Ηλίας Μαλανδρής: "Ο επαγγελματισμός είναι θανάσιμος εχθρός της έμπνευσης"


Σήμερα έχουμε τη χαρά και την τιμή να φιλοξενούμε στις Τέχνες τον συγγραφέα, αρθρογράφο, μελετητή, θεατρολόγο και σκηνοθέτη Ηλία Μαλανδρή. Η προσφορά του στις τέχνες είναι ομολογουμένως πολύχρονη και αρκετά σημαντική, γεγονός που μαρτυρεί η μέχρι τώρα καλλιτεχνική και συγγραφική του πορεία, καθώς και το πλούσιο και εξαιρετικά ενδιαφέρον βιογραφικό του. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Φίλντισι» τη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «40 οργιές» για την οποία θα κάνουμε λόγο στη συνέντευξη που ακολουθεί.
 
Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Μαλανδρή, έχετε διαγράψει μια αξιόλογη συγγραφική πορεία ως τώρα. Η απόφασή σας να ασχοληθείτε με αυτήν αποτέλεσε στην ουσία μια προσπάθεια κατάθεσης του εαυτού σας στο χαρτί;

Ευχαριστώ για την ευγενική σας επισήμανση. Νομίζω πως μετά από τριάντα χρόνια εναγωνίου πάλης με τις λέξεις και τη σύνταξη, είναι η πρώτη φορά που καταθέτω προσωπικές μνήμες σε αυτό το βιβλίο. Η ενασχόλησή μου με το χαμένο αρχαίο δράμα των τραγικών και οι μελέτες δεν άφηναν πολλά περιθώρια προσωπικής ματιάς. Αντίθετα νομίζω πως έπρεπε να είμαι όσο γίνεται πιο αποστασιοποιημένος για να μπορέσω να αγγίξω ένα άλλο «ήθος». Αντιμετώπισα τη συγγραφή μέσα από την έρευνα ακριβώς όπως αντιμετωπίζω τις παραστάσεις στο θέατρο. Ξέρω πως πάω κόντρα στα κελεύσματα και τη μόδα της εποχής που επιβάλει την προσωπική ματιά του καλλιτέχνη στο έργο, αλλά εμένα η θέση μου είναι τελείως διαφορετική και αυτήν ακολούθησα έως σήμερα και είναι αργά για αλλαγή πλεύσης. Σαν θεατρολόγος ανέλαβα να μεταφέρω το κείμενο όσο πιστότερα μπορούσα και το ίδιο έκανα και σαν σκηνοθέτης. Αυτό βέβαια απαιτεί τεράστια έρευνα που ερχόταν πάντα σε σύγκρουση με τον βιοπορισμό λόγω χρόνου. Γι΄ αυτό δεν έχω στη φαρέτρα μου ρεπερτόριο. Δεν με ενδιέφερε άλλωστε. Χαίρομαι, σπανίως σήμερα, αλλά επαίρομαι πως χάρηκα μεγάλες παραστάσεις, από καλλιτέχνες σε κλασικά έργα, στα οποία πίστευα πως δεν έχω να πω εγώ κάτι άλλο και είμαι της γνώμης πως δεν πρέπει να πεις κάτι άλλο χωρίς να έχεις τι να πεις, απλά για να υπάρχεις στο χώρο. Αντίθετα πάντα με ενδιέφερε να αναδειχθούν έργα ή κείμενα συγγραφέων που είτε με άγγιζαν είτε όχι έδωσαν στίγμα πολιτισμού και για κάποιο λόγο ξεχάστηκαν ή χάθηκαν.

Η ενασχόλησή σας με το θέατρο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση επηρέασαν, θεωρείτε, τον τρόπο σκέψης και γραφής σας;

Είναι αδιανόητο και βέβαια άκρως ανόητο να μην επηρεαστείς από τα κείμενα των σπουδαίων συγγραφέων της παγκόσμιας κληρονομιάς. Είναι ευχής έργον να ανακαλύπτεις την μηδαμινότητά σου στο τεράστιο ταξίδι της γνώσης, έτσι ώστε να «αθλείς συνεχώς» όπως έγραφε ο Σικελιανός, στο Χριστό στη Ρώμη. Με θλίβει που τα παιδιά σήμερα, οι νέοι άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από το διάβασμα, βρίσκοντας άλλα ενδιαφέροντα που αναγκαστικά εμπεριέχουν κατευθύνσεις ύποπτες.

