Όθωνας Μιχαήλ: "Κάθε ιστορία έχει τον τρόπο που της ταιριάζει να ειπωθεί"


Ο Όθωνας Μιχαήλ πέρα από συγγραφέας είναι και Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ στη Μεγάλη Βρετανία. Σήμερα με αφορμή το δεύτερο λογοτεχνικό του βιβλίο, τη νουβέλα του, με τίτλο «Η Νησίδα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πηγή» φιλοξενείται στις Τέχνες σε μία άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Ας δούμε τι έχει να μας πει...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Μιχαήλ, οι περισσότεροι άνθρωποι σε Ελλάδα και εξωτερικό σας γνωρίζουν εξαιτίας της ακαδημαϊκής και επαγγελματικής σας καριέρας. Για ποιο λόγο αποφασίσατε να στρέψετε το ενδιαφέρον σας προς τη λογοτεχνία; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που σας ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση;

Η αλήθεια είναι ότι οι πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες προηγήθηκαν των ερευνητικών. Όμως, τόσο οι τέχνες όσο και οι επιστήμες, ιδανικά, επιτρέπουν σε κάποιον να σκεφτεί, να εκφραστεί και να δημιουργήσει ελεύθερα. Και αυτό είναι, νομίζω, κάτι που με έχει κρατήσει και στα δύο.

Εντοπίζετε κοινά στοιχεία ανάμεσα στο επιστημονικό και το λογοτεχνικό κείμενο; Εσείς ως επιστήμων δυσκολευτήκατε να προσαρμόσετε το ύφος της γραφής σας σε άλλες πιο ανάλαφρες δομές του λόγου, προκειμένου να γίνετε αποδεκτός στο αναγνωστικό κοινό, αυτό που βλέπει το βιβλίο ως μέσο ψυχαγωγίας και όχι ως μέσο ενημέρωσης;

Η εναλλαγή από το ένα είδος παρουσίασης στο άλλο θέλει χρόνο, αλλά τελικά συνηθίζεται, όπως, για παράδειγμα, συνηθίζει κανείς την εναλλαγή από δεξιά σε αριστερή οδήγηση – αναπόφευκτα, στην αρχή, θα μπεις κάποιες φορές στο αντίθετο ρεύμα. Η χρήση, όμως, της φαντασίας παραμένει εξίσου κομβική και στα δύο.

Εσείς προσωπικά, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στους αναγνώστες;

Με το όνομά μου; Αστειεύομαι. Ως ένας άνθρωπος που έχει την τύχη να έχει οικογένεια και φίλους και να ασχολείται με δύο πράγματα που, όταν δεν τον παιδεύουν πολύ, τα κάνει και τα δύο με την ίδια ευχαρίστηση.

Νουβέλα ή μυθιστόρημα; Προς τα πού θεωρείτε ότι κλίνετε περισσότερο και γιατί;

Νομίζω ότι κάθε ιστορία έχει τον τρόπο που της ταιριάζει να ειπωθεί. Προς το παρόν έχω εκδώσει ένα μυθιστόρημα και μία νουβέλα, άρα η ζυγαριά δεν φαίνεται ακόμα να κλίνει προς κάποια κατεύθυνση.

Θυμάστε το πρώτο σας βιβλίο; Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν το κρατήσατε στα χέρια σας για πρώτη φορά;

Αν αναφέρεστε στο πρώτο που μου αγόρασαν, ήμουν πολύ μικρός για να το θυμάμαι. Αν αναφέρεστε στα βιβλία μου που έχουν εκδοθεί, θυμάμαι ότι όταν έπιασα στα χέρια μου το τελευταίο, πρώτα θέλησα να σιγουρευτώ ότι όλα είναι όπως θα έπρεπε να είναι και φυσικά η γυναίκα μου με πείραξε γι’ αυτό.

Έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο από τα έργα σας είτε επιστημονικά είτε λογοτεχνικά;

Το κάθε ένα από εκείνα που ξεχωρίζω έχει την ιστορία του και δεν έγινε χωρίς κόπο. Πάντα θυμάμαι με ενδιαφέρον και με κάποια νοσταλγία την περίοδο που δούλευα σε κάθε ένα από αυτά. Επίσης, μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση όταν κάποιο από αυτά αποδεικνύεται να έχει μεγαλύτερη απήχηση από ό,τι θα πίστευα ποτέ ότι θα είχε.

