Κατερίνα Καραδήμα: "Όχι μόνο ακούγονται, αλλά γράφονται και σήμερα πολύ αξιόλογα ρεμπέτικα τραγούδια από νέους δημιουργούς"

Σήμερα στις Τέχνες φιλοξενούμε την αρχιτέκτονα - μουσικό Κατερίνα Καραδήμα. Μία γλυκιά φωνή και ένα εξαιρετικό ταλέντο στη σύνθεση και τη στιχουργική. Αφορμή στάθηκε φυσικά το βιβλίο - cd της με τίτλο «Με σημαία Παναμά», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Φίλντισι».
Πάμε να τη γνωρίσουμε καλύτερα...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Καραδήμα, για ποιο λόγο αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μουσική; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που καθόρισε την καλλιτεχνική σας πορεία;

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω γι' αυτή μας τη συνάντηση και να σας καλωσορίσω στο μουσικό μας ταξίδι ‘Με σημαία Παναμά’!!!

Από μικρό παιδί άκουγα τον πατέρα μου να παίζει καντάδες στην κιθάρα και χωρίς να ξέρω το γιατί, ένιωσα την ανάγκη στα χρόνια της εφηβείας μου να μάθω να παίζω κι εγώ. Όμως η καθοριστική και μαγική στιγμή ήταν όταν βρέθηκα σε παρέα και άκουσα ζωντανά μπουζούκι σε ρεμπέτικα τραγούδια. Από τότε ερωτεύτηκα το μπουζούκι και το ρεμπέτικο. Το επόμενο βασικό και καθοριστικό ερέθισμα ήρθε όταν με παρότρυναν να μελοποιήσω στίχους και από τότε ξεκίνησε ένα άλλο ξεχωριστό μουσικό ταξίδι για μένα.

Από τα μαθητικά σας χρόνια εκδηλώνοντας την αγάπη για τη μουσική και συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση των λαϊκών αυτοδίδακτων μουσικών της οικογένειάς σας, αρχίσατε να ασχολείστε με το ρεμπέτικο τραγούδι και να το υπηρετείτε με πάθος. Παρά τις αξιόλογες σπουδές σας στην αρχιτεκτονική και την επαγγελματική σας ενασχόληση με αυτή, τη μουσική και το τραγούδι δεν το αφήσατε. Πλέον, ασχολείστε περιστασιακά επαγγελματικά με τη μουσική, παίζοντας και τραγουδώντας σε μικρά μουσικά στέκια, αλλά όχι μόνο αυτό. Γράφετε στίχους κι επίσης μελοποιείτε. Πώς προέκυψε η δημιουργία στη ζωή σας;

Το καλοκαίρι του 2013, στα χρόνια της μνημονιακής κρίσης, μιας πολύ δύσκολης εποχής για μένα όπως και για πολλούς Έλληνες που είδα το επάγγελμά μου να διαλύεται και όλες μου τις προσπάθειες να καταρρέουν, είχα την τύχη σε ένα ταξίδι μουσικής “διαφυγής” από όλη αυτήν την ασφυκτική κατάσταση να βρεθώ σε μια παρέα νέων φίλων, υπέροχων ανθρώπων, που μέσα σε ένα πολύ όμορφο κλίμα που είχε διαμορφωθεί -παράλληλα δημιουργούσαν και τραγούδια. Εκεί, ο πολύ καλός φίλος και μελλοντικά συνεργάτης Χρήστος Κανελλόπουλος με παρότρυνε και με ενθάρρυνε να μελοποιήσω στίχους του, που και αυτός τότε πειραματικά ξεκινούσε να γράφει, όπως και τον αγαπημένο φίλο και μουσικό Χρήστο Γαλάνη. Θεωρούσα ακατόρθωτο κάτι τέτοιο από μένα μετά από όλες τις αριστουργηματικές συνθέσεις των μεγάλων δασκάλων του ρεμπέτικου που είχα μελετήσει παίζοντας τζουρά και ξεκίνησα εντελώς πειραματικά.. Τελικά μετά από τις πρώτες θετικές αποκρίσεις για τις πρώτες μελωδίες, συνέχισα και όλον τον χειμώνα γράψαμε πολλά τραγούδια και σε δικούς του στίχους αλλά και δικούς μου που το επόμενο καλοκαίρι τα παίξαμε ζωντανά σε ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι χωρίς να λέμε ότι είναι δικά μας...Το χειροκρότημα από τον κόσμο και η ερώτηση ποιου (ρεμπέτη συνθέτη) είναι το τραγούδι, ήταν η απόλυτη επιβράβευση... Και σιγά σιγά γράφτηκαν πολλά τραγούδια που το καθένα ήταν μια καινούρια χαρά αλλά κι ένα σχολείο για μένα όσον αφορά και τη στιχουργική αλλά και τη σύνθεση.

