανουηλίδου που σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στις Τέχνες.
Ας δούμε τι έχει να μας πει...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Εμμανουηλίδου, η απόφασή σας να ασχοληθείτε με τη συγγραφή αποτελεί στην ουσία μια προσπάθεια γνωριμίας με τον εαυτό σας;

Η αλήθεια είναι πως όταν ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα πριν τρία χρόνια στην ουσία ήθελα να ικανοποιήσω ένα όνειρο που είχα από παιδί. Από τότε που μαθήτρια δημοτικού ανακάλυψα τον κόσμο των βιβλίων και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να γράψω και εγώ ένα βιβλίο. Κάπου στην πορεία έχασα αυτόν τον δρόμο, αλλά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να γίνει πράξη αυτό το όνειρο. Μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής, που ήταν επίπονη και ταυτόχρονα λυτρωτική ήρθαν στην επιφάνεια πράγματα για μένα, που δεν είχα συνειδητοποιήσει. Έτσι, ήρθα πιο κοντά με τον ίδιο μου τον εαυτό, γνώρισα πλευρές που ήταν βαθιά θαμμένες μέσα μου. Τελικά, αυτός είναι ίσως και ο βασικός σκοπός της τέχνης: μας βοηθά να μάθουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας. Αυτό που κουβαλάμε βαθιά μέσα μας και μπορούμε να μοιραστούμε με κάποιους άλλους ανθρώπους.

Εκ του αποτελέσματος και κρατώντας πια τυπωμένο το μυθιστόρημά σας στα χέρια σας, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Δύσκολη ερώτηση. Ποια είμαι; Ποια θέλω να φαίνομαι ότι είμαι; Το ψάχνω. Εναγωνίως. Ίσως το επόμενο βιβλίο με βοηθήσει «εδώ στου δρόμου τα μισά», όπως λέει και ο Ελύτης, να βρω αυτά που αγαπώ και να ακολουθήσω τον δρόμο που θα με φέρει πιο κοντά σε ότι πραγματικά μου ταιριάζει. Να δώσω ίσως κάποιες απαντήσεις στα πολλά ερωτήματα που με βασανίζουν. Πάντως αν θα σύστηνα τον εαυτό μου σε κάποιον, το γνώρισμα που θεωρώ ότι με διακρίνει και φαίνεται και σε όλες τις πτυχές της προσωπικότητάς μου είναι αυτό του δασκάλου. Αγαπώ τη δουλειά μου και το σχολείο και δεν μπορώ να με φανταστώ χωρίς αυτήν την ταυτότητα.


Θεωρείτε ότι ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται την ανάγκη του γράφοντος να ικανοποιήσει πρωτίστως τις προσωπικές του ανάγκες αναζήτησης σκοτεινών σημείων του εαυτού του κι έπειτα τις αναγνωστικές απαιτήσεις εκείνου που είναι τελικά και ο αποδέκτης του έργου;

Όταν έκανα μια πρώτη επιμέλεια του έργου μου, μπήκα στον πειρασμό να σκεφτώ πιθανές αντιδράσεις συγκεκριμένων αναγνωστών, των γονιών, των φίλων, των συναδέλφων, και να αναρωτηθώ αν θα ικανοποιούσα τις απαιτήσεις τους. Αμέσως όμως έδιωξα αυτές τις σκέψεις. Μόνο να σε περιορίσουν μπορούν.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Η ίδια η πραγματικότητα αλλά μεταμφιεσμένη, ωραιοποιημένη ή και στην χειρότερη εκδοχή της. Φτάνει να είσαι σε εγρήγορση και να παρατηρείς προσεκτικά. Ένα αστικό τοπίο, μια όμορφη εικόνα στη φύση, έναν ενδιαφέροντα χαρακτήρα και τις συνήθειες ή τις κινήσεις του σε μια ταινία. Όλα αυτά μετασχηματισμένα μπορούν να αποτελέσουν έναυσμα και υλικό για ένα βιβλίο. Να προσθέσω εδώ τον καταλυτικό ρόλο που παίζει για μένα η μουσική. Με ηρεμεί, με ταξιδεύει και συχνά στίχοι τραγουδιών αποτελούν πηγή έμπνευσης.

Ποια πιστεύετε πως είναι η συνταγή για τη συγγραφή ενός καλού βιβλίου; Η ικανότητα γραφής του συγγραφέα, η φαντασία του ή η σκληρή δουλειά του;

Όλα όσα αναφέρετε είναι πολύ σημαντικά. Καταρχάς το να γράφει κανείς αβίαστα, ο λόγος του να ρέει με φυσικότητα, χωρίς να φαίνονται οι ραφές της αφήγησης. Έπειτα να γράφει σαν να είναι παιδί μπροστά σε ένα καινούριο παιχνίδι, να ανακαλύπτει καινούργια πράγματα κάθε μέρα.

Να φαντάζεται όνειρα και εφιάλτες, καταστροφές και δημιουργίες, θανάτους αγαπημένων προσώπων και γεννήσεις μικρών παιδιών, την αγάπη του αφοσιωμένου σκύλου… Όμως τίποτα δεν γίνεται χωρίς σκληρή δουλειά και πολλή καρδιά.

Δέχεστε επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Διαβάζω, όπως σας είπα, από μικρό παιδί. Υπάρχουν βιβλία που με κούρασαν αλλά και αυτά κάτι μου άφησαν, αλλά υπάρχουν και βιβλία που τα λάτρεψα. Μέσα στο πλήθος των ερεθισμάτων που δέχτηκα, μάλλον με τη βοήθεια του ενστίκτου, κάθε φορά επέλεγα εκείνα που χρειαζόμουν τη δεδομένη στιγμή. Πρόκειται ουσιαστικά για μια συγκλονιστική διαδικασία που γίνεται χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι. Βιβλία αγαπημένων συγγραφέων, διηγήσεις από αγαπημένους ανθρώπους, στιγμές όλα αυτά συμβάλλουν ασυνείδητα και αυτό είναι το μαγικό.

Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με το μυθιστόρημα κι όχι με κάποιο άλλο λογοτεχνικό είδος;

Γενικά μου ταιριάζει σαν ιδιοσυγκρασία ο πεζός λόγος. Αγαπώ την ποίηση, διαβάζω ποίηση και συχνά ζηλεύω, φθονώ θα έλεγα, κάποιους ποιητές που με λίγους στίχους έχουν πει όσα σκέφτομαι και νιώθω. Και θεωρώ ότι ξεχωρίζω εκείνα τα μυθιστορήματα που σε κάποιο σημείο διαβάζεις μια φράση που έχει το μεγαλείο και τη λιτότητα, τη δωρικότητα της ποίησης. Όμως το μυθιστόρημα είναι αυτό που μου επιτρέπει να ξεδιπλώσω τη σκέψη μου.


Πρόσφατα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά σας με τίτλο «Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας», από τις εκδόσεις «Ελκυστής». Ένα ασπρόμαυρο εξώφυλλο το κοσμεί και μια πολύ ενδιαφέρουσα και συγκινητική ιστορία το καθιστά άκρως ελκυστικό, μια γεύση της οποίας μπορεί να λάβει ο αναγνώστης διαβάζοντάς το οπισθόφυλλό του. Είναι εμπνευσμένη η ιστορία σας από αληθινά γεγονότα;

Η γιαγιά μου, που ήταν καταπληκτική αφηγήτρια, πριν πεθάνει μου κληροδότησε, γραμμένη στις πίσω σελίδες ενός συνταγολογίου του ΟΓΑ την ιστορία της ζωής της. Αυτός υπήρξε ο καμβάς. Από εκεί και πέρα όμως πολλά από όσα γράφω είναι επινοημένα γεγονότα.

Πείτε μας λίγα περισσότερα πράγματα για την υπόθεσή της.

Καταρχάς η Ακριβή, η κεντρική ηρωίδα είναι η γιαγιά μου. Αυτή μου κληροδότησε και το όνομα Τριάδα που στους ανθρώπους του τόπου μου είναι συνηθισμένο. Όμως το να γράφω χρησιμοποιώντας αυτό το όνομα μου κλωτσούσε, δεν με άφηνε ελεύθερη. Επέλεξα, λοιπόν, ένα πρωτότυπο πάλι όνομα με συνυποδηλώσεις: Ακριβή. Μοναδική. Όλως παραδόξως το ίδιο ακριβώς συνέβη και με το όνομα του πατέρα μου. Όσον αφορά τους άλλους ήρωες, θα πω μόνο πως στοιχεία της πραγματικότητας υπάρχουν σε όλους άλλο τόσο όμως είναι και πλάσματα της φαντασίας και ενώ όταν ξεκίνησα δεν ήταν πλήρως διαμορφωμένοι κάποιοι από αυτούς στην πορεία σχεδόν αυτονομήθηκαν και αυτοί με οδήγησαν. Και τους αγάπησα πολύ.