Έχει μεταφραστεί κάποιο από τα έργα σας; Θα σας ενδιέφερε να προωθηθεί η δουλειά σας στο εξωτερικό;

Αν έρθει εκείνη η στιγμή που η λογοτεχνική δουλειά μου να θεωρηθεί ότι αξίζει να μεταφραστεί, μάλλον θα πρέπει να είμαι χαρούμενος για το αποτέλεσμά της.

Θεωρείτε πως είναι χρέος του κάθε συγγραφέα να μοιράζεται το έργο του όταν το ολοκληρώσει; Εσείς στην προκειμένη περίπτωση, γιατί πήρατε την απόφαση να εκδώσετε το τελευταίο σας βιβλίο;

Η αλήθεια είναι ότι αν δεν μοιραζόμασταν τη γνώση και την τέχνη, τότε θα είχαμε χάσει πολλά, μιας και συχνά ο δημιουργός αδυνατεί να προβλέψει τη σημαντικότητα ή μη της δημιουργίας του. Βέβαια, ο δημιουργός διατηρεί το δικαίωμα να θέτει ή όχι σε δημόσια θέα το δημιούργημά του. Αν και καμιά φορά το χάνει, όπως ο Κάφκα, αν τύχει να φύγει πρώτα από τη ζωή. Τότε φαίνεται να επικρατεί το δικαίωμα της κοινωνίας να αποκτήσει πρόσβαση στα έργα του.


Ας αναφερθούμε περισσότερο σ’ αυτό. Πρόκειται, λοιπόν, για μία νουβέλα, που φέρει τον τίτλο «Η Νησίδα» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πηγή». Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό της. Τι θα διαβάσει ο αναγνώστης πιάνοντας το βιβλίο αυτό στα χέρια του;

Ελπίζω ότι θα μπορέσει νοητά να τοποθετήσει τον εαυτό του στη φουρτουνιασμένη θάλασσα - εκεί που σε μία χρονιά χάθηκαν τόσοι άνθρωποι όσος ο πληθυσμός μιας πόλης, να βιώσει πώς θα ήταν αυτό και να αναρωτηθεί τι θα έπραττε σε μία τέτοια κατάσταση. Θα ακολουθήσει τον Σίμωνα, τον βασικό ήρωα, σε μία τέτοια διαδρομή, θα παλέψει ελπίζω μαζί του με τα κύματα, και ίσως νιώσει την αγωνία του Σίμωνα να δώσει ένα νόημα στη ζωή μέσα από τις δυσκολίες που του έφερε η δική του ζωή καθώς και μέσα από το δράμα της ζωής των άλλων - που ο πόλεμος και η απληστία ορισμένων ανθρώπων τους έριξαν τελικά στη θάλασσα. Αυτές τις φουρτουνιασμένες θάλασσες -που σε όλους μας εν δυνάμει φέρνει κάποια στιγμή ο απρόβλεπτος αέρας της ζωής- είναι που θέλησα να τις κάνω να συναντηθούν στα ανοιχτά μιας όμορφης, καταπράσινης, ακατοίκητης νησίδας που λάμπει σαν διαμάντι κάτω από το φως του ήλιου που μεσουρανεί, σαν την άπιαστη ελπίδα αυτών που μοιραία η θάλασσα θα τους ξεβράσει νεκρούς στο σκοτεινό ακρογιάλι της τη νύχτα.

Μιλάμε επομένως για μία αγωνιώδης προσπάθεια του κεντρικού ήρωα να προσφέρει τη βοήθειά του σε έναν ξένο άνθρωπο, αδιαφορώντας για το ποιος μπορεί να είναι αυτός, παλεύοντας με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα του Αιγαίου. Θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τη ζωή του, δίνει περισσότερη έμφαση στην ανθρωπιά που κρύβει μέσα του, στο αίσθημα της πραγματικής αλληλεγγύης και στην πεποίθησή του πως η αξία της ανθρώπινης ύπαρξης είναι μεγάλη, γι’ αυτό και πρέπει να εκτιμάται σωστά. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το μήνυμα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη;

