Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Το μινόρε της σιωπής" της Έφης Βατανίδου | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς


Συγγραφέας: Έφη Βατανίδου
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 306
Εκδόσεις: Αρμός


Ο άνθρωπος είναι πλάσμα που μιλάει και τραγουδάει. Τραγουδάει και το τραγούδι του αντηχεί σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Η πρώτη του γλώσσα ήταν το τραγούδι. Η μουσική είναι η υψηλότερη από όλες τις τέχνες. Η μουσική μας ενώνει.

«Το σκαλοπάτι σου θα κάνω για κρεβάτι, αφού την πόρτα σου την άφησες κλειστή, θα μείνω έξω μια και το΄ βαλες γινάτι, κι από το κρύο η καρδιά μου θα σβηστεί. Το σκαλοπάτι σου απόψε θα ρωτήσω ,γιατί εκείνο μου κρατάει συντροφιά, αν πρέπει να΄ αρθω ή να μην ξαναπατήσω , να δω τα μάτια σου γλυκειά μου ζωγραφιά» Β.Τσιτσάνης

Δεκαετία του 50.Τρούμπα κακόφημη γειτονιά του Πειραιά. Μερακλήδες, μάγκες της Νοταρά και της Φίλωνος, σκυλόμαγκες, μαχαιροβγάλτες, χασικλήδες, λαθρέμποροι, ντερβισόπαιδα, κράχτες, σωματέμποροι,  ματάκηδες, νταβάδες, αγαπητικοί, κουτσαβάκια, επιδειξίες, πουτανοθήλυκα, πόρνες, μαντάμες, αρπάχτρες, κι αδελφές, φιγουρατζήδες, πορτοφολάδες, τσιλιαδόροι, καθωσπρέπει γκόμενες, αρτίστες,  άγιοι και δαίμονες, μπουρδέλα και τεκέδες, μπουζούκια και φυλακές, σπίτια με κόκκινα φανάρια μπαρμπούτι, ξεμαλλιάσματα στο μέτρημα, ξύλο, πιστολιές και μαχαιριές. Οι νόμοι της Τρούμπας είναι απαράβατοι. Στη μαυλιστική μαγγανεία της όμως όλοι υποκλίνονται .The party is here boys.Welcome. Αυτή είναι η Τρούμπα, αυτό το δράμα της, αυτό και το μεγαλείο της. Κι ο Πειραιάς με τις πενιές των μεγάλων δασκάλων και τα πολύχρωμα βαπόρια του θα σπιτώνει πάθη και θα εξομολογεί διαστροφές, που η ανθρώπινη φύση κουβαλάει από τα βάθη του χρόνου

Τα ξένα καταδρομικά μπαίνουν στο λιμάνι. Οι τζόνηδες έρχονται φορτωμένοι. Στα βράχια της Πειραϊκής τα μαγαζιά τρίβουν τα χέρια τους και η Τρούμπα τους ανοίγει τα πόδια, καλώς τα τα χαρμάνια. Κάπου δυο χιλιάδες άντρες θα ξεχυθούν στα σοκάκια της αμαρτίας , τα κορίτσια γδύνονται κι ανοίγουν το πορτοφόλι.

Εκεί στην Τρούμπα σε ένα ημιυπόγειο ζούσε η Ευθαλία Ανδρέου, μια γυναικάρα που΄  χει πιει τη ζωή στο ποτήρι. Δεν είχε γεννηθεί για μάνα και νοικοκυρά ,δεν ήταν αυτό το όνειρό της, μα για το πάλκο, όσο μικρό κι αν ήταν αυτό. Η Ευθαλία ήταν κολλημένη στο χθες, όταν τραγουδούσε. Κάποιος τζουράς, ένα βιολάκι, ένα ούτι και εκείνη στο τραγούδι, μινοράκια σμυρναίικα και γκαμηλιέρικοι σεβντάδες. Τι τραγούδια  ψυχής ήταν εκείνα .Τραγούδαγε από το ΄34 μέχρι τον πόλεμο, με κομπανίες μικρασιατών στα φτωχομάγαζα της Δραπετσώνας και του Πειραιά, σε καφέ-αμάν, μάντρες και εξέδρες. Όλους τους τραγούδησε στα νιάτα της: Βαμβακάρης, Μπάτης,  Δελιάς, Παπάζογλου, Κηρομύτης, Μπαγιαντέρας, Τούντας, Περιστέρης, Γιοβάν Τσαούς και τον Περπινιάδη με το κουκλί του. Τόσα χρόνια νταραβέρι μαζί τους, ανατολίτικα μακάμια και δυτικές κλίμακες όλα τα τραγούδησε. Τα όνειρα της Ευθαλίας στοίχειωναν γυναίκες σαν την Αμπατζή, τη Χασκήλ, την Παπαγκίκα και την Εσκενάζυ. Μερικές από αυτές έφτασαν μέχρι και την Αμερική και γραμμοφώνησαν. Αυτό ήταν και το δικό της όνειρο, να πάει κάποια μέρα και εκείνη στη Νέα Υόρκη και να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της. Δεν τα κατάφερε ποτέ της η Ευθαλία να βγει φόρα παρτίδα στο τραγούδι και να γίνει πρώτο όνομα. Γελάστηκε, ο Αλέκος, της βγήκε τελικά γάτος σκαμπρόζος, τη σακάτεψε, την παραμύθιασε και μετά την έκανε. Αυτή ήταν που έμεινε πίσω, για να φυλάει τα μπόσικα.  

Η Ευθαλία είχε τρία παιδιά:  τον Νεκτάριο ή Δαντελένιο, το βλαμμένο, τον κουνιστό, με δισυπόστατο φύλο, που δεν μιλούσε ποτέ και  που σουλατσάριζε στους δρόμους της Τρούμπας, έκανε παρέα με τις πόρνες και τις τσατσάδες και ίσως κατέβαινε και στο λιμάνι. Μιαούλη; Ποσειδώνος; Κονδύλη;  Ίσως και στα Λεμονάδικα. Είχε  ένα γιο κομμουνιστή που σάπιζε στις φυλακές, τον Στελάκη, ρομαντικό επαναστάτη του ονείρου και  το πουτανοθήλυκο και τραγουδίστρια , την Αγνή. Ο άντρας της ο Αλέκος δούλευε στο Βέλγιο, στις στοές του Σαρλερουά να ξύνει κάρβουνα.

Το ΄ξερε η Ευθαλία πως και η Αγνή τραγούδαγε καλά, μα δεν ήθελε να τραβήξει τα δικά της. Πρώτα να γλυκαθεί απ΄ το τραγούδι, και μετά να τα παρατήσει όλα εξαιτίας ενός ομορφονιού. Έτσι γίνεται σχεδόν πάντα, ο μάγκας σου τάζει παλάτια στην αρχή και μόλις σε δέσει κι έρθουν τρελά σφιξίματα, την κοπανάει και πάει μετανάστης, έτσι είχε καταλάβει από τη ζωή της η Ευθαλία. Και εσύ δεν ξαναβγαίνεις στο τραγούδι, γιατί έχεις τώρα τα κουτσούβελα και μετά τα γερόντια. Κι ώσπου να λυτρωθείς απ΄ όλα αυτά, σου έχει τελειώσει και η ζωή και δεν έχει παραπέρα…  

Η Αγνή Ανδρέου, ήταν μια ταλαντούχος τραγουδίστρια, μια όμορφη πειραιώτισσα. Από τις ωραιότερες γκόμενες της Τρούμπας. Ξεκίνησε την καριέρα της από ένα υπόγειο μαγαζί, στην υπόγα του Βασίλη, ένα καμπαρέ, ένα καταγώγι, ένα μπουρδελομάγαζο της Φίλωνος της Τρούμπας, το «Black Cat». Η ανάγκη την έστειλε στο καμπαρέ. Παίζει τις ζήλιες της και τραγουδάει, έχει δικό της πρόγραμμα, δεν κάνει σιγόντο πια. Με πελάτες δεν πάει. Ο Αντώνης, ο πορτιέρης του μαγαζιού, τσιλιαδόρος και άξιος ρεπόρτερ της πιάτσας, χαιρετάει την Αγνή με το καλλιτεχνικό της όνομα: «Σοράγια».

 Η εξέλιξή της Αγνής ήταν ανοδική. Είχε πολύ καλή φωνή, φωνή με εύρος και δύναμη κι ένα ηχόχρωμα σπάνιας ομορφιάς. Είχε δυνατή σκηνική παρουσία. Η Αγνή είχε αφεθεί στη μαγεία της μουσικής και τραγουδούσε όλα τα ρεμπέτικα, τούρκικα, σμυρνέϊκα και λαϊκά. Ένιωθε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Η επαφή με τον κόσμο ήταν για αυτήν κάτι πρωτόγνωρο, που έμοιαζε με μεθυστικό κρασί. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά άρχισαν να ενδιαφέρονται για τη νεαρή τραγουδίστρια, την νεαρή  με την ουράνια φωνή. Έγινε διάσημη. Σαν νέα όμως,  θαμπώθηκε από τα φώτα της δημοσιότητας. Όταν εμφανιζόταν γινόταν το αδιαχώρητο. Όταν ανέβαινε στην πίστα γινόταν κάτι σαν σεισμός, τέτοια ενέργεια έβγαζε. Τραγουδούσε  μόνη, αλλά ήθελε να τα καταφέρει μια μέρα και να φύγει από τα κωλάδικα της Τρούμπας, να μην την καταπιεί η ανθρώπινη χαβούζα της Τρούμπας και να ανηφορίσει για τα μαγαζιά της Τερψιθέας,  στα μαγαζιά  δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού ρεμπέτικου τραγουδιού, και να συνεργαστεί με τους σημαντικότερους συνθέτες, στιχουργούς, ιδιοκτήτες δισκογραφικών εταιρειών και άλλες προσωπικότητες του καλλιτεχνικού χώρου. Ήθελε να συνεργαστεί με τον Τσιτσάνη, τον Μητσάκη, τον Παπαϊωάννου, τον Περιστέρη, τον Κηρομύτη, ονειρεύεται  να δουλέψει στην Τριάνα του χειλά, στου Τζίμη του Χονδρού, στη Λουζιτάνια, το Φαληρικό και το Κέντρο Καλαματιανού. Αυτά στα στέκια ήταν ναοί για τη δόλια την Αγνή.

Η Αγνή σηκώθηκε στο πάλκο, μπροστά από την ορχήστρα ,για να πει το «μινόρε του τεκέ», του Γιάννη Χαλικιά ,το ευαγγέλιο του τεκέ. Στο πάλκο, πάνω στις ψάθινες καρέκλες, το βιολί ,το ακορντεόν, η κιθάρα και τα δυο μπουζούκια. Πλήρης η ορχήστρα, ο ήχος γεμάτος, το ένα όργανο συμπλήρωνε το άλλο, η Αγνή είχε νότες να πατήσει τη φωνή. Σήμερα φορούσε ένα μαύρο φόρεμα και στεκόταν δωρική μπροστά από το μικρόφωνο, τέτοια τραγούδια δε σηκώνουν τσαλίμια και προστυχάτζες, σεβασμό στους μεγάλους που τα γέννησαν. Η μορφή της Νίνου είχε καρφωθεί στα μάτια της. Το μπουζούκι σολάριζε και η κιθάρα σιγόντο, τέτοιος νταλκάς που σου ξεκόλλαγε την ψυχή, μέχρι που άρχιζε το βαρύ ζεϊμπέκικο.

Όταν η Αγνή τραγουδάει λυτρώνεται. Βγαίνουν με την ανάσα της όλοι οι κόμποι που έχουν κάτσει στο λαιμό, γλιστράνε τα στριμμένα σχοινιά κι ανοίγουν και χοροπηδάνε έξω από το στόμα της. «Τρελέ τσιγγάνε για που τραβάς», «σε τούτο το παλιόσπιτο», «η καρδιά σου θα γίνει χρυσή» , «Δεν κλαίω για τώρα», «Όταν σημάνει η ώρα». Κλείνει τα μάτια και τα βλέπει όλα ένα γύρο. Ήταν πολύ καλή στο τραγούδι. Έπιανε το μικρόφωνο και του΄ δινε να καταλάβει. Παρατηρούσε τον κόσμο μες στο μαγαζί, την κοίταγε με ανοιχτό το στόμα.  Έκλεισε το πρόγραμμά της με «τα λερωμένα ,τ΄ άπλυτα », υποκλίθηκε και πήρε το διάδρομο για το καμαρίνι της. Μόνο το τραγούδι μπορούσε να την αλαφρύνει. Δεν υπάρχει καλύτερη θεραπεία από αυτό, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ολοκλήρωση από την τέχνη…

Ώσπου μια βραδιά στο μαγαζί εμφανίζεται ο Μίλτος. Ψηλός, μελαχρινός ίσαμε δυο μέτρα μπόι, με κορακί μαλλί και πράσινα μάτια και ζεστή φωνή. Δυο βδομάδες έρχεται κάθε βράδυ και την τρώει με τα μάτια. Και τι μάτια, ο άτιμος. Και στο τέλος της ζήτησε να βγούνε ραντεβού. Άντε βγάλτα πέρα τώρα Αγνή, και είσαι και άμαθη στα αγαπητηλίκια.  Σαν τον ξαναείδε και της χαμογέλασε, δεν μπόρεσε να πει το αναθεματισμένο το όχι. Μετά από πολύ παίδεμα, συμφώνησαν τελικά για ένα ραντεβού, μια απλή συνάντηση, χωρίς δεσμεύσεις και σ΄ αγαπώ μ΄ αγαπάς…

«Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή και γω το θάνατό μου, απελπίστηκα μανούλα μου να υποφέρω, κουράστηκα μες στη ζωή τον χάρο να γυρεύω…» Ευχαριστούμε Μάρκο Βαμβακάρη, άλα μόρτες!!

Καλό το Κύριε Ελέησον, μα και τα μπουζούκια μεγάλη θρησκεία αδελφέ μου…

Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται. Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε…

Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,/ρίξε μια γλυκιά πενιά,/σαν γεμίσω το κεφάλι,/γύρνα το στη ζεϊμπεκιά. (Τσέτσης)

Απλή, ποιητική λυρική και συνάμα συγκλονιστική αφήγηση. Τρυφερές λέξεις, εικόνες ολοζώντανες. Λόγος λιτός, απλός μεστός, βαθύς, βαθύρριζος, αποκαλυπτικός και ωραίος. Το κείμενο ρέει ευχάριστα. Το γράψιμό της Έφη Βατανίδου  δίνει φτερά στην ψυχή. Τραγουδάει ρεμπέτικα  γράφοντας (ή μήπως γράφει τραγουδώντας). Μικρά κείμενα, εμπειρικά, στοχαστικά .Μουσικά ακούσματα, ιστορίες μουσικές, ρεμπέτικες, παλιές και χιλιοτραγουδισμένες.

Λαμπρό, αυθεντικό ,γρήγορο, εμπνευσμένο και παράξενα όμορφο βιβλίο.