Είναι εύκολο να γράφει κανείς στίχους; Εσείς δυσκολευτήκατε στην προσπάθειά σας αυτή;

Όχι, δεν θεωρώ ότι είναι εύκολο και όσον αφορά το λαϊκό τραγούδι, επαφίεται στο ταλέντο, στο μεράκι, στην φαντασία, στην έμπνευση δηλαδή στο πρωταρχικό συναίσθημα που πρέπει να είναι πηγαίο και ειλικρινές και που αποτελεί την “μαγιά” του λόγου. Επίσης όμως κάποιος θα πρέπει να έχει μελετήσει τους “άγραφους” κανόνες που κατά τη γνώμη μου διέπουν το λαϊκό τραγούδι, από το παραδοσιακό έως το ρεμπέτικο κλπ., φυσικά να έχει αντιληφθεί και αγαπήσει τα στοιχεία που το χαρακτηρίζουν και να δουλέψει πάνω σ΄αυτό “χτενίζοντας” όπως λέμε κάθε λέξη και έκφραση που θα χρησιμοποιήσει και κάθε μία παίζει το ρόλο της. Όσον αφορά τη δική μου προσπάθεια και εμπειρία, μπορώ να πω ότι έχοντας στην καρδιά μου το “εναρκτήριο” συναίσθημα, εικόνα - αιτία για το κάθε τραγούδι, με έναν μαγικό τρόπο αυτό γονιμοποιούσε τη σκέψη μου και ξεπηδούσαν οι στίχοι χωρίς να σημαίνει ότι δεν ήταν μια “βασανιστική” διαδικασία. Όμως γενικά δεν γράφω εύκολα, περισσότερο μελοποιώ στίχους μέχρι στιγμής τουλάχιστον.

Τι το διαφορετικό μπορεί να κρύβει ο στίχος ενός ρεμπέτικου τραγουδιού από έναν στίχο ενός τραγουδιού πιο λαϊκού ή ακόμα και ποπ;

Υπάρχει κατ΄αρχήν μια σύγχυση για το πως ορίζουμε ένα ρεμπέτικο ή ένα λαϊκό τραγούδι και οι απόψεις διίστανται. Μιλώντας προσωπικά, θα έλεγα ότι ο διαχωρισμός είναι τεχνητός, το ρεμπέτικο - συνέχεια του παραδοσιακού τραγουδιού της υπαίθρου στις πόλεις -είναι η καρδιά, ο “ανθός” του λαϊκού μας τραγουδιού, είναι κομμάτι του, το πιο γνήσιο και όμορφο. Αυτό που πιστεύω ότι χαρακτηρίζει το στίχο του περισσότερο είναι ο κώδικας αξιών και αισθητικής που αποκαλύπτει, ο τρόπος που αντιμετωπίζει τη γυναίκα, τον έρωτα, η ευαίσθητη ματιά απέναντι σε κάθε έκφανση της ζωής αλλά και του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία, τα προβλήματα και τα χαρακτηριστικά της. Και όλα αυτά μέσα από την ποίηση του ρεαλισμού, με αμεσότητα, με δύναμη, με εικόνες χωρίς ψεύτικα και περιττά στολίδια της γλώσσας και με τον “ήρωα” του τραγουδιού σχεδόν πάντα να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, να πάσχει ο ίδιος, να μην είναι παρατηρητής απ' έξω. Στην ποπ μουσική πιστεύω ότι και η θεματολογία και η ματιά απέναντι στη ζωή είναι πολύ επιφανειακή όπως και τα συναισθήματα.