Αυτά που αναφέρατε όντως τα κάνει ο κεντρικός ήρωας. Όμως, ταυτόχρονα, ο Σίμωνας δεν είναι ο άνθρωπος που θα περίμενε κανείς να βρίσκεται εκεί και να ενεργεί με αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι διασώστης, δεν ήταν φανερά ανθρωπιστής, ούτε έδινε ποτέ ιδιαίτερη σημασία στα σχετικά γεγονότα όταν αυτά τύχαινε να πέσουν στην αντίληψή του, π.χ., μέσω της τηλεόρασης. Όμως, η τραγική ιστορία της δικής του ζωής τον οδήγησε εκεί. Το κυρίως μήνυμα, κατά τη γνώμη μου, και η βασική οπτική αυτής της ιστορίας είναι η προσπάθεια να τοποθετήσει εν δυνάμει τον κάθε ένα από εμάς πλησιέστερα στα τραγικά αυτά γεγονότα. Γιατί τότε ο καθένας από εμάς παύει να μπορεί να ερμηνεύσει χωρίς κόστος τα γεγονότα βάσει πολιτικών και άλλων αντιλήψεων. Αν ποτέ έρθει εκείνη η στιγμή, κάθε επιλογή έχει το κόστος της: ή θα παλέψει κανείς στην φουρτουνιασμένη θάλασσα για αγνώστους με κίνδυνο της ζωής του ή θα φύγει γνωρίζοντας όμως ότι εκείνοι οι άνθρωποι παλεύουν για τη δική τους. Μια σημείωση: Το βιβλίο δεν αναφέρει πουθενά το πού εκτυλίσσονται τα γεγονότα.

Ποια ήταν η πηγή της έμπνευσής σας για να ξεκινήσετε να γράφετε το βιβλίο σας αυτό;

Περισσότερα από δέκα χρόνια πριν είχα αποφασίσει ότι ήθελα να ασχοληθώ με το θέμα της μετανάστευσης γενικότερα και είχα μάλιστα ξεκινήσει άλλο βιβλίο τότε, το οποίο, όμως, ποτέ δεν προχώρησε ιδιαίτερα. Έχει ίσως ενδιαφέρον ότι και σε εκείνο ο κεντρικός ήρωας ήταν αρχικά όχι μόνο αποστασιοποιημένος, αλλά επιπλέον αρκετά εχθρικός στην έννοια της μετανάστευσης, όταν αυτή αφορά άλλους, ξένους. Φυσικά, αυτή είναι μία αντίληψη που κανείς μπορεί να έχει μόνο για τους άλλους και κυρίως εκ του ασφαλούς. Η ερώτησή σας με έκανε να θυμηθώ ότι και πριν τόσα χρόνια σκόπευα να προσεγγίσω το θέμα με όχι και τόσο διαφορετική οπτική. Το συμπέρασμα ίσως είναι να μην πετάει κανείς ιδέες που κάποτε του φάνηκαν ενδιαφέρουσες, γιατί μπορεί να έρθει κάποια στιγμή που θα βρει τον τρόπο ή τον χρόνο να τις υλοποιήσει.

Λιτή γραφή, άμεση, μεστή και αρκετά συμπυκνωμένη. Είναι τελικά αυτό το κλειδί για να κερδίσετε το ενδιαφέρον του αναγνώστη;

Είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως μεταδίδεται καλύτερα ό,τι μεταδίδεται με τον απλούστερο δυνατό τρόπο. Υπάρχει, αλήθεια, κάποιος που να γνωρίζει τι μπορεί να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη; Νομίζω ότι κανείς καλό είναι να δημιουργεί ό,τι ικανοποιεί πρώτα το δικό του ενδιαφέρον ή ανάγκη. Αν το κάνει αυτό με ειλικρίνεια, τότε ο αναγνώστης θα το διαισθανθεί και θα το αναγνωρίσει. Οι αναγνώστες έχουν ένα μοναδικό ταλέντο να διαισθάνονται τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από ένα έργο.

Θα εντοπίσει ο αναγνώστης στον ήρωά σας στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Αν ήταν εντελώς απαλλαγμένο, τότε θα ήταν μάλλον βιογραφία ή ιστορικό κείμενο. Δεν είναι εγώ, αλλά σίγουρα έχει κάτι κι από εμένα.

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Θα έλεγα ίσως από την όψιμη εφηβική ηλικία και πάνω. Γενικά, είμαι της άποψης ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να έρχεται σε επαφή με κάτι όταν αυτό αντιστοιχεί στο επίπεδο ωριμότητάς του και όχι νωρίτερα. Όχι από την άποψη του αν θα το εκτιμήσει αλλά κυρίως για να μη βρεθεί μπροστά σε έννοιες και καταστάσεις που δεν μπορεί να ερμηνεύσει όπως θα έπρεπε.


