Μουσειακή έκθεση: «Πώς μάθαιναν οι Έλληνες Γράμματα από την Άλωση μέχρι την Επανάσταση (1453-1821)»

 

Εσωτερική άποψη του παλαιού Χρηματιστηρίου 

Επιμέλεια: Ευφροσύνη Λούζη

Το μεσημέρι της Τρίτης 14.6.2022 αρκετά Μέλη του Συλλόγου «Οι Φίλοι του Μουσείου Γ. Δροσίνη», επισκεφθήκαμε την έκθεση του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), στο παλαιό κτήριο του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Επί της οδού Πεσμαζόγλου 1, Αριστείδου και Σοφοκλέους γωνία, με το ως άνω ενδιαφέρον θέμα. Ήταν μια ευκαιρία να διαπιστώσει και να ξαναθυμηθεί κανείς, το πώς διατηρήθηκε η γλώσσα μας μέσα στους τέσσερις αιώνες της Οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά και η ελληνική παιδεία γενικότερα.

Το κτήριο αυτό του Χρηματιστηρίου, που ανήκει στην Εθνική Τράπεζα, λειτούργησε από το 1891 έως και το 1934, διαθέτει πλούσιο εσωτερικό ζωγραφικό και γλυπτικό διάκοσμο εμπνευσμένο από τη Μυθολογία μας και ιδιαίτερα του κερδώου Ερμή, αρχιτεκτονικά δε ανήκει στον τύπο Μπαρόκ με αναγεννησιακά στοιχεία και αποτελεί έκφραση του αστικού εκσυγχρονισμού του Χαριλάου Τρικούπη, ενώ η τελική αποκατάσταση του οικοδομήματος οφείλεται στον πρώτο πρόεδρο του Χρηματιστηρίου Εμμανουήλ Ξανθάκη. 

Στην έκθεση του ΜΙΕΤ ξεναγηθήκαμε από τη Μουσειολόγο Έλια Βλάχου, η οποία αναλυτικά μας έδειξε ανεκτίμητα κειμήλια από τους θησαυρούς του Ιστορικού Παλαιογραφικού Αρχείου, με σπάνια δάνεια από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη, την Εθνική Βιβλιοθήκη, την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία και την Ωνάσειο Βιβλιοθήκη. Δέον δε να σημειωθεί, ότι για τον γενικό συντονισμό της έκθεσης έχουν συντελέσει  οι: Ασπασία Λούβη – Κίζη, με συμβούλους τους: Χρύσα Μαλτέζου και Πασχάλη Κιτρομηλίδη και την επιστημονική επιμέλεια των: Ίκαρου Μαντούβαλου και Αγαμέμνονα Τσελίκα (η φωνή του οποίου ακούγεται στα ηχογραφημένα ψηφιακά μέρη της έκθεσης).

Πρόκειται για μια υποδειγματική έκθεση χειρογράφων κειμηλίων, συνοδευομένων με προσεγμένη ψηφιακή υποστήριξη, που μας διαφωτίζουν για τη διάδοση της παιδείας και τη διάσωση της ελληνικής γλώσσας μας στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της δουλείας του Γένους μας επί Τουρκοκρατίας. Μέσα από πλήθος γνήσιων χειρογράφων παρουσιάζεται η εξέλιξη της διδασκαλίας, κυρίως μετά τον 18ο αιώνα, και οι φορείς της ελληνικής παιδείας. Το πώς μάθαιναν οι Έλληνες «γράμματα» μετά το 1453 έως το 1821, χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρήθηκε η ελληνική γλώσσα και παιδεία, αποδεικνύεται από: βασικά εγχειρίδια διδασκαλίας της ελληνικής Γραμματείας, σπάνιες εκδόσεις και Μαθηματάρια, τα οποία διδάσκονταν σε δύο τύπους Σχολείων: Κατώτερο, για τα κοινά γράμματα και Μέσο, για τα ελληνικά γράμματα, όπου δίδασκαν κληρικοί και εκπαιδευτικοί σε κατά τόπους μεγάλες ή μικρότερες Σχολές, τις οποίες ο κατακτητής δεν εμπόδιζε να λειτουργούν. Υπήρχε, βέβαια, και το λεγόμενο «Κρυφό Σχολειό» στην υπόδουλη επικράτεια, όταν σε αρκετά μέρη δε λειτουργούσε ελεύθερη Σχολή, στο οποίον κατέφευγαν τα ελληνόπουλα πλάι στον καλόγερο ή ιερωμένο, σε Μοναστήρια ή στον νάρθηκα των Ιερών Ναών, για να μάθουν να διαβάζουν και να ψάλλουν από τα εκκλησιαστικά μας βιβλία.

Το Κρυφό Σχολειό, ασφαλώς, δεν είχε την οργάνωση εγκεκριμένων Σχολών (με έμμισθους, δηλαδή, εκπαιδευτικούς, διδακτικά εγχειρίδια, Μαθητολόγια, Προγράμματα διδακτέας ύλης κ. λ. π.), διατηρούσε όμως τη φλόγα της ελληνορθόδοξης Παράδοσης της Εκκλησίας μας κι αυτή επαρκώς έφθανε κατά την περίοδο της σκλαβιάς και του ραγιαδισμού. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο, ότι ο χαρακτηριστικός γνωστός πίνακας του Νικολάου Γύζη καθώς και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη βασίζονται όχι μόνον στον θρύλο της παιδείας που:

«Μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά,

στην εκκλησιά, που παίρνει κάθε βράδυ

την όψη του Σχολειού…

και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει….»,

αλλά και στην πραγματικότητα, αφού θρύλος χωρίς ιστορική υποδομή δεν στέκει. Μπορεί για την επιστημονική κοινότητα τα παραπάνω, λόγω έλλειψης στοιχείων, να μην ισχύουν και ν’ αποτελούν στερεότυπο, αλλ’ εγείρονται ικανές και αντίθετες απόψεις.

Η ξεναγός μας έδειξε, σχολιάζοντας, όλα τα εκθέματα, από τα οποία τα περισσότερα προέρχονται από τον εκκλησιαστικό χώρο, και δέχθηκε τα ερωτήματα και τις απορίες των επισκεπτών. Μαζί της διαβάσαμε στίχους από τροπάρια, μαθηματάρια, επιστολές κ. α, ανοίξαμε βιβλία, ξεχωρίσαμε τύπους γραφής, παρατηρήσαμε το χάρτη της παιδείας των χρόνων της Οθωμανικής κυριαρχίας κ. λ. π.

Παράλληλα, όμως, θαυμάσαμε και την αρχιτεκτονική του ανακαινισμένου κτηρίου του παλαιού Χρηματιστηρίου,  το κόσμημα τούτο του κέντρου της Αθήνας, που είναι μεν αθέατο στους πεζούς, γιατί ευρίσκεται κάπου στο βάθος του κτηρίου του Χρηματιστηρίου της Πεσμαζόγλου, αλλ’ εν τούτοις είναι λίαν ενδιαφέρον για τη χρήση και την ιστορική του διαδρομή.  



Παύλος Αποστ. Φήμης
Θεολόγος – Φιλόλογος – Λογοτέχνης
Γραμματέας Συλλόγου «Οι Φίλοι του Μουσείου Γ. Δροσίνη»
Έφορος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών