Γρηγόρης Φεϊζατίδης: "Η λογοτεχνία – αλλά και κάθε Τέχνη – εξυψώνει τον άνθρωπο"


Εργάζεται ως χειρουργός οδοντίατρος. Παρ' όλα αυτά του αρέσει να γράφει, γιατί όπως δηλώνει και ο ίδιος είναι αλκοολογοτεχνικός. Μιλάμε για τον συγγραφέα Γρηγόρη Φεϊζατίδη που με αφορμή την έκδοση του πρώτου του βιβλίουαπό τις εκδόσεις «Βακχικόν», και συγκεκριμένα τη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Ο Θεός πίσω από την Ντουλάπα» έχουμε τη χαρά σήμερα να φιλοξενούμε στις Τέχνες.
Ας δούμε τι έχει να μας πει...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Φεϊζατίδη, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Θα έλεγα: “Με λένε Γρηγόρη και είμαι αλκοολογοτεχνικός”.

Και ελπίζω ο κύκλος να αναφωνούσε “Και ο Γρηγόρης είναι εντάξει”.

Γιατί γράφετε; Θεωρείτε ότι η συγγραφή απελευθερώνει τον εσωτερικό σας κόσμο;

Ο κόσμος μας βιώνει δύσκολες καταστάσεις και το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι τον “απελευθερωμένο” μου εσωτερικό κόσμο.

Η συγγραφή είναι ανάγκη. Υπάρχει μια εσωτερική φωνή, πολύ καταπιεστική, που απαιτεί να εκφράσει σκέψεις, ερωτήματα, ή απλά να διηγηθεί παραμύθια. Είναι η ίδια ανάγκη για έκφραση που συναντάμε σε κάθε μορφή Τέχνης. Άλλος χρησιμοποιεί ως μέσο πινέλα και λαδομπογιές, άλλος κάμερα, άλλος το χαρτί. ΄Η το laptop.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας και ποιο το αγαπημένο σας βιβλίο;

Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση. Πραγματικά δύσκολη. Είναι τόσο πολλοί οι αγαπημένοι μου λογοτέχνες, τόσο πολλά τα βιβλία που νιώθω τυχερός επειδή τα διάβασα και τόσο πολλά τα εξώφυλλα που καμαρώνω να τα βλέπω στα ράφια της βιβλιοθήκης μου…

Αν έπρεπε να διαλέξω ένα, μόνο ένα, αν κάποιος μου έβαζε το πιστόλι στον κρόταφο, τότε θα διάλεγα το “Πίστομα” του Θεοτόκη.

Δεν έχει μεγαλύτερη λογοτεχνική αξία από άλλα κείμενα, δεν έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος· είναι ένα διηγηματάκι μια σταλιά, δυο τρεις σελίδες, που ιστορεί την επιστροφή ενός παράνομου και καταζητούμενου άντρα στο σπίτι του μετά από δεκάχρονη απουσία.

Η επιλογή έχει να κάνει με τον αντίκτυπο που είχε πάνω μου. Με έκανε να αναρωτηθώ αν θα είχα το σθένος να γράψω εγώ μια τέτοια ιστορία σήμερα, το 2022. Μου δίδαξε με τον πιο απλό, άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο τη δύναμη της μικρής φόρμας, τη δύναμη των λέξεων. Μου έδειξε τι σημαίνει κατάδυση στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής αλλά και πώς μπορεί μία και μόνη λέξη να γίνει ογκόλιθος πάνω στο στήθος του αναγνώστη.


Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Η έμπνευση μπορεί να έρθει οποιαδήποτε στιγμή και να γεννηθεί από οποιοδήποτε ερέθισμα. Υπάρχουν δύο γενικότερες κατηγορίες, δύο πηγές από τις οποίες ξεπηδούν οι πρώτες ιδέες.

Η πρώτη είναι των ερωτημάτων που προϋπάρχουν και ψάχνουν να βρουν απαντήσεις μέσα από τους ήρωες, για παράδειγμα αν υπάρχει μόνο μία αντικειμενική πραγματικότητα ή γιατί άνθρωποι που παρακολουθούν τα ίδια γεγονότα τα εντάσσουν σε διαφορετικές πραγματικότητες.

Η δεύτερη είναι η κατηγορία των ερεθισμάτων που εμπνέουν, γεννούν χαρακτήρες ή ορίζουν το περιβάλλον. Για παράδειγμα, η επιστολή διαμαρτυρίας αναπληρωτή εκπαιδευτικού που διορίστηκε στις Κυκλάδες και κοιμόταν σε σκηνή επειδή αδυνατούσε να πληρώσει τα 500-600,ευρώ τον μήνα για ενοίκιο αποτέλεσε ερέθισμα για το διήγημα “Ο καταπέλτης”.

Υπήρξε κάποιο γεγονός στη ζωή σας που νιώσατε την ανάγκη να το μεταφέρετε αυτούσιο στο χαρτί;

Σε μικρότερη ηλικία, στο πανεπιστήμιο. Δοκίμασα να το κάνω και με πεζό και με ποίημα. Αλλά το μυαλό μου δεν φτάνει για ποιητικές συνθέσεις και το πεζό ήταν καταστροφή. Καλύτερα που άφησα μια για πάντα τα προσωπικά γεγονότα μακριά από το χαρτί.

Ποιος θεωρείτε ότι, τελικά, είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας; Τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;

Η λογοτεχνία – αλλά και κάθε Τέχνη – εξυψώνει τον άνθρωπο. Μας σηκώνει λίγο πιο ψηλά από την ύλη μήπως και καταφέρουμε να ρίξουμε μια ματιά σε πιο μακρινό και ανοιχτό ορίζοντα, μήπως μπορέσουμε να δούμε πέρα από την ύλη. Αυτό όμως μόνο με την προϋπόθεση ότι το επιθυμούμε. Και ο Χίτλερ ζωγράφιζε αλλά δεν νομίζω να τον βοήθησε και πολύ. Ούτε νομίζω να άλλαξαν ποτέ οι απόψεις κάποιου ναζιστή επειδή αντίκρισε την Guernica του Picasso.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας;

Ίσως κάποιος εκδότης ή κάποιος υπεύθυνος πωλήσεων από το τον χώρο του μάρκετινγκ να μπορούσε να απαντήσει εμπεριστατωμένα στην ερώτηση χρησιμοποιώντας νούμερα. Πιστεύω πως η αγάπη για το βιβλίο είναι ριζωμένη μέσα μας και δεν έχει αλλάξει κάτι σε σχέση με το παρελθόν. Διάβαζαν περισσότερο το 1920 με εκείνα τα ποσοστά αναλφαβητισμού που υπήρχαν στον ελληνικό χώρο; Το 1970; Περιορίστηκε η ανάγνωση με την έλευση του ραδιοφώνου; Αργότερα με της τηλεόρασης; Η τηλεόραση μπορεί να κινδυνεύσει από το διαδίκτυο, η λογοτεχνία όχι. Ίσως αλλάξει το μέσον, ίσως κάποτε πάψει να γοητεύει η μυρωδιά του χαρτιού και επικρατήσουν τα ηλεκτρονικά μέσα. Ίσως σε 100 χρόνια να μας εμφυτεύονται τα λογοτεχνικά έργα και ο κόσμος να παραπονιέται επειδή κινδυνεύει το e-book, ή το e-reader, ή επειδή εξαφανίζονται οι οθόνες.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Έχω πάρα μα πάρα πολλούς αγαπημένους συγγραφείς και η βιβλιοθήκη μου είναι – για να το θέσω με λογοτεχνικό όρο – ένας αχταρμάς. Από τον Ιούλιο Βερν μέχρι τον Asimov και τον λατρεμένο Dan Simmons, από την Άλκη Ζέη μέχρι τον Χειμωνά, κι από τον Τζέιμς Τζόις στον Μουρακάμι. Ίσως να ζηλεύω περισσότερο τον Παπαδιαμάντη και τον Θεοτόκη. Ζηλεύω την τόλμη τους, τον τρόπο που περιέγραφαν ανθρώπους και σχέσεις, όλα όσα έγραφαν εκατό με εκατόν πενήντα χρόνια πριν.