Γιατί επιλέξατε αυτή την σκοτεινή και θλιβερή περίοδο του προηγούμενου αιώνα για να αναπτύξετε την ιστορία σας; Θεωρείτε ότι η θεματική της σε συνδυασμό με τα γεγονότα του πολέμου ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντα του αναγνωστικού κοινού της σημερινής εποχής;

Δύσκολο να το απαντήσω εγώ αυτό. Όσον αφορά τη νέα γενιά ξέρω πολύ καλά από την εμπειρία μου, διδάσκω λογοτεχνία σε μαθητές Γυμνασίου, ότι δυστυχώς δεν επιλέγουν το διάβασμα ως τρόπο ψυχαγωγίας. Το μάθημα της λογοτεχνίας είναι γι’ αυτούς βασανιστήριο. Βέβαια εδώ, αν ψάξει κανείς θα βρει πολλά που φταίνε. Έπειτα, θα πω και εγώ το χιλιοειπωμένο. Δεν έχει σημασία τόσο το τι λέει κανείς αλλά πώς το λέει. Αν καταφέρει να αγγίξει τον αναγνώστη, ακόμα και αν το θέμα του ανήκει σε άλλη εποχή. Θυμάμαι πως όταν η γιαγιά μου ξεκινούσε να αφηγείται περιστατικά από το μακρινό εκείνο παρελθόν όσοι ήμασταν γύρω της την ακούγαμε εκστασιασμένοι. Να πω, βέβαια, πως τον απόηχο του πολέμου τον συναντά ο αναγνώστης μόνο στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου και σε λίγες μόνο σελίδες.


Πού ακριβώς στοχεύετε ως συγγραφέας μέσω του βιβλίου σας, στην ψυχαγωγία, στον προβληματισμό, στη διαπαιδαγώγηση του αναγνώστη ή σε κάτι άλλο;

Το γράψιμο για μένα είναι μια εσωτερική αναζήτηση. Προσπαθείς μέσω αυτής της διαδικασίας να καταλάβεις τι συμβαίνει μέσα σου, γύρω σου και γράφεις για να μην τρελαθείς. Αυτή η διαδικασία στοχασμού και εσωτερικής αναζήτησης γίνεται σιγά, βασανιστικά μέχρι τη στιγμή που είναι όλα έτοιμα, όλα βρίσκουν πια το νόημά τους. Τώρα αν καταφέρω να ψυχαγωγήσω τους αναγνώστες ή να τους προβληματίσω έχει καλώς.

Υπάρχει κάποιο από τα πρόσωπα του βιβλίου σας στο οποίο καθρεφτίζονται εμφανώς στοιχεία του εαυτού και της προσωπικότητας σας;

Ψήγματα του δικού μου κόσμου υπάρχουν σε όλους τους ήρωες, όμως κανένας χαρακτήρας δεν προκύπτει από ένα μόνο πρόσωπο. Συνήθως είναι μια μίξη από διάφορα πρόσωπα.

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Το βιβλίο παρακολουθεί τους ήρωες από τα παιδικά τους χρόνια, εστιάζει στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας και τους βλέπει να ανδρώνονται και να κατακτούν τη ζωή ή αυτή να τους συντρίβει. Τώρα αν κάποια θέματα όπως η αναζήτηση σεξουαλικής ταυτότητας ή η προσπάθεια κάποιος να επιτύχει, να βρει το δρόμο του μπορεί να συγκινήσει και κάποιον έφηβο, ακόμα καλύτερα.

Το βιβλίο σας όπως είπαμε κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ελκυστής». Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά για την καλύτερη και επιτυχέστερη προώθηση ενός βιβλίου;

Γνώριζα φυσικά την ύπαρξή του «Ελκυστή» αλλά για να πω την αλήθεια δεν είχε πέσει στα χέρια μου κάποια έκδοσή του. ¨Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Όταν μου έστειλε την πρόταση συνεργασίας και μπήκα στην σελίδα του είδα ότι ένας γνωστός μου έχει εκδώσει εκεί το βιβλίο του. Οι πληροφορίες που πήρα με έκαναν να εμπιστευτώ εκεί το έργο μου. Η μέχρι τώρα συνεργασία με τον κ. Τριαντόγλου είναι άψογη. Έχει ανταποκριθεί με τον καλύτερο τρόπο σε όλα όσα προέβλεπε το συμβόλαιο. Επιπλέον, αισθάνομαι μέλος μιας οικογένειας, ότι με νοιάζονται, με προσέχουν και ότι θα κάνουν το καλύτερο για την προώθηση και την επιτυχημένη πορεία του βιβλίου μου.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές μέλλον;