Θα σας ενδιέφερε να εξελίξετε το ταλέντο σας δοκιμάζοντας τις δυνάμεις σας σε κάτι πιο σύνθετο, ένα ποίημα για παράδειγμα κι ας μην είναι σε έμμετρο στίχο;

Επειδή λειτουργώ εντελώς συναισθηματικά, αν αυτό που θα ήθελα να εκφράσω, μου αποκαλυπτόταν με τέτοιο τρόπο, ναι θα έγραφα, έχω γράψει κάποια “πεζά” δεν ξέρω αν θα μπορούσα να τα πω ποιήματα, που δεν είναι σε έμμετρο στίχο αλλά μόνο για την προσωπική μου έκφραση από τα χρόνια της εφηβείας ακόμα. Αν και όπως προείπα η ποίηση των τραγουδιών κατά τη γνώμη μου είναι πολύ απαιτητική και πιο περιοριστική από ένα ποίημα, γιατί για να μπορεί να τραγουδηθεί ένα τραγούδι πρέπει να έχει πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ο στίχος.


Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στην μέχρι τώρα καλλιτεχνική σας πορεία, θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μας μερικές από τις πιο σημαντικές σας στιγμές.

Πολύ σημαντική αρχικά ήταν η στιγμή των ζωντανών παρουσιάσεων των τραγουδιών όπου η άμεση επαφή με τον κόσμο στο άκουσμά τους με έκαναν να νιώσω ότι τους άγγιζαν ,όταν έβλεπα να τα χορεύουν, να τα τραγουδάνε μαζί μας είτε στα φεστιβάλ, είτε στα ταβερνάκια όπου τα παίζαμε, πράγμα που έδειχνε ότι θα μπορούσαν να “σταθούν” στο πάλκο κι αυτό αποδεικνύει κατά τη γνώμη μου ότι ένα λαϊκό τραγούδι είναι αληθινό. Επίσης όταν πρωτοπαίχθηκαν στο ραδιόφωνο αλλά και όταν άκουσα τα δύο τραγούδια του δίσκου τραγουδισμένα από τον κ. Μπάμπη Τσέρτο και τον κ. Δημήτρη Κοντογιάννη, ήταν απερίγραπτη η συγκίνηση και η χαρά μου, γιατί αφενός το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό και αφετέρου μια μεγάλη επιβράβευση της προσπάθειας και αυτής της δουλειάς. Κι ακόμα όταν μου πρότεινε να μελοποιήσω στίχους του ο κ. Μαρίνος Ρούσσος, ένας πολυγραφότατος γνήσιος λαϊκός στιχουργός με πολύ όμορφους στίχους και τραγούδια στο έργο του αλλά και άλλοι αξιόλογοι δημιουργοί ερασιτέχνες και μη τους οποίους δεν γνώριζα.

Ποιους ρεμπέτες τραγουδιστές θαυμάζετε περισσότερο; Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σας ρεμπέτικο τραγούδι;

Ποιον απ΄όλους να πρωτοδιαλέξεις, εκπληκτικοί τραγουδιστές ο καθένας με πολύ ιδιαίτερες φωνητικές δυνατότητες αλλά κυρίως ο τρόπος της ερμηνείας τους τους κάνει υπόδειγμα και δασκάλους στο πως πρέπει να τραγουδάμε κατά τη γνώμη μου. Από τους άντρες ο Αντώνης Νταλγκάς, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Σταύρος Τζουανάκος, από τις γυναίκες η Σωτηρία Μπέλλου ,η Στέλλα Χασκίλ, η Ρόζα Εσκενάζυ αν και είναι δύσκολο να διαλέξεις όπως προείπα. Ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια είναι το ‘’Καρδιά μου πάψε να πονάς” του Μανώλη Χιώτη.

Θεωρείτε ότι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα ο Έλληνας ακροατής ακούει ακόμα ρεμπέτικη μουσική;

Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα συμβαίνει ένα θαύμα μέσω της τεχνολογίας και του ίντερνετ που δεν συνέβαινε στη δική μου γενιά και στις προηγούμενες. Όχι μόνο τραγουδιέται το ρεμπέτικο τραγούδι και ζωντανά, σε πλήθος από μικρά και μεγάλα μουσικά στέκια, αλλά χάρη στο υλικό που πλέον βρίσκει κανείς πολύ εύκολα στο διαδίκτυο, από τα νέα παιδιά υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον στο να το μελετήσουν και να αναδείξουν ξεχασμένους μουσικούς θησαυρούς παίζοντας πολύ δεξιοτεχνικά αλλά και με τον ήχο στα όργανα που χαρακτήριζε τους δίσκους γραμμοφώνου. Αυτό δείχνει ότι το ανοιχτό “Ρεμπέτικο Πανεπιστήμιο” όπως γράφω και στο βιβλίο δεν παύει να λειτουργεί και να εξακοντίζει στο μέλλον τις αξίες και την αισθητική του ρεμπέτικου που έχει μια τεράστια δύναμη και ασκεί έλξη όχι μόνο στους Έλληνες αλλά σε φίλους της μουσικής σε όλον τον κόσμο. Επίσης θα πρέπει να ξέρει ο κόσμος ότι όχι μόνο ακούγονται αλλά γράφονται και σήμερα πολύ αξιόλογα ρεμπέτικα τραγούδια από νέους δημιουργούς αποδεικνύοντας ότι το πραγματικό λαϊκό μας τραγούδι είναι ζωντανό, δεν είναι μουσειακό είδος και ότι συνεχώς παράγεται πολιτισμός σε αυτή τη χώρα, μέσω της λαϊκής μας μουσικής. Προσωπικά με λυπεί το γεγονός ότι αυτό το έργο παραμένει στην αφάνεια και δεν φτάνει στο ευρύ κοινό ενώ άλλα είδη μουσικής και πολλές φορές ευτελή κατασκευάσματα προβάλλονται κατά κόρον από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο κλπ.

Οι δυσκολίες που βιώσαμε και εξακολουθούμε να βιώνουμε όλοι μας τελευταία με την εξάπλωση της πανδημίας και το κλείσιμο των μαγαζιών σας έχουν επηρεάσει εσάς προσωπικά ως μουσικό και δημιουργό;

Ναι, πάρα πολύ, κατ΄αρχήν κυρίως ως μουσικό λόγω της απομόνωσης που υποστήκαμε γιατί η μεγάλη χαρά είναι το να μπορείς να μοιράζεσαι τη μουσική και το τραγούδι με τον κόσμο και όλη αυτή την μυσταγωγία που πραγματοποιείται.

Επίσης λίγο πριν την πανδημία είχα ξεκινήσει κάποιες νέες ενδιαφέρουσες δράσεις και συνεργασίες που διακόπηκαν βίαια. Βέβαια σαν άνθρωπο και σαν πολίτη με επηρέασε πολύ περισσότερο γιατί έβλεπα γύρω μου να γίνονται πράγματα εντελώς λάθος, άδικα και αδικαιολόγητα. Από την άλλη όμως ευτυχώς κατάφερα να ολοκληρώσω τον δίσκο που ήταν μια προσπάθεια πολλών ετών.


Το χειμώνα του 2021 κυκλοφορήσατε από τις εκδόσεις «Φίλντισι» το βιβλίο-cd με τίτλο «Με σημαία Παναμά». Για ποιο λόγο το κυκλοφορήσατε σε βιβλίο-cd και όχι απλά σε cd;

Μέσα από το βιβλίο μπόρεσα να μοιραστώ με τον κόσμο περισσότερα πράγματα, σκέψεις, στιγμές από όλη μου αυτήν την εμπειρία και το δημιουργικό μουσικό μονοπάτι που είχα την τύχη να ακολουθήσω που δεν θα ήταν εφικτό μόνο μέσα από τα τραγούδια του CD. Eπίσης επειδή είναι η πρώτη μου δουλειά θεώρησα ότι ήταν ένας πιο πλήρης τρόπος για να συστηθώ στον κόσμο.

Πείτε μας τι περιέχει περιληπτικά το έργο σας αυτό;

Κατ΄αρχήν στο δίσκο περιέχονται οκτώ τραγούδια και ένα ορχηστρικό κομμάτι στα οποία έχω γράψει σε όλα τη μουσική, τους στίχους (εκτός από δύο)και ερμηνεύω τα περισσότερα από αυτά. Η επιλογή έγινε με γνώμονα ότι ήθελα να δώσω το προσωπικό μου στίγμα ως δημιουργός, όχι μόνο όσον αφορά τη μουσική αλλά και το στίχο και την ερμηνεία. Τα δύο που συμπεριέλαβα για αντρικές φωνές είναι ένα διαλογικό σε στίχους του Μαρίνου Ρούσσου ερμηνεύουν ο Δημήτρης Κοντογιάννης και ο Μπάμπης Τσέρτος και το δεύτερο σε στίχους του Χρήστου Κανελλόπουλου ερμηνεύει ο Μπάμπης Τσέρτος επίσης. Επίσης συμμετέχουν τραγουδώντας μαζί μου ο Χρήστος Γαλάνης και ο Φώντας Πούλος.

