Πρώτες μέρες στο Γυμνάσιο: Ένα διήγημα της Γεωργίας Κοκκινογένη

 


Δίναμε πάντα έμφαση στα αραιά της δόντια και το χαμόγελο που σούφρωνε τη γαλλική της μυτούλα.

Την παρέδωσε η μάνα της στο γυμνάσιο φορώντας την καινούργια της κορδέλα. Σιδερωμένη μπλούζα που επιβεβαίωνε τη νοικοκυροσύνη με την αυστηρή τσάκιση στο μανίκι.  Αν ήθελες να βάλεις εικόνα δίπλα στη λέξη «φροντίδα» θα είχες τη φωτογραφία της Ισμήνης. Πρόθυμη σε όλες τις δράσεις του σχολείου κέρδισε γρήγορα την αποδοχή και τη συμπάθεια. Κάποιος θα τολμούσε να αδιαφορήσει για το πλάσμα αυτό που συγκέντρωνε πάνω του την ομορφιά και την εξυπνάδα;

Στην άρθρωση του λόγου ήταν αξιολάτρευτη. Απήγγειλε στις επετείους,  ανέγνωθε στο μάθημα  της  λογοτεχνίας, αποστήθιζε και  αναπαρήγαγε στο μάθημα της  ιστορίας.

Σαν ζουμερό ροδάκινο δρόσιζε με την παρουσία της παρέες συμμαθητών  και τις ομάδες προπόνησης.

Απόμακρη και ευγενική. Για την ίδια η περιποίηση του εαυτού της ήταν μέρος της εργατικότητας.

Πέρασε δύο χρονιές μέσα στο σχολείο αριστεύοντας σε μαθήματα θεωρητικά και θετικά.

Στο τέλος του σχολικού έτους  ήρθε η μετάθεση των γονιών της  για την Κύπρο.

Οι αποχαιρετισμοί έγιναν συγκρατημένα και υπό την άγρυπνη επίβλεψη της μάνας. Η  φόρτιση θα έκανε κακό στη σταδιοδρομία των παιδιών.

Μετά από μήνες  οι συμμαθητές της βρίσκανε στο τηλέφωνο την  Ισμήνη απασχολημένη σε υποχρεώσεις. Ύστερα από χρόνια έδωσε σημεία ζωής από τη Θεσσαλονίκη κι έπειτα από τη Γερμανία κι ύστερα από την Αθήνα και αργότερα από τη Σύρο και μετά από την Πάτμο.

«Πολλών δ΄ανθρώπων  ε ίδεν άστεα»  κι έγινε δυνατή επαγγελματίας και  άξια επιστήμονας.

Δεν ασχολήθηκε ποτέ με το κενό που υπήρχε ανάμεσα στους δυο κάτασπρους κοπτήρες  κι έτσι  μας  άφηνε  να την  αναγνωρίζουμε  εύκολα  και γρήγορα.  Σε γενικές γραμμές δεν είχε αλλάξει. Κουβαλούσε μέσα της την ευλογία που λέγεται  χαρά, μια χαρά που αντλούσε από την ποιότητα της στιγμής και την επίτευξη  στόχων, στόχων καλών, με την κλασική έννοια του όρου. Κι έτσι έβαζαν τη νιότη και τη δημιουργία σ΄ένα άλλο επίπεδο αλήθειας και ουσίας. Γιατί « αληθεύομεν εάν κοινωνώμεν και ψευδόμεθα εάν ιδιάζομεν» κατά Ηράκλειτο.

Κι  έδινε και σε μας το δικαίωμα να σιγοψιθυρίζουμε εκείνο του Ισοκράτη απ΄το «Ελένης εγκώμιον»: τοις δε καλοίς ευθύς ιδόντες  εύνοι γιγνόμεθα και μόνους αυτούς ώσπερ τους θεούς ουκ αποκάμνομεν θεραπεύοντες…

«Σπαθί είναι το πρόσωπο» μας δήλωνε ένας γνωστός επιχειρηματίας. Χλευάζαμε τότε τα κριτήρια εκτίμησης των ανθρώπων με όρους της αγοράς.

Κρατάς όμως τη ρήση και τη βάζεις  στα μέτρα τα δικά σου τα ανθρώπινα, τα δασκαλίστικα ίσως.


Φωτογραφία εξωφύλλου: Tamara Bellis