Ίσως κάποιος ειδικός να αναγνωρίσει επιρροές στα κείμενά μου, ίσως να μην υπάρχει καμία, ίσως να υπάρχει μια συνισταμένη όσων διάβασα και αγάπησα.


Ας μιλήσουμε τώρα για το πρώτο σας βιβλίο, που κυκλοφόρησε αρκετά πρόσφατα από τις εκδόσεις «Βακχικόν», μόλις τον Ιανουάριο του 2022, και φέρει τον τίτλο «Ο Θεός πίσω από την Ντουλάπα». Πρόκειται για μία συλλογή διηγημάτων, εννέα διηγημάτων για την ακρίβεια, που ενώ μας εισάγει κατευθείαν στον κόσμο του φανταστικού, παράλληλα μας περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ιστορίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας, που προσπαθούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της σύγχρονης σκληρής πραγματικότητας. Πείτε μας δυο λόγια γι’ αυτήν.

Οι ηρωίδες και οι ήρωες των διηγημάτων βρίσκονται ένα βήμα πριν από κάποιο σημαντικό σταυροδρόμι της ζωής τους, βιώνουν κάτι - ασήμαντο ίσως για τους πολλούς - που θα ταράξει συθέμελα τον κόσμο τους, τις απόψεις, τη ματιά, την κοσμοθεωρία τους. Έναν έρωτα, έναν θάνατο, την εμφάνιση του Θεού, την αλλοίωση, την αλλαγή της γνωστής πραγματικότητας… Και υπεύθυνη για κάθε συνταρακτικό γεγονός, για κάθε δυσκολία και κάθε τρομακτική αλλαγή που συμβαίνει, είναι μια ηρωίδα κοινή σε όλες τις ιστορίες: Η νεοελληνική πραγματικότητα.

Μιλάμε, επομένως, για ένα βιβλίο αρκετά ρεαλιστικό θα λέγαμε που όμως ξεκάθαρα δανείζεται στοιχεία του φανταστικού, για να περιγράψει επαρκώς σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, πλευρές που δε φαίνονται με γυμνό μάτι και που παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και επιδρούν καθοριστικά επάνω της ορίζοντας την πορεία της σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Ένα αξιόλογο βιβλίο που οπωσδήποτε σφραγίζει το δικό σας προσωπικό ύφος γραφής και προσθέτει το δικό του λιθαράκι στην περαιτέρω άνθιση της ελληνικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας γενικότερα. Ένα βιβλίο που προβληματίζει και προκαλεί ποικίλα συναισθήματα στον αναγνώστη του και που επάξια κερδίζει το ενδιαφέρον του από την πρώτη στιγμή της ανάγνωσης. Το ερώτημά μου είναι το εξής. Εσείς σε ποιο είδος της λογοτεχνίας θα το εντάσσατε και γιατί;

Ευχαριστώ για τα καλά λόγια. Το προσωπικό ύφος ακόμα διαμορφώνεται και όσο για το λιθαράκι… Δεν ξέρω αν είναι λιθαράκι, ή κόκκος άμμου, ή κάποιο άτομο πυριτίου από τον κόκκο άμμου.

Το βιβλίο το εντάσσω στη ρεαλιστική λογοτεχνία απλά είναι εμβολιασμένο (τώρα που είναι και χαρακτηριστικό της εποχής μας οι εμβολιασμοί…) με στοιχεία του Φανταστικού.

Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμά σας για να ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου;

Υπάρχει ένας κοινός τόπος για όλες τις ιστορίες του βιβλίου, κι αυτός είναι η βαρβαρότητα και η ασταμάτητη πίεση που δεχόμαστε από την νεοελληνική πραγματικότητα. Ωστόσο, δεν υπήρξε ένα βασικό, ένα μοναδικό ερέθισμα. Μιλήσαμε πιο πάνω για τις διαφορετικές “δεξαμενές” απ’ όπου μπορεί να αντληθεί η έμπνευση, και αντιλαμβάνεστε ότι για κάθε ένα από τα εννιά διηγήματα της συλλογής το αρχικό ερέθισμα μπορεί να έχει έρθει από διαφορετική “πηγή”.

Υπάρχει κάποια ιστορία στο βιβλίο σας, της οποίας πρωταγωνιστής υπήρξατε εσείς ο ίδιος;

Ευτυχώς, όχι.

Υπάρχουν κάποια μηνύματα που οπωσδήποτε θέλετε να περάσετε μέσα από το βιβλίο σας;

Υπήρχαν σκέψεις, ερωτήματα και διαφορετικές ματιές στην πραγματικότητα που ήθελα να μοιραστώ και τα μοιράστηκα. Αλλά κανένα μήνυμα.


Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Σε ενήλικες. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως η εφηβική περίοδος (μαζί της και η παιδική) έχουν συμπιεστεί αρκετά, έχουν μετατοπιστεί σε μικρότερες ηλικίες. Πιστεύω πως έφηβοι (αν είναι ακόμη έφηβοι…) της Β ή Γ λυκείου θα μπορούσαν άνετα να το διαβάσουν. Μικρότεροι, όχι.

Φοβάστε την κακή κριτική; Την κριτική γενικότερα;

Καθόλου, το αντίθετο μάλιστα. Ακούω/διαβάζω όλες τις κριτικές, τις αξιολογώ, τις φιλτράρω, ειδικά εκείνες που είναι λεπτομερείς. Έχω μάθει την αξία τους και έχω συνηθίσει από τις συμμετοχές μου στα λογοτεχνικά εργαστήρια της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας όπου είκοσι με εικοσιπέντε συμμετέχοντες ασκούν κριτική γράφοντας ολόκληρες σελίδες. Κάθε κριτική μπορεί να κρύβει μέσα της ένα μικρό διαμάντι, ένα εργαλείο που θα χρησιμοποιήσω στο μέλλον, κάτι που θα μου ανοίξει τα μάτια και θα με κάνει καλύτερο.

Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά για την καλύτερη και επιτυχέστερη προώθηση ενός βιβλίου;

Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία, η πρώτη επαφή που είχα με κάποιον εκδοτικό οίκο για προσωπική μου συλλογή διηγημάτων. Πριν ξεκινήσει η συνεργασία με τις Εκδόσεις Βακχικόν είχα περιέργεια αλλά και αρκετές αμφιβολίες. Πολύ γρήγορα όμως όλες αυτές οι σκέψεις εξαφανίστηκαν. Από την πρώτη στιγμή και καθ’ όλη τη διαδικασία ένιωσα πως όλα κυλούν ρολόι. Επαγγελματισμός, συνέπεια στα χρονοδιαγράμματα, αγάπη για το κείμενο, φροντίδα για την παραμικρή λεπτομέρεια. Σήμερα μπορώ να πω ναι, ο καλός εκδοτικός οίκος που αγαπάει τη λογοτεχνία έχει μεγάλη σημασία.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια κάνετε ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Όταν υπάρχει ελεύθερος χρόνος γράφω κάποια διηγήματα και ένα ιστορικό μυθιστόρημα τα οποία δουλεύω παράλληλα.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Πάντα ήθελα να πω κι εγώ δημόσια την ακόλουθη ευχή: Υγεία και παγκόσμια ειρήνη.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

“Ο Κωνσταντίνος κλαίει και η γιαγιά Ελένη τον χαϊδεύει. Η Νατάσα τρέμει ολόκληρη και κάθεται πάνω στο μπεζ ριχτάρι με τα μαδημένα κρόσσια που σκεπάζει το μπράτσο του καναπέ. Νιώθει πως κομμάτια του εαυτού της ξεκολλάνε και φεύγουν από μέσα της κάθε φορά που γελάει στη δουλειά, άλλα τόσα της φεύγουν κάθε φορά που το χεράκι του γιου της γίνεται άσπρο από τη δύναμη που βάζει για να μην αποχωριστεί την μπλούζα της, άλλα τόσα με κάθε νυχτερινές συναντήσεις προσωπικού. Αναρωτιέται πόση Νατάσα έχει απομείνει να κάθεται στον καναπέ του σαλονιού της και κάνει μια κίνηση για να σηκωθεί, αλλά η μαμά της γνέφει «κάτσε», χαϊδεύει ακόμη λίγο την πλάτη του μικρού και γνέφει ξανά «φεύγω».