Θυμάστε πότε ήταν η πρώτη φορά που γράψατε το πρώτο σας κείμενο; Ποια ήταν η κατάληξή του; Τυπώθηκε ή έμεινε στο συρτάρι και γιατί;

Θυμάμαι πως ήμουν πολύ μικρό παιδάκι όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο του Αλέξη Μινωτή «Εμπειρική Θεατρική Παιδεία» που θεωρώ και σήμερα προσωπικό ευαγγέλιο και προσπαθούσα στο πεδίο της δοκιμιογραφίας να σχεδιάσω κι εγώ κάποιες ιδέες. Από τα κείμενά μου αυτά, κάποια χάθηκαν για πάντα, γιατί δεν τα θεώρησα άξια να κοινοποιηθούν, κάποια άλλα τα ξανα-χτένισα αργότερα και δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες της εποχής που συνεργαζόμουν. Υπάρχουν βέβαια και κάποια θεατρικά που παραμείναν στα συρτάρια, χωρίς καμία απολύτως τύψη γιατί τα θεώρησα σαν δοκιμαστικά σκαλοπάτια που έδωσαν ώθηση σε κάτι πιο ολοκληρωμένο αργότερα.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Ναι. Τα πρότυπα είναι σαφώς αμέτρητα. Αδύνατον να τα χωρέσει μια σελίδα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο όμως και ο Μυριβήλης, και ο Καρκαβίτσας και ο Γεράκης κάπου μακριά μου έκλεισαν το μάτι νομίζω.


Από τη μακρόχρονη πορεία σας στο χώρο του βιβλίου, θεωρείτε πως υπάρχει συνταγή για τη συγγραφή μιας καλής ιστορίας; Κι αν ναι, τι είναι αυτό που τη χαρακτηρίζει ως καλή;

Όχι δεν νομίζω πως υπάρχει συνταγή. Κι όλα αυτά τα μαθήματα που γίνονται από «ειδικούς» της συγγραφής, τα βρίσκω παιδαριώδη. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει για να μάθεις να γράφεις. Να μάθεις να διαβάζεις. Επίσης η Ιστορία είναι Ιστορία, όσο πιο απομακρυσμένος είσαι από αυτήν, που είναι συμβάν, τόσο πιο αντικειμενικά θα την καταγράψεις. Ο Μύθος είναι άλλη ιστορία. Εκεί μπορείς και επιτρέπεται και επιβάλλεται η προσωπική σου ματιά, αλλά στην «Ιστορία» όχι. Καλή ή κακή είναι Ιστορία. Μη θεωρήσετε πως δεν αντιλαμβάνομαι την ερώτησή σας. Κάνω απλώς το διαχωρισμό για να είμαι πιο σαφής στην απάντησή μου.

Μπορεί να υπάρξει δημιουργία χωρίς έμπνευση; Εσείς ως έμπειρος και δοκιμασμένος στα γράμματα δημιουργός, πιέσατε ποτέ τον εαυτό σας να δημιουργήσει μια ιστορία κατά παραγγελία;

Ο επαγγελματισμός είναι θανάσιμος εχθρός της έμπνευσης. Νομίζω πρέπει να συνυπάρχουν και τα δύο κι αυτό ενέχει μια δυσκολία, αλλά και μια ικανοποίηση όταν επιτυγχάνεται. Δεν είμαι υπέρμαχος της μεταφυσικής στην τέχνη, ούτε πιστεύω στην χυδαία έννοια του ταλέντου, που από την φύση της λέξης παραπέμπει σε αλισβερίσι, η συνεχής ενασχόληση θα δώσει το επιθυμητό αποτέλεσμα χωρίς την μάταιη πολλές φορές αναμονή της έμπνευσης. Έχω γράψει πολλές φορές με πίεση χρόνου. Κατά παραγγελίαν ποτέ.

Έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο από τα βιβλία σας; Υπάρχει κάποιο, το οποίο θα προτείνατε οπωσδήποτε να διαβάσουν οι αναγνώστες;

Σε καμία περίπτωση. Έχω αδυναμία στα βιβλία άλλων συγγραφέων, μπορώ να προτείνω πολλά στο αναγνωστικό κοινό. Ευτυχώς κανένα από αυτά δεν είναι δικό μου. Υπήρξα πολύ τυχερός γιατί μπόρεσα να δω να ζωντανεύουν τα δικά μου βιβλία στη σκηνή, αλλά αυτό είναι μια μαθητεία προς βελτίωση κι όχι μια προσωπική ικανοποίηση μόνο.

Ποια είναι η γνώμη σας για την εκδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα; Υπάρχει αναγνωστικό ενδιαφέρον και αξιοσημείωτη εμπορική κίνηση, τέτοια ώστε ένας συγγραφέας να ζήσει αποκλειστικά από το έργο του εφόσον το θελήσει;

Νομίζω πως στα νεότερα χρόνια, αν θεωρήσουμε ως ορόσημο την απελευθέρωση από την Τουρκοκρατία, μονάχα ένας συγγραφέας κατάφερε να επιβιώσει από την συγγραφή μόνο. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Δυστυχώς δεν είμαστε μεγάλη χώρα. Το αγοραστικό κοινό εξάλλου είναι πολύ περιορισμένο. Όμως δεν θεωρώ πως υπάρχει περιθώριο για να μεμψιμοιρούμε. Αντίθετα αν αλλάξουμε νοοτροπία και αφήσουμε την πατροπαράδοτη διχόνοια και επιτρέψουμε στην ελληνική γλώσσα να κατακτήσει το παγκόσμιο κοινό ίσως κάποτε οι συγγραφείς μας να καταφέρουν να επιβιώσουν από τα γραπτά τους.


Το βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου φέρει τον τίτλο «40 οργιές» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Φίλντισι». Θα σταθώ αρχικά στο εξώφυλλό του. Αρκετά σκοτεινό, τρομακτικό και μυστηριώδες θα το χαρακτήριζα, ωστόσο ομολογώ ότι δίνει κατευθείαν το στίγμα των όσων θα διαβάσει ο αναγνώστης στις εσωτερικές του σελίδες. Θεωρείτε πως η πρώτη ματιά, η εξωτερική του εμφάνιση δηλαδή, είναι σημαντική για ένα βιβλίο, καθώς είναι το πρώτο πράγμα που ελκύει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού;

Η «Εικόνα» του βιβλίου είναι το εξώφυλλο. Κακά τα ψέματα. Χαίρομαι που δίνει το στίγμα της γραφής το εξώφυλλο, πολύ περισσότερο αφού το φιλοτέχνησε ο γιος μου... κατά παραγγελία βέβαια. Εύχομαι ανοίγοντας το ο αναγνώστης να αποκομίσει κάτι από την «Όψη».

Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων, επτά για την ακρίβεια, τα οποία βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με τη θάλασσα και τους δαίμονές της, παρόλο που είναι γραμμένα με μυθοπλαστική τεχνική. Παράλληλα γίνεται ξεκάθαρα αντιληπτό πως όλα όσα αναφέρονται στο περιεχόμενό τους αποτελούν προϊόντα βαθιάς έρευνας και τεκμηριωμένης γνώσης. Η θάλασσα και οι δαίμονές της δε δαμάζονται, καθώς η πάλη τους είναι άνιση. Αυτό είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη;

Είναι ίσως μία από τις προθέσεις μου. Νομίζω περισσότερο εκείνο που με ενδιέφερε, γιατί πάντα ο ερευνητής υπερέχει του καλλιτέχνη, είναι η αποτύπωση της ιστορικής συνθήκης μέσα στην οποία συνέβησαν αυτές οι επιθέσεις. Η καταβύθιση στην μελέτη κάθε εποχής και η όσο γίνεται πιο πιστή αναπαραγωγή της ήταν στην πορεία το ζητούμενο. Βέβαια η μάχη με τη θάλασσα ως Έλληνα με συγκινεί και με γοητεύει. Δεν είναι όμως πάντα άνιση, ούτε γνωρίζουμε από πριν την εξέλιξή της. Κοντά στους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα, υπάρχουν κι άλλοι που χάρη σε αυτήν έχτισαν αυτοκρατορίες και δεν εννοώ μόνο τις υλικές. Δαμάζοντας τη φύση δεν σημαίνει πάντα καταστρέφοντάς την, αλλά και συμπόρευση και γνοιάξιμο για τα πλάσματά της για την υγεία της. Ο πλανήτης μας είναι γαλάζιος, πράγμα που σημαίνει πως κυριαρχεί η θάλασσα.

Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό των ιστοριών σας. Έχουν κάποιον κοινό παρονομαστή που τις συνδέει μεταξύ τους;

Ο κοινός παρονομαστής των ιστοριών είναι βέβαια η επίθεση του καρχαρία στα ελληνικά ύδατα. Kαθε μια από αυτές τις ιστορίες έχει τέτοια θέση. Η ιστορία του Θαρσή, είναι η πρώτη επίσημη καταγραφή στα 300 π.Χ και μάλιστα σε ποιητικό λόγο από τον ποιητή Λεωνίδα από τον Τάραντα. Ο Θαρσής ήταν δούλος που γεννήθηκε ελεύθερος και σκλαβώθηκε για χρέη των γονιών του. Άξιος δύτης από τους Θούριους, ταξίδεψε κυνηγημένος με ένα αυτοσχέδιο βαρκάκι ως τον Τάραντα για μπλεχτεί στη μεγάλη μάχη των Σπαρτιατών εποίκων με τους Ρωμαίους υπό τις διαταγές του Πύρρου και να πεθάνει ένδοξος τιμημένος κι ελεύθερος μέσα στα δόντια του θηρίου κλείνοντας έναν τραγικό κύκλο. Στη δεύτερη ιστορία ένας νεαρός Άγγλος οπλίτης Ουίλλιαμ Μίλλς, που η ανάγκη τον έφερε στην Κέρκυρα κατασπαράχθηκε μπροστά στα μάτια του Διονύσιου Σολωμού για να αποτελέσει την έμπνευση ενός αριστουργήματος του Πόρφυρα. Στη συνέχεια ο Δημήτρης Παρασάκης 17 χρόνων, νομίζω η πιο σκληρή και άδικη ιστορία, δίχως λύτρωση στο τέλος που έγινε βορά στα δόντια του μεγάλου λευκού Καρχαρία λίγα μέτρα έξω από τα σφαγεία στη Δραπετσώνα του εμφυλίου κι έπειτα οι Σφουγγαράδες της Καλύμνου της Σύμης που ταξίδευαν με Κασιώτικα καΐκια και πλήρωναν φόρο βαρύ πότε με τη μηχανή ποτέ γυμνοί εκτεθειμένοι στα σαγόνια του τρόμου. Και μια άλλη γλυκιά ιστορία στο νησί μου την Κάσο με τον Νικόλα που με την αυτοθυσία του παλεύοντας με το θηρίο που τρομοκρατούσε τους ψαράδες για να σώσει έναν φίλο του αγίασε τα νερά ανήμερα των φώτων. Το επόμενο κεφάλαιο είναι ανατρεπτικό γιατί βλέπει τα πράγματα από την σκοπιά του Καρχαρία. Όφειλα σε αυτά τα παρεξηγημένα πλάσματα μια υπόκλιση σεβασμού μια και υπάρχουν στον πλανήτη πολλά εκατομμύρια χρόνια πριν από μας κι εμείς κάνουμε ότι μπορούμε για να τα εξαφανίσουμε. Σύμφωνα με την στατιστική έρευνα της εταιρίας του παλιού γνώριμου από στα φοιτητικά μου χρόνια στην Νέα Υόρκη Leonardo di Caprio που μου έστειλε τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, 10000000 καρχαρίες εξολοθρεύονται κάθε χρόνο. 11000 τη μέρα. Το τελευταίο κεφάλαιο δεν είχα σκοπό να το συμπεριλάβω στο βιβλίο. Ο αιφνίδιος θάνατος ενός σπουδαίου αγωνιστή της ζωής που κάποτε δόξασε τη χώρα μας παγκόσμια και πέρσι έφυγε πικραμένος από την αχαριστία της κοινωνίας που τον αγνοούσε, αποφάσισα να αφηγηθώ τον άθλο του. Μιλάω για τον αστυνόμο Πέτρο Κλουδά που διέσχισε τη Μεσόγειο με ένα αυτοσχέδιο βαρκάκι παλεύοντας με τα στοιχεία της φύσης και με τους καρχαρίες δίνοντας σε όλους μας ένα μάθημα πως μπορεί κανείς να συμβαδίσει και να δίχως να καταστρέφει μόνο αντιμετωπίζοντας με σεβασμό και εκτίμηση την φύση και τα Πλάσματα της.

Ένα σημαντικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την πένα σας στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι όπως ήδη ειπώθηκε πρωτύτερα η βαθιά επιστημονική γνώση. Τη θεωρείτε απαραίτητη για τη συγγραφή μιας μυθοπλασίας; Γιατί δώσατε τόση έμφαση σ’ αυτήν;

Όχι βέβαια, καθόλου δεν την θεωρώ απαραίτητη στη συγγραφή της μυθοπλασίας. Στο συγκεκριμένο βιβλίο όμως ήταν προσωπική μου επιλογή, στο μέτρο του εφικτού, να μην υπάρχει ούτε μια γραμμή ανεπιβεβαίωτη. Βρίσκω πως δεν θα είχε νόημα η καταγραφή των γεγονότων δίχως μια ενδελεχή έρευνα στην ιστορία των θυμάτων, γιατί έτσι αποτυπώνεται η χαρτογράφηση που ήταν ζητούμενο εξ’ αρχής.

Θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας περισσότερο διδακτικό ή ψυχαγωγικό; Μπορεί να συνυπάρξει η ψυχαγωγία και η γνώση χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη; Στο βιβλίο σας δίνεται η εντύπωση πως είναι εύκολη αυτή η συνύπαρξη. Είναι όμως;

Κυρίως θα ήθελα να είναι διασκεδαστικό, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο. Νομίζω πως η ουσιαστική γνώση παρέχεται ευκολότερα μόνο μέσα από τη διασκέδαση. Όταν έλεγα στους μαθητές μου, όταν δίδασκα στο παρελθόν, την ιστορία των αοιδών της αρχαιότητας, σταματούσαν πάντα την διήγησή μου για να μου κάνουν την ίδια ερώτηση. Πώς μπορούσαν να εντυπώνουν στο μυαλό τους όλους αυτούς τους στίχους των επών, γιατί βέβαια δεν ήταν μόνο τα ομηρικά... Η απάντησή μου ήταν πάντα μια ερώτηση: Γνωρίζετε πόσους στίχους τραγουδιών έχετε μάθει απ’ έξω στη ζωή σας; Μπορεί να ξεπερνούν τα έπη... Αυτό όμως συμβαίνει γιατί η γνώση παρέχεται μέσω της διασκέδασης. Κι έτσι η γνώση εντυπώνεται ευκολότερα.

Ποιο υπήρξε το βασικό σας ερέθισμα για να ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου;

Μια μελέτη στο διαδίκτυο του δύτη Μανόλη Μπαρδάνη μου έδωσε το έναυσμα, αλλά η κυριότερη αιτία υπήρξε η απόφαση για την μείωση των συντάξεων στους παλαίμαχους ναυτικούς. Σκέφτηκα να φτιάξω ένα βιβλίο που να περιγράφει τις περιπέτειες, τις αγωνίες, τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν στη μάχη τους για την επιβίωση στη θάλασσα, μήπως και ευαισθητοποιηθούν κάποιοι και αντιληφθούν πως σε όλους τους σκληρά εργαζόμενους αξίζει ένα αξιοπρεπές φινάλε κι όχι μια ευτέλεια. Γλιτώσαν από τα θηρία της θάλασσας για να τους καταβροχθίσουν τα θηρία της στεριάς...

Το βιβλίο σας αποτελεί ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα που οπωσδήποτε αξίζει να διαβαστεί. Τελικά, εσείς ως δημιουργός τι πιστεύετε; Απευθύνεται μόνο σε ενήλικες ή και σε έφηβους;

Σας ευχαριστώ πολύ για την κρίση σας. Εύχομαι να διαβαστεί από πολύ κόσμο. Δεν γράφουμε για τους φίλους και τους οικείους μας. Θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος να διαβαστεί κυρίως από εφήβους για να υπάρξει ευαισθητοποίηση και αφύπνιση.

Μιλήστε μας για το εκδοτικό σπίτι. Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Φίλντισι»;

Με την εκδότρια κα Σίσσυ Καπλάνη, μας συνδέουν κοινοί χώροι εργασίας από το παρελθόν και μια βαθιά εκτίμηση και φιλία. Νομίζω πως αγάπησε και πρόσεξε πολύ την έκδοση του βιβλίου, το οποίο επιμελήθηκε η ίδια έτσι ώστε να είναι απολύτως του γούστου μου, και την ευχαριστώ πολύ.


Τρία από τα βιβλία σας έχουν κυκλοφορήσει σε αγγλόφωνες χώρες. Θα σας ενδιέφερε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και για το συγκεκριμένο βιβλίο;

Θα ήμουν ανειλικρινής αν σας έλεγα το αντίθετο. Κάθε συγγραφέας επιθυμεί να διαβαστεί το βιβλίο του από όσο περισσότερο κόσμο γίνεται. Εύχομαι να υπάρξει αυτό το εκδοτικό ενδιαφέρον.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Έγινε ήδη μια πρώτη παρουσίαση στον τόπο καταγωγής μου στην Κάσο και μίλησαν για το βιβλίο φίλοι που εκτιμώ πολύ και τους ευχαριστώ, ο δημοσιογράφος Γιώργος Συριόπουλος, η λαογράφος Σοφία Μαστοράκου που διάβασε και τον θαυμάσιο πρόλογο της Αρτέμιδος Σκουμπουρδή και η Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Νικολέττα Σοφίλα. Υποπτεύομαι πως θα γίνει και στην Αθήνα σύντομα, αν και θα προτιμούσα να γίνει μια παρουσίαση στους τόπους των επιθέσεων κατά τη διάρκεια του έτους. Θα δούμε...

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

Ο Νικόλας δεν μπορούσε να περιμένει να ετοιμάσουν τις βάρκες κι αναρωτιόταν αν έπρεπε να τρέξει ξοπίσω από τον ψαρά. Όμως είχε γνώση της περιοχής και ήξερε πως δεν θα μπορούσε να βοηθήσει τον Ιούλιο αν πήγαινε από την ξηρά. Τα κύματα δεν θα τον άφηναν να πλησιάσει, ούτε καν να ξεκινήσει. Μόλις δοκίμαζε να βουτήξει θα τον πετούσαν στα βράχια. Έτσι περίμενε υπομονετικά να ετοιμαστεί η μεγάλη βάρκα του θείου του, του Στέλιου που την γέμισαν καμάκια που τους είχαν αφήσει για κάθε περίπτωση οι Ιταλοί φαντάροι. Μόλις ήταν έτοιμοι, ξεκίνησαν έχοντας μαζί τους τον άνεμο, για τις σπηλιές. Ο Ιούλιος είχε ξανοιχτεί πολύ και το ψάρι τριγύριζε ακόμα τη βάρκα. Φαινόταν σχεδόν αδύνατο να πλησιάσουν τη βάρκα του παιδιού. Το κύμα τους τραβούσε μακριά. Τα περισσότερα πλεούμενα μικρά και αδύναμα εγκατέλειψαν την προσπάθεια. Ο Στέλιος με την παρότρυνση του Νικόλα πλησίασε όσο γινόταν πιο πολύ, έτσι ώστε να καταφέρουν να ρίξουν ένα σκοινί. Σε κάθε ρίξιμο του σκοινιού ο αέρας το γυρνούσε πίσω. Αμέσως μόλις αντίκρισαν το θηρίο κατάλαβαν πως τα καμάκια που είχαν θα ήταν τελείως άχρηστα. Ο καρχαρίας μπορούσε να τα αποφεύγει όταν τα έριχναν από απόσταση κι εκείνος πρόσεχε κι όταν τον προσέγγιζαν βουτούσε στα βαθιά, εκεί που ήταν αδύνατον να τον καμακώσουν. Οι λιγοστοί καραμπινιέροι που είχαν επιβιβαστεί σε κανα δυο πλεούμενα και που είχανε μαζί τους όπλα, ήταν εντελώς ανίκανοι να σημαδέψουν, αφού τους είχε πιάσει η θάλασσα. Μόνο στη στεριά ξέρανε να κάμουν τους καμπόσους. Η αλήθεια είναι πως με τόσο κύμα να τους τραντάζει, ακόμα κι αν ήταν καλά, ήταν αδύνατο να σημαδέψουν. Εγκατέλειψαν την προσπάθεια να εξοντώσουν το θηρίο. Μόνη τους τώρα έγνοια να σώσουν το παιδί. Ο καπτάν Στέλιος πρότεινε να οδηγήσουν τη βάρκα αντίθετα απ’ τη φορά του ανέμου, έτσι ώστε, όταν θα πέταγαν το σκοινί, να’ χανε τον άνεμο βοηθό τους. Ξεκίνησαν μα ήταν τέτοια η θαλασσοταραχή που η μηχανή δεν άντεξε στο ζόρι και μ ‘ένα ξαφνικό κρότο έσβησε μέσα σε καπνούς. Ο Στέλιος απόμεινε να κοιτάζει τον μαύρο καπνό και βάλθηκε να διαπιστώσει αν είχε τρυπήσει τη βάρκα η έκρηξη έτσι ώστε να τη βουλώσει γρήγορα, μη γίνουν οι ίδιοι μεζές για το θηρίο πριν τον Ιούλιο. Ο Νικόλας έκατσε στα κουπιά. _Τι κάνεις εκειά του φώναξε ο Στέλιος. Άστο δεν θα τα καταφέρεις. Ανάμεσα από τις φωνές του πανικόβλητου πλήθους με τη μηχανή χαλασμένη μόνο τραβώντας τα κουπιά ο Νικόλας κατάφερε να φέρει την βάρκα στο σωστό σημείο απ’ όπου θα πέταγαν το σκοινί με σκοπό να το πιάσει ο Ιούλιος και έτσι να τον ρυμουλκήσουν. Θα χρειαζόταν τεράστια δύναμη από τον Νικόλα για να τραβήξει δυο βάρκες μα εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο από τη σωτηρία του παιδικού του φίλου. Πράγματι πέταξαν το σκοινί κι επιτέλους ο Ιούλιος κατάφερε να το πιάσει. Το δεσε στην πλώρη της βάρκας κι ο Νικόλας άρχισε να την τραβάει προς το μέρος του. Χρησιμοποιούσε όλη του τη δύναμη γιατί όσο εκείνος την έφερνε κοντά τόσο ο άνεμος την τραβούσε και σαν να μην έφτανε αυτό εμφανίστηκε άξαφνα σαν άγγελος της κολάσεως από την άβυσσο το ψάρι που πετάχτηκε στον αέρα με το σώμα του όλο έξω από το νερό και με ανοιχτά τα τρομερά του σαγόνια, έκοψε στα δυο το σκοινί, για να ξαναπέσει με κρότο στο νερό. Όσοι έγιναν θεατές αυτή την επίδειξης δεν θα ξεχνούσαν ποτέ τον όγκο του τέρατος κι από τη στιγμή εκείνη βουβάθηκαν και δεν ξαναμίλησαν καθόλου παρακολουθώντας το πάλεμα του Νικόλα με τα κύματα, με το ψάρι, με τη βάρκα. Σύντομα άρχισαν να πλησιάζουν ντροπιασμένες και κάποιες άλλες βάρκες που στην αρχή είχαν εγκαταλείψει. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Στέλιου προσέγγισαν τη βάρκα με την αντίθετη φορά του ανέμου, μα πάλι δεν κατάφερναν να φτάσουν τη βάρκα του Ιούλιου που ολοένα και τραβιόταν στα ανοιχτά και το παιδί κατάχλωμο από τον τρόμο δεν έπιανε τα σκοινιά που του έριχναν για να το ρυμουλκήσουν. Με τρόμο αντιληφθήκαν πως δεν ήταν μόνο ο άνεμος που οδηγούσε τη βάρκα του παιδιού στο ανοιχτό πέλαγος. Το σκοινί είχε μπλεχτεί στα δόντια του θηρίου κι εκείνο, σα για να βεβαιωθεί πως δεν θα του κλέψουν το θήραμα, τραβούσε τη βάρκα στα ανοιχτά. Ο Νικόλας κατάλαβε τις προθέσεις του ψαριού και ήξερε πως αν ήθελε θα μπορούσε πολύ εύκολα να τραβήξει το βαρκάκι προς το βυθό και να το βουλιάξει. Έτσι θα ήταν εύκολο να ρίξει τον Ιούλιο στο νερό και να τον ξεσκίσει με τα δόντια του. Δεν σκέφτηκε καθόλου. Έβγαλε το λευκό πουκάμισο που είχε φορέσει για τον αρραβώνα του κι έπεσε στο νερό για να κολυμπήσει προς τη βάρκα του Ιούλιου. Μάταια ο θείος του προσπάθησε να τον συγκρατήσει. Το ευκίνητο κορμί του γλίστρησε από τη αρπάγη του καπτά Στέλιου και βούτηξε στο κρύο νερό για δεύτερη φορά την ίδια μέρα. Με γρήγορες κινήσεις κι ελπίζοντας πως δεν θα τον έπαιρνε χαμπάρι το τέρας κατευθυνόταν προς την βάρκα. Μα λες κι έπαιζε μαζί του ο καρχαρίας κάθε φορά που έφτανε να πιάσει το σκαρί τραβιόταν μακριά με ένα άξαφνο τίναγμα της ουράς του. Ο Ιούλιος βλέποντας τον φίλο του στο νερό λες και ξύπνησε από τον λήθαργο που είχε πέσει και με το χέρι του προσπαθούσε να φτάσει το χέρι του Νικόλα για να τον βοηθήσει να σκαρφαλώσει στη βάρκα. Παλεύοντας στα κύματα ο Νικόλας ένιωσε πια τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν και έβλεπε πως ήταν μάταιο να προσπαθήσει να ανέβει στη βάρκα καθώς ο καρχαρίας θα τους οδηγούσε στα ανοιχτά εκεί που θα ήταν εύκολο να τους ζαλίσει και να τους παρασύρει στο νερό. Μια μόνο λύση υπήρχε. Η βάρκα του θείου του, του Στέλιου τους ακολουθούσε κατά πόδας καθώς ο γέροντας είχε πιάσει αυτός τώρα τα κουπιά, ακολουθώντας τα παιδιά. Ο Νικόλας μπόρεσε να δει το σκαρί του θείου του και να μετρήσει την απόσταση σε μια κατεβασιά του κύματος. Κατάφερε να αρπάξει το χέρι του Ιούλιου και αντί το παιδί να τον ανεβάσει στη βάρκα, δίχως να του πει τίποτα, αφού δεν είχαν χρόνο για εξηγήσεις, με όση δύναμη του απέμεινε τον τράβηξε στο νερό. Ο Ιούλιος ξαφνιάστηκε και παραλίγο να πνιγεί καθώς έπεσε με θόρυβο στη θάλασσα. Όμως ο Νικόλας, που το περίμενε, τον τράβηξε γρήγορα κοντά του και αγκαλιάζοντάς τον, άρχισε να κολυμπάει προς εκεί που του φαινόταν πως θα βρισκόταν ο θείος του. Ένιωσε μέσα στο κρύο νερό το ζεστό κορμάκι του παιδιού κι ένιωσε να τον πλημυρίζει μια αναπάντεχη τρυφερότητα και προστασία. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία εκείνη τη στιγμή από τη σωτηρία του Ιούλιου. Τον εαυτό του δεν τον σκέφτηκε καθόλου, και έκπληκτος κατάλαβε πως δεν ένιωθε πια κανένα φόβο. Το πλήθος όμως, που παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα όσα συνέβαιναν, κατάφερε να δει μέσα από τα κύματα που ανεβοκατέβαιναν ανελέητα και άναρχα, το ψάρι, που από τον θόρυβο του σώματος του παιδιού, είχε αντιληφθεί πως βρίσκονταν στο νερό, να γυρίζει, παρατώντας το παιγνίδι με το σκοινί, και να κατευθύνεται με ταχύτητα, προς το μέρος που κολυμπούσαν τα παιδιά.