'Οσον αφορά το βιβλίο είναι ένα σύντομο οδοιπορικό αυτού του δημιουργικού ταξιδιού, περιγράφει τη βιωματική μου σχέση με την ελληνική λαϊκή - ρεμπέτικη μουσική, τι πιστεύω, τι έχω νιώσει για το τι σημαίνει γνήσιο λαϊκό τραγούδι από τότε που πρωτοάρχισα την ενασχόλησή μου με αυτό και όλη τη διαδρομή από την δημιουργία των πρώτων τραγουδιών μέχρι την ώρα των ηχογραφήσεων και της έκδοσής τους σε δίσκο. Επίσης περιέχει τους στίχους των τραγουδιών του δίσκου, κάποιους άλλους στίχους ανέκδοτων αμελοποίητων ακόμα τραγουδιών μου, κάποια πεζά που γράφτηκαν την ίδια περίοδο αλλά και φωτογραφικό υλικό από τις παρουσιάσεις και ηχογραφήσεις των τραγουδιών με όλους τους συντελεστές αυτής της δουλειάς.

Ο τίτλος του έργου σας είναι δανεισμένος από το ομότιτλο τραγούδι που συμπεριλαμβάνεται στο cd. Γιατί επιλέξατε αυτόν συγκεκριμένα κι όχι έναν τίτλο από κάποιο άλλο σας τραγούδι;

Το ομότιτλο τραγούδι είναι για μένα το τραγούδι της φυγής ,του ταξιδιού με τη φαντασία μας, σε όλα τα μέρη που ονειρευτήκαμε να πάμε, μακριά από την εξουθενωτική και άδικη πολλές φορές πραγματικότητα, σε ένα ονειρικό σκηνικό ελευθερίας, έρωτα και ομορφιάς. Ο τίτλος ‘Με σημαία Παναμά”, -της ναυτικής ορολογίας μεν αλλά και της “αργκό” - που σημαίνει μεταφορικά ότι ζούμε και ταξιδεύουμε ελεύθερα όπως το ονειρευτήκαμε, χωρίς δεσμεύσεις, οφειλές και “φόρους”, εξέφρασε την πραγματική μου διάθεση μετά από όλον αυτό τον περιορισμό που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια και αυτός ήταν και ο λόγος που τον επέλεξα ως τίτλο του βιβλίου.

Πώς προέκυψε αυτή η ομολογουμένως πολύ όμορφη μουσική συνεύρεση με τον Μπάμπη Τσέρτο και τον Δημήτρη Κοντογιάννη;

Τον κ. Μπάμπη Τσέρτο όπως και τον Κ. Κοντογιάννη τους ήξερα ως ακροάτρια και και θαύμαζα την ερμηνευτική τους δύναμη, τον τρόπο που απέδιδαν τα τραγούδια που ερμήνευαν αλλά και το πως διαφύλαξαν τον ελληνικό τρόπο τραγουδίσματος και το καλλιτεχνικό τους ήθος στην μεγάλη τους πορεία παρόλο που οι εποχές έφεραν εντελώς άλλη αισθητική στο τραγούδι. Έχουν γνήσιο λαϊκό χρώμα στη φωνή τους ο καθένας ξεχωριστό, πράγμα που θεωρώ ότι στις μέρες μας τείνει να χαθεί. Όταν λοιπόν σκεφτόμουν ποιος θα μπορούσε να ερμηνεύσει τα τραγούδια που απαιτούσαν αντρική φωνή, το “Πανάθεμα την ομορφιά σου” και το “Κρύβε λόγια’, σκέφτηκα αρχικά τον κ. Τσέρτο γιατί θεώρησα ότι ταίριαζε η φωνή του κατ΄αρχήν πάρα πολύ αλλά ήθελα να δω και αν ένας τόσο σπουδαίος καλλιτέχνης θα θεωρούσε ότι τα τραγούδια μου θα άξιζαν να τα τραγουδήσει. Όταν λοιπόν μέσω του κοινού μας φίλου κ. Ηλία Βολιότη Καπετανάκη γνωριστήκαμε, άκουσε τα τραγούδια και δέχτηκε τη συνεργασία, η χαρά μου ήταν απίστευτη! Κατόπιν δε ο ίδιος μου πρότεινε και τον κ. Κοντογιάννη να τραγουδήσουν μαζί στο διαλογικό “Κρύβε λόγια” και όταν ολοκληρώθηκε και το άκουσα ,ένιωσα απίστευτη συγκίνηση. Γι' αυτό και νιώθω ευγνώμων απέναντι και στους δυο τους και τους ευχαριστώ για άλλη μια φορά για την τιμή και την υποστήριξη της δουλειάς μιας νέας δημιουργού.