Τους τελευταίους μήνες η κυρα-Λένη μιλάει λιγότερο και γνέφει περισσότερο λες και οι κινήσεις του σώματός της έχουν λιγότερο βάρος από τη λαλιά της. Ή, ίσως, να ξέρει πως ένα τρίψιμο της παλάμης πάνω στο μαύρο φόρεμα, πάνω από το παλιό έλκος που δεν λέει να κλείσει, μαστιγώνει πιο δυνατά και πονάει περισσότερο από χίλιες κατηγόριες μαζεμένες.

Σου έλεγα να τελειώσεις το λύκειο, δεν μ’ άκουσες.

Σου έλεγα να προσέχεις μαζί του, να μη σπιτωθείς από τα είκοσι, δεν μ’ άκουσες.

Σου έλεγα ότι ήταν κάθαρμα και θα σε παρατήσει.

Σου έλεγα…

Σου έλεγα.

«Μαμά…» ψιθυρίζει η Νατάσα. Οι παλάμες της στηρίζονται στον καναπέ, οι αγκώνες τεντωμένοι, οι ώμοι της ψηλά, το κεφάλι βουλιαγμένο.

«Μαμά…» ψιθυρίζει πάλι με μια πιο δυνατή ανάσα.

Η μάνα της γυρνάει, ο μικρός έχει γαντζωθεί στον αυχένα της γιαγιάς του και έχει ανοίξει τα ποδαράκια του πάνω στα στήθια της, κοιτάζει την κόρη της πάνω από το φορμάκι του με τα ζωγραφισμένα μπλε συννεφάκια.

Η Νατάσα τη βλέπει να γέρνει το κεφάλι στο πλάι και να σφίγγει τα χείλια της, να χαϊδεύει μια το μωρό, μια το στομάχι της, το χέρι της ανεβαίνει και κατεβαίνει μέχρι που σταματάει στο μέρος της καρδιάς. Χτυπάει απαλά το στήθος της μία, δύο φορές.

«Ξέρω, κούκλα μου» λέει. «Ξέρω…»”

Κύριε Φεϊζατίδη, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική.

Κυρία Πετρίδου, ευχαριστώ πάρα πολύ.


Βιογραφικό:

Ο Γρηγόρης Φεϊζατίδης γεννήθηκε στη Βέροια όπου ζει και εργάζεται ως χειρουργός οδοντίατρος. Το διήγημά του Ντάνχιλ, μωρό μου, το οποίο είχε αποσπάσει το πρώτο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, περιλαμβάνεται στην ανθολογία 2ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Μίμης Σουλιώτης της Libron Εκδοτική. Το διήγημά του 2037 και είκοσι μέρες ακόμη, που είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό Ε.Φ. «η Έκλειψη», περιλαμβάνεται στην ανθολογία Ιστορίες του Φαντάστιcon. Διηγήματά του φιλοξενούνται στην ανθολογία Ίσως #1 των Εκδόσεων Οξύ, στο e-book Πανδημία του site Nyctophilia.gr, καθώς και σε περιοδικά της Λογοτεχνίας του Φανταστικού. Είναι παντρεμένος, έχει μία κόρη και, όταν δεν ασχολείται με όμορφα χαμόγελα, προτιμάει να γοητεύεται από την

Επιστήμη, να σκαλίζει την Τέχνη, να διαβάζει, να γράφει, και να ταξιδεύει με τους φίλους του. Η συλλογή διηγημάτων Ο Θεός πίσω από την ντουλάπα είναι το πρώτο του βιβλίο.