Κύριε Μαλανδρή, σας ευχαριστώ πολύ για την αρκετά ενδιαφέρουσα συζήτησή μας. Να είστε καλά και πάντα πολυπράγμων και δημιουργικός.

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ.


Βιογραφικό:
 

Ο Ηλίας Μαλανδρής γεννήθηκε στην Αθήνα και κατάγεται από την Κάσο. Έχει ένα γιο, τον Θωμά. Σπούδασε θέατρο, θεατρολογία και σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στο New York University.

Από το 1987 εργάζεται στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση ιδωτικά και κρατικά κανάλια. Σκηνοθέτησε την μεταφορά  στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο πολλών θεατρικών παραστάσεων.

Η σειρά εκπομπών του με γενικό τίτλο Τέταρτη Διάσταση, αποτελεί βάση μαθήματος για την έδρα νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο Complutance της Μαδρίτης.

Έχει γυρίσει τρεις ταινίες μικρού μήκους καθώς και μια ανέκδοτη κινηματογραφική μεταφορά του Άξιον Εστί.

Ταυτόχρονα ασχολείται με την μελέτη της ανασύνθεσης χαμένων έργων της αρχαιότητας. 

Έχει σκηνοθετήσει παραστάσεις σε όλο τον κόσμο, ενώ έργα του έχουν παιχτεί σε διεθνή φεστιβάλ στην Αμερική, την Αγγλία, την Τουρκία και στα αρχαία θέατρα Επιδαύρου και Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Έχει συνεργαστεί με κορυφαίους Έλληνες ηθοποιούς, μουσικούς, σκηνογράφους και χορογράφους.

Έχει πλούσια συγγραφική δράση.Αρθρογραφεί σε επιστημονικά περιοδικά και έχει λάβει μέρος σε διεθνή συνέδρια. Έχει εκδώσει επτά βιβλία εκ των οποίων τα τρία έχουν κυκλοφορήσει σε αγγλόφωνες χώρες και από την περίοδο 2019-2020 η μελέτη του για την ανασύνθεση της χαμένης τριλογίας του Αισχύλου Αχιλληίς, βρίσκεται στην όγδοη θέση της λίστας με τα καλύτερα βιβλία αυτής της θεματικής.

Η εργασία του για την χαμένη τριλογία του Αισχύλου είναι αντικείμενο μελέτης στα εγχειρίδια θεατρολογίας Ghost Light: An Introductory Hand book for Dramaturgy του Michael Mark Chemens, Playing (with) Fragments του Antony Stevens που διδάσκονται παγκόσμια.

Έχει βραβευτεί αρκετές φορές για την προσφορά του στην αρχειακή καταγραφή της αναβίωσης του αρχαίου δράματος (Τηλεοπτικό Φεστιβάλ Καννών ’96, Έπαθλο Ντόριζα, μνεία Thesaurus Linguae Graecae).

Συνεργάστηκε με την Ελληνική Σκηνή της Άννας Συνοδινού, την Εταιρία Φίλων Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, τον Θησαυρό της Ελληνικής γλώσσας (Βοστώνη) και υπήρξε καλλιτεχνικός σύμβουλος του καλοκαιρινού φεστιβάλ της Κάσου, τον Αύγουστο από το 2003 έως το 2018.