Ναι, αρχές Σεπτέμβρη σκέφτομαι να κάνω την παρουσίαση. Σε έναν χώρο καινούργιο, που τον κρατάω για έκπληξη και με ομιλητές αγαπημένους φίλους, καταξιωμένους στον λογοτεχνικό χώρο.

Πού μπορεί κάποιος να βρει το βιβλίο σας;

Στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, από τον «Ελκυστή» στην Αρριανού 15 και βέβαια είναι διαθέσιμο και στο ηλεκτρονικό κατάστημα του «Ελκυστή».


Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας διαβάσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

Πολύ ευχαρίστως.

Γύρισε στο καθιστικό και πήρε το ραδιόφωνο μαζί του. Στο τέλος της σκάλας βγήκε έξω στη μικρή τσιμεντένια ταράτσα. Ήταν σκοτεινά και σιωπηλά. Η ζέστη που είχε εγκλωβιστεί στο διαμέρισμα του είχε ναρκώσει τις αισθήσεις. Έβγαλε το ιδρωμένο μπλουζάκι, το άφησε να πέσει κάτω. Όλα ήταν αναμμένα. Τα τσιμέντα, το μέταλλο στα κάγκελα, η ίδια η γη. Περιέφερε το βλέμμα του στη γειτονιά. Πολλά σπίτια ήταν σκοτεινά. Όσο περνούσε η ώρα, έπεφτε μια σπάνια σιγή πάνω από την πόλη. Καθισμένος στο πεζουλάκι σκεφτόταν πως ως τότε δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η ζωή μπορούσε να είναι τόσο οδυνηρή. Μέσα σε λίγες μέρες του έδειξε το πιο σκληρό της πρόσωπο και κανείς δεν τον είχε προετοιμάσει να το αντιμετωπίσει. Τρόμαξε με το ενδεχόμενο ότι θα έπρεπε να ζήσει τη ζωή του μέσα σε ένα λαγούμι. Σηκώθηκε και πλησίασε στην άκρη της ταράτσας. Βρισκόταν πέντε ορόφους ψηλά και, όταν κοίταξε κάτω το κενό, ζαλίστηκε. Το βλέμμα του όμως μαγνητίστηκε. Ένα βήμα τον χώριζε από το κενό, τις ενοχές, τη θλίψη, τις αγωνίες, τα προβλήματα. Ένα βήμα. Το στόμα του στράβωσε. Κοντοστάθηκε με το χέρι στην κουπαστή. Η εσωτερική αναταραχή, η αγωνία τον ακινητοποίησε. Η τακτοποιημένη ζωή του, τα καλομελετημένα σχέδια του για το μέλλον γκρεμίστηκαν με το θάνατο του πατέρα του. Αυτόν τον κόμπο στην καρδιά λαχταρούσε να τον χαλαρώσει. Ένα βήμα. Ένα μόνο βήμα και θα μπορούσε επιτέλους να νιώσει ελεύθερος.

Μια πνοή δροσιάς τον χάιδεψε στο πρόσωπο. Κοίταξε το φεγγάρι. Οι άνθρωποι έστειλαν άνθρωπο στο φεγγάρι. Κοίταξε το κενό κάτω. Άρχισε να διακρίνει ίχνη ζωής. Βήματα στο πεζοδρόμιο, ένα καροτσάκι με γάλατα, ένα ραδιόφωνο που μετέδιδε ειδήσεις. Η ίδια η ζωή που συνεχιζόταν. Έκανε δυο τρία βήματα προς τα πίσω τρομαγμένος. Έπεσε πάνω στα απλωμένα ρούχα που η νοικάρισσα της σοφίτας επέμενε να απλώνει εκεί. Άπλωσε τα χέρια του και άγγιξε τη δροσιά της αυγής πάνω στα απλωμένα σεντόνια. Δρόσισε το πρόσωπό του. Του έκανε καλό. Ρούχα πλυμένα, καθαρά, έτοιμα να αγκαλιάσουν γυμνά κορμιά. Πήρε από το σύρμα ένα καθαρό άσπρο μπλουζάκι και το φόρεσε. Ένιωσε σα να πετάει από πάνω του το βάρος. Τα μανταλάκια είχαν αφήσει κάτω από το στήθος σημάδια. Θα έστρωναν με τον καιρό.