Δεύτερο βιβλίο, λοιπόν, από τις εκδόσεις «Πηγή». Να φανταστώ πως είστε ευχαριστημένος από το εκδοτικό σας σπίτι; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά στην καλύτερη και επιτυχέστερη προώθηση ενός βιβλίου;

There is no place like home.

Πού μπορεί κάποιος να βρει το βιβλίο σας;

Στα βιβλιοπωλεία; Αστειεύομαι. Από την ιστοσελίδα του εκδότη, στις μεγάλες αλυσίδες, που οι περισσότερες έχουν αντίτυπα σε καταστήματά τους και το διαθέτουν και για ηλεκτρονική παραγγελία, καθώς και από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, που σε περίπτωση που δεν έχει αντίτυπο μπορεί εύκολα να το παραγγείλει.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Δημοκρατία με όριο στον ατομικό πλούτο – υπάρχει και επιστημονική έρευνα που έδειξε ότι υπάρχει άνω όριο στην υλική ευτυχία. Θα έκανε τον κόσμο καλύτερο. Και άλλη μία, ίσως λιγότερο εφικτή, να θυμόμασταν όλοι οι ενήλικες λίγο καλύτερα πώς συμπεριφερόμασταν και ποια ήταν τα κίνητρά μας όταν ήμασταν παιδιά. Και πώς τα βρίσκαμε παρά τις διαφωνίες μας. Ίσως τότε θα σταματούσαν και οι πόλεμοι… Μέρος της ευχής να σταματήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία και να μην εξελιχθεί σε οτιδήποτε χειρότερο.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

«Είσαι αδερφός μου», είπε στον νεκρό και ένιωσε σαν να μπόρεσε, επιτέλους, να ευχαριστήσει και εκείνον εκεί τον νέο.

«Είσαι μαζί μου σε αυτή τη βάρκα και μου κρατάς συντροφιά. Αλλιώς, θα ήμουν μόνος μου και μπορεί να με είχε καταβάλει ο φόβος τώρα και να μην είχα το κουράγιο να ξαναβγώ εκεί έξω. Τώρα, όμως, θα ξαναβγώ και μαζί θα τα καταφέρουμε. Και ύστερα, εγώ θα επιστρέψω στην Κατερίνα μου να φτιάξω τη ζωή μας και εσύ θα ξεκουραστείς. Και όταν περάσουν τα χρόνια και έρθει η ώρα να ξεκουραστώ και εγώ σε κάποιο κομμάτι γης, ποιος ξέρει, μπορεί, την άλλη φορά που θα συναντηθούμε, να είμαστε φίλοι και να καθόμαστε μαζί και να γελάμε κάτω από έναν ίσκιο μπροστά στη θάλασσα. Αφού στη θάλασσα τα έφερε να πρωτοσυναντηθούμε, ίσως πάλι στη θάλασσα να είμαστε. Αλλά, θα είναι ήρεμη και γλυκιά και θα λάμπει κάτω από τον ήλιο. Κι εμείς, θα γελάμε, αδερφέ μου…»

Κύριε Μιχαήλ, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική, επαγγελματική και συγγραφική.

Κι εγώ σας ευχαριστώ και ανταποδίδω τις ευγενικές ευχές σας.


Βιογραφικό:

Ο Όθωνας Μιχαήλ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984. Μετά τις σπουδές του και το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Πατρών, εργάστηκε ως ερευνητής στο ΙΤΥΕ «Διόφαντος» ενώ δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Από το 2016 διδάσκει στο Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ στη Μεγάλη Βρετανία, όπου τώρα είναι Αναπληρωτής Καθηγητής. Ερευνά θέματα της επιστήμης των υπολογιστών και έχει δημοσιεύσει δεκάδες ερευνητικές εργασίες καθώς και ένα επιστημονικό βιβλίο. Λογοτεχνικά, το μυθιστόρημά του «Το Λιμάνι Αργούσε να Φανεί» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πηγή (2019) ενώ «Η Νησίδα» τιμήθηκε με έπαινο στον 39ο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ζει με την οικογένειά του στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ελλάδα.