Εκτός από τους μελοποιημένους στίχους σας ο αναγνώστης – ακροατής θα διαβάσει και κάποιους άλλους ανέκδοτους στίχους που φιλοξενείτε επίσης στο βιβλίο σας αυτό. Μάλιστα, ο ένας εξ αυτών είναι ήδη μελοποιημένος, παρότι δεν έχει επίσημα ηχογραφηθεί. Να περιμένουμε λοιπόν σύντομα στο μέλλον μια νέα σας μουσική δουλειά σε μορφή βιβλίου-cd, όπως αυτή εδώ ή και σκέτου cd;

Το θέλω πάρα πολύ και θα το ξεκινήσω όσο το δυνατόν συντομότερα ,γιατί ναι, υπάρχουν πολλά τραγούδια έτοιμα που “περιμένουν” τη σειρά τους για να ηχογραφηθούν και να ταξιδέψουν στον κόσμο, κάποια που ήδη έχουν παρουσιαστεί στην παράσταση “Πρώτο Μπάρκο” σε στίχους του Χρ. Κανελλόπουλου, αλλά και άλλα νέα από νέες συνεργασίες.


Στο βιβλίο σας νιώσατε την ανάγκη να ευχαριστήσετε όλους τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαστήκατε για να βγει αυτό το όμορφο ομολογουμένως αποτέλεσμα. Τελικά, η δημιουργία είναι ατομική ή συλλογική υπόθεση; Τι πιστεύετε;

Μπορεί η αρχική δημιουργία ,η μουσική σύνθεση ή οι στίχοι, να είναι “το θυμίαμα μίας ψυχής που φλέγεται” αλλά ειδικά στη μουσική και στο τραγούδι, είναι σίγουρα μια συλλογική υπόθεση, όπου όλοι οι συντελεστές - οι μουσικοί. Οι ερμηνευτές και όχι μόνο - δίνουν για πάντα ένα κομμάτι της ψυχής τους, το μεράκι τους ,το ταλέντο τους, και φυσικά συνδιαμορφώνουν το αποτέλεσμα. Η ενορχήστρωση για παράδειγμα παίζει καθοριστικό ρόλο και νιώθω ευτυχής που είχα την τύχη να συνεργαστούμε άψογα με τον Βαγγέλη Μαχαίρα, έναν εξαίρετο μουσικό, άνθρωπο και επαγγελματία που με την καταπληκτική δουλειά που έκανε ανέδειξε τα κομμάτια με τον καλύτερο τρόπο.

Στο βιβλίο σας επίσης υπάρχει και ένα αρκετά πλούσιο φωτογραφικό λεύκωμα από τις μέχρι τώρα συνεργασίες σας, αλλά και αφίσες από παλιότερες μουσικές σας παραστάσεις. Αναμφισβήτητα, οι αναμνήσεις μέσω των εικόνων γαληνεύουν περισσότερο την ψυχή μας και μας κάνουν να χαμογελούμε. Αυτός ήταν και ο λόγος που τις συμπεριλάβατε στο βιβλίο σας; Για να θυμίζουν για πάντα τις όμορφες στιγμές που περάσατε;

Και αυτός φυσικά αλλά και για να μοιραστώ με τον κόσμο περισσότερα στιγμιότυπα αυτής της ιστορίας που με έχει κάνει να περάσω από “σαράντα κύματα” και περιπέτειες μέχρι τη στιγμή της έκδοσης του βιβλίου αλλά και για να τιμήσω όσους έχουν συμβάλλει σε αυτήν την προσπάθεια.