Με αποφασιστικό βήμα κατέβηκε τις σκάλες και μπήκε στο δυαράκι του. Στο συρτάρι του κομοδίνου βρήκε το διαβατήριο. Αυτό που είχε βγάλει μαζί με τον πατέρα του για το ταξίδι που του είχε υποσχεθεί στην Ευρώπη. Έφτασε στο σταθμό την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε. Τα χρήματά τού έφταναν ίσα ίσα για το εισιτήριο με προορισμό το Μόναχο. Στο πορτοφόλι του είχε πάντα τη διεύθυνση του Πέτρου. Ο πρωινός κουλουρτζής διαλαλούσε την πραμάτεια του. Η μυρωδιά από το φρέσκο κουλούρι τον χτύπησε στα ρουθούνια. Συνειδητοποίησε ότι είχε να φάει από το μεσημέρι της προηγούμενης, όταν με το ζόρι έβαλε δυο μπουκιές στο στόμα του για να γλιτώσει από τη γιαγιά του. Τώρα όμως πεινούσε σα λύκος. Αγόρασε ένα κουλούρι και το έφαγε με όρεξη περιμένοντας. Δεν πέρασε πολλή ώρα και άκουσε τον ηχηρό διακεκομμένο ήχο μιας ανακοίνωσης και ύστερα το φανάρι του τρένου τον έλουσε με το φως του. Ανέβηκε και ρίχτηκε στο κάθισμα. Το τρένο ξεκίνησε, ανέπτυξε ταχύτητα και σε λίγο έχασε από τα μάτια του τις σιλουέτες που περίμεναν στην πλατφόρμα. Άνοιξε το τζάμι να εισπνεύσει τον αέρα που άφηνε πίσω του οριστικά. Κοίταξε από το παράθυρο. Ήταν μια παλιά του συνήθεια. Όταν έφευγε του άρεσε να κοιτάζει το γνώριμο τοπίο να χάνεται. Καθώς το τρένο κυλούσε πάνω στις ράγες ο ορίζοντας άνοιγε προς μέρη που δεν είχε ξαναταξιδέψει. Στα χωράφια οι εργάτες δούλευαν χωρίς να σηκώνουν καν το κεφάλι στο πέρασμα του τρένου. Μόνο κάποια παιδιά, που μάλλον έπαιζαν παρά βοηθούσαν, σήκωναν και ανέμιζαν το καπέλο τους. Έφτασαν στον πρώτο σταθμό. Κατέβηκαν τρεις επιβάτες αλλά κανένας δεν επιβιβάστηκε.

Κυρία Εμμανουηλίδου, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό και καλλιτεχνικό σας έργο.

Και εγώ σας ευχαριστώ!


Βιογραφικό:

Η Τριάδα Εμμανουηλίδου γεννήθηκε στο Αιγίνιο Πιερίας. Έφυγε από τον τόπο της για να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη, στη Φιλοσοφική Σχολή στο τμήμα των Νεοελληνικών Σπουδών.

Από παιδί αγαπούσε το γράψιμο, αλλά κάπου στην πορεία έχασε αυτόν τον δρόμο. Όταν η γιαγιά της, που της κληροδότησε αυτό το όνομα, λίγο πριν πεθάνει της εμπιστεύτηκε ένα συνταγολόγιο του ΟΓΑ, όπου στις πίσω σελίδες έγραφε την ιστορία της πολυτάραχης ζωής της, ένα φωτάκι άναψε μέσα της και της έδειξε και πάλι τον δρόμο.

Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει λογοτεχνία και έχει παρακολουθήσει κύκλους μαθημάτων δημιουργικής γραφής. Όνειρό της είναι να παρακινήσει τους μαθητές της να γίνουν συμμετοχικοί και υποψιασμένοι αναγνώστες και να αντιμετωπίσουν τη λογοτεχνία σαν μια απολαυστική και βαθιά ανθρώπινη τέχνη, που θα τους βοηθήσει να μάθουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Ζει στο Ωραιόκαστρο με τον άντρα της. Έχει δύο κόρες.