Περίοπτη θέση στο βιβλίο κατέχει η μουσική, της οποίας τόσο η σημασία όσο και οι ορίζουσές της αναπτύσσονται διεξοδικά : η σιωπή και ο ήχος, ο ψίθυρος και το τραγούδι, το μπουζούκι και η κιθάρα, το πιάνο και η μουσική ανάγνωση.  

 «το μινόρε της σιωπής » είναι ένα βιβλίο που θυμίζει κονσέρτο με μαζούρκες του Σοπέν….

Το διαβάζεις και ακούς ρεμπέτικα τραγούδια «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», «Κλαίω μυστικά κουκλάκι μου, μην το μάθει ο ντουνιάς, ότι για σένα λιώνω και πονώ μικράκι μου, έμορφο κουκλί της Κοκκινιάς», «Κουράστηκα για να σε αποκτήσω /Αρχόντισσα μου μάγισσα τρελή /Σαν θαλασσοδερμένος μες στο κύμα /Παρηγοριά ζητούσα ο δόλιος στη ζωή»…

Ένα βιβλίο που μιλάει για την πολυσχιδή φύση της μουσικής και  του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Το βιβλίο ξεχειλίζει από χειροπιαστή ευδαιμονία, όχι μόνο σε σχέση με τη γλώσσα, ή με τη δύναμη που έχει η λογοτεχνία, η τέχνη,  η μουσική και το τραγούδι γενικά να μεταμορφώνει τον κόσμο, αλλά επί πλέον σε σχέση με τη ζόρική ανθρώπινη κατάσταση, την επιθυμία να είμαστε περισσότερο άνθρωποι την ίδια στιγμή.

Ο λόγος της Έφης Βατανίδου έχει μια εγγενή μουσικότητα και μια ζηλευτή γλωσσική κομψότητα. Ο λόγος της είναι μουσική, δηλαδή το είδος εκείνο της αλληλουχίας των λέξεων που οφείλει κανείς να διαβάζει δυνατά στον εαυτό του. Η βαθιά εμπλοκή της συγγραφέως  με τη μουσική την οδηγεί αβίαστα σε δημιουργικούς συνειρμούς , σε απρόσμενους παραλληλισμούς, σε διαδρόμους της μνήμης…

Αυτοί που αισθάνονται, ονειρεύονται, νοσταλγούν, ανταμώνουν.

Το υψηλότερο σημείο στο οποίο συναντιούνται η ανθρώπινη ζωή και η Τέχνη είναι το αναγνωστικό κοινό.

Η Τέχνη (η Ποίηση, η Μουσική , το τραγούδι, οι στίχοι και η Λογοτεχνία ) μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλάζοντας ουσιαστικά την αντίληψη του αναγνώστη για τον κόσμο, διότι αν η λογοτεχνία ή η μουσική δεν λειτουργεί σαν δυναμίτης, αν δεν μας κάνει να επαναστατούμε μέσα μας, τότε δεν είναι μουσική ή λογοτεχνία…

Στόχος της Έφη Βατανίδου είναι να ξαφνιάσει τον αναγνώστη, να τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι αν μπει στον κόπο να ξύσει λίγο από κάτω, θα ανακαλύψει ότι η άχαρη ζωή του είναι γεμάτη από φαντασία, όνειρο, στίχοι, μουσική, τραγούδι και χορό…

Πρόκειται για Αριστούργημα.

Η Έφη Βατανίδου γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και ζει. Σπούδασε Νομικά και Αγγλική Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Είναι εκπαιδευτικός στη Δημόσια Εκπαίδευση. Μιλάει Αγγλικά και Γαλλικά. Είναι παντρεμένη και έχει δύο γιους. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Χαλάλι σουHelalOlsun (Novel Books-Ι.Σιδέρης 2013), Ζωή χωρίς Μπούσουλα(Novel Books-Ι.Σιδέρης 2015) και Ταξείδιον Απαράμιλλον (Εκδόσεις Αρμός, 2017).