Σκοπεύετε να κάνετε επίσημη παρουσίαση των τραγουδιών σας στο κοινό; Προγραμματίζετε κάτι για το προσεχές μέλλον;

Ναι βέβαια και μάλιστα πολύ σύντομα, η πρώτη παρουσίαση θα γίνει στις 25 Μάϊου στην Αθήνα στη μουσική σκηνή “Το Ποντίκι” στην Κυψέλη, όπου θα παρουσιάσουμε τα τραγούδια με ένα νέο μουσικό σχήμα του οποίου είμαι μέλος, τους “Γκιούλ Μπαξέ” και θα τραγουδήσουν μαζί μας και οι κ. Τσέρτος και Κοντογιάννης. Είστε προσκεκλημένη και θα χαρώ πολύ να σας έχουμε κοντά μας. Στη συνέχεια σχεδιάζουμε παρουσιάσεις στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τη Λαμία, και σε άλλες πόλεις όπως π.χ στη Θεσσαλονίκη που την αγαπώ από τα φοιτητικά μου χρόνια και που αποτέλεσε και σχολείο για το ρεμπέτικο.

Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι;

Είμαι απόλυτα ευχαριστημένη, είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία με τις Εκδόσεις Φίλντισι και με την κ. Σύσση Καπλάνη και την ευχαριστώ πολύ που με τίμησε με αυτήν τη συνεργασία και τη “στέγαση” του έργου μου στο εκδοτικό της σπίτι.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα τραγούδι από το βιβλίο σας.

Μετά χαράς, σας παραθέτω το τραγούδι ‘Εξ΄αμελείας θύτης” όπως είναι από την ηχογράφηση λόγω έλλειψης χρόνου νέας έστω και πρόχειρης ηχογράφησης και με συγχωρείτε γι' αυτό. Επιφυλάσσομαι όμως για το μέλλον!


Κυρία Καραδήμα, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο καλλιτεχνικό σας έργο.

Κι εγώ σας ευχαριστώ θερμά για την πραγματικά όμορφη συζήτηση μέσα από την μου δώσατε την ευκαιρία να μιλήσω για τη δουλειά μου αλλά και για το λαϊκό μας τραγούδι με τις πολύ εύστοχες ερωτήσεις σας.


Βιογραφικό: 

Η Κατερίνα Καραδήμα γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λαμία.

Σπούδασε στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Α.Π.Θ.

Το 1998 που αποφοίτησε επέστρεψε στη Λαμία και μέχρι και σήμερα εργάζεται ως ελεύθερη επαγγελματίας αρχιτέκτων.

Από τα μαθητικά χρόνια εκδηλώνοντας την αγάπη για τη μουσική και συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση των λαϊκών αυτοδίδακτων μουσικών της οικογένειας, αρχίζει να ασχολείται με το ρεμπέτικο τραγούδι (από το οποίο μαγεύεται) μαθαίνοντας τζουρά. Τα φοιτητικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στη Λαμία συμμετέχει παίζοντας σε αυτοσχέδιες ερασιτεχνικές ρεμπέτικες κομπανίες φίλων και μουσικά στέκια, περιστασιακά ημιεπαγγελματικά. Σταδιακά επεκτείνει την ενασχόληση με τη μουσική με τα υπόλοιπα τρίχορδα (μπουζούκι, μπαγλαμά) και λαϊκή κιθάρα, αλλά και ως μέλος χορωδιών από το 2006 συμμετέχει σε χορωδιακά φεστιβάλ, (Ελλάδα, Ρουμανία, Βουλγαρία κ.λ.π), συναυλίες, μουσικά δρώμενα κ.λ.π.

Παράλληλα, συμμετέχει σε ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις και ταυτόχρονα παρακολουθεί σεμινάρια θεατρολογίας.

Από το 2013 ασχολείται περιστασιακά επαγγελματικά με τη μουσική παίζοντας και τραγουδώντας σε μικρά μουσικά στέκια, με “μπούσουλα” πάντα τη λαϊκή μουσική παράδοση και τον αρχετυπικό ελληνικό τρόπο ψυχαγωγίας μέσα από τα τραγούδια της παρέας και της ταβέρνας.

Από το 2013, επίσης, ξεκινά να πειραματίζεται στη δημιουργία λαϊκών τραγουδιών γράφοντας μουσική και στίχους, αλλά κυρίως σε συνεργασία με τον Χ. Κανελλόπουλο, του οποίου τους στίχους μελοποιεί για πρώτη φορά. Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι η μουσική παράσταση “Πρώτο Μπάρκο” με νέα ανέκδοτα τραγούδια ρεμπέτικου και παραδοσιακού ύφους, που έχουν παρουσιαστεί σε Φεστιβάλ ανά την Ελλάδα και αθηναϊκές μουσικές σκηνές.