Πηνελόπη Τσιάλα: "Η ζωή θα ήταν πληκτική δίχως τη λογοτεχνία"


Παρότι αρκετά νέα σε ηλικία, η συγγραφέας Πηνελόπη Τσιάλα μετράει ήδη στο βιογραφικό της δύο δημοσιευμένα της έργα, μία νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Σήμερα, φιλοξενείται στις Τέχνες με αφορμή το δεύτερο βιβλίο της, που κυκλοφορεί, όπως και το πρώτο, από τις εκδόσεις «Βακχικόν» και φέρει τον τίτλο «Οι τέσσερις κοντεσίνες».

 Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Τσιάλα, π
ώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Θα με σύστηνα ως μια νεαρή κοπέλα που ασκεί ένα χόμπι που της δίνει χαρά, τη συγγραφή, που γράφει για τον εαυτό της και όχι για τους άλλους και κυρίως που γράφει από ανάγκη και όχι από επιλογή. Είμαι συγγραφέας ρομαντικών και κοινωνικών έργων που έχουν έξαρση συναισθημάτων. Τα έργα μου κρύβουν την αλήθεια της καρδιάς μου, πολλές φορές περιλαμβάνουν αυτοβιογραφικά στοιχεία και προσπαθώ μέσα από αυτά να περάσω κάποια νοήματα και όχι απλώς να πω μια ιστορία. Συχνά θέματά που θίγω ως τώρα στο σύνολο των έργων μου, εκδομένα και ανέκδοτα, είναι η διαφορετικότητα, η προδομένη αλλά και η αυθεντική φιλία, ο μονόπλευρος ή ο απαγορευμένος έρωτας, η μοναξιά, ο σεβασμός ως προς τα ζώα και άλλα. Ένα χαρακτηριστικό που έχω ως συγγραφέας μέχρι στιγμής είναι πως αντιπαθώ τα γλυκανάλατα happy endings. Ένα άλλο ίσως είναι η τάση εξιδανίκευσης, ότι δηλαδή παρουσιάζω τους ανθρώπους όπως θα θέλαμε να είναι και όχι όπως είναι. Απευθύνομαι σε όλες τις ηλικίες άνω των δεκαοχτώ, κυρίως στους νέους ενήλικές από είκοσι έως τριάντα πέντε χρονών, ίσως και σε εφήβους.

Για ποιο λόγο αποφασίσετε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Ποιο ήταν το βασικό ερέθισμα για τη λογοτεχνική σας πορεία;

Έχω πει και σε άλλη συνέντευξη το εξής: το να με ρωτά κάποιος πώς αποφάσισα να ασχοληθώ με τη συγγραφή είναι σαν να ρωτάει κάποιον πώς αποφάσισε να φάει. Δεν αποφάσισα ποτέ να γίνω συγγραφέας. Αισθάνθηκα αυτήν την ανάγκη πολύ έντονα από τα βάθη της καρδιάς μου, βγήκε εντελώς αυθόρμητα από μέσα μου, το χέρι μου έπιασε το μολύβι χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, οι ιδέες με βομβάρδισαν, δεν άντεξα να τις κρατήσω και να μην τις μεταφέρω σε ένα χαρτί. Ερέθισμα πήρα από τα βιώματα μου. Έζησα κάποια πράγματα και σκέφτηκα ότι, αν τα χρησιμοποιήσω κατάλληλα και τα ταιριάξω με φανταστικά στοιχεία, θα βγει ένα καλό αποτέλεσμα.

Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας σήμερα και τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;

Όχι μόνο η λογοτεχνία, αλλά και η κάθε μορφή τέχνης είναι βάλσαμο στον πόνο μας, τονωτική ένεση στη χαρά μας, μια αναντικατάστατη συντροφιά στη μοναξιά μας, ο καλύτερος φίλος μας, η μητέρα της παρηγοριάς μας. Κι αν αυτό ισχύει μία για τις υπόλοιπες τέχνες, ισχύει δέκα για τις τέχνες που έχουν να πουν μια ιστορία, όπως είναι, εκτός από τη λογοτεχνία, και η τέχνη του σινεμά, του θεάτρου, του σεναρίου. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος ανέκαθεν είχε ανάγκη να μαθαίνει ιστορίες μη πραγματικές, αλλά φανταστικές. Έχουμε όλοι ανάγκη μέσα από φανταστικές ιστορίες να αντλούμε πρότυπα, παραδείγματα, να ταυτιζόμαστε, να συμπονάμε, να αντιπαθούμε, να αποκτάμε έμμεσες εμπειρίες και να ωριμάζουμε. Έτσι εφευρέθηκαν και τα παραμύθια. Γι’ αυτό και πιστεύω πως η ζωή θα ήταν πληκτική δίχως τη λογοτεχνία. Ποιο το νόημα αν γνωρίζουμε μόνο υπαρκτούς κόσμους και όχι φανταστικούς; Οι υπαρκτοί είναι βαρετοί, στους φανταστικούς είναι όλη η νοστιμάδα. Οπότε η λογοτεχνία έχει να προσφέρει ειδικά στον τόσο κυνικό σύγχρονο άνθρωπο μια απόδραση, μια ανάπαυλα, ένα καταφύγιο. Ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να εξευγενίζει τις ψυχές μας, να μας κάνει πιο βαθυστόχαστους και πιο σοφούς ακόμα…

Κλείνετε περισσότερο στο παραμύθι, στο διήγημα, στο ποίημα ή στο μυθιστόρημα;

Ξεκίνησα τη συγγραφική μου πορεία γράφοντας διηγήματα, διότι ήμουν αρχάρια, έπειτα πήγα στις νουβέλες και πλέον στα μυθιστορήματα. Αυτήν τη στιγμή στην ερώτηση «Προς τα πού κλείνω περισσότερο» απαντάω δαγκωτό στο μυθιστόρημα. Κι αυτό γιατί μου αρέσει να απλώνομαι, να περιγράφω, να βάζω πολλούς διαλόγους και μονολόγους, να έχω απεριόριστο χώρο να εκφραστώ, να επιλέγω εγώ πότε θα τελειώσει η ιστορία που έχω να πω, δεν αντέχω τον περιορισμό. Πλέον το να γράψω διήγημα θα μου ήταν αφόρητα καταπιεστικό. Ωστόσο, έγραψα πρόσφατα μια συλλογή διηγημάτων, καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μια ενδιαφέρουσα πρόκληση για μένα, αλλά και πάλι έχω να πω ότι προτιμάω το μυθιστόρημα, καθότι μου φαίνεται πολύ πιο ελεύθερο.

Ποίηση δεν έχω γράψει ποτέ παρά μόνο στιχάκια, αλλά κι αυτά λιγότερο από ό,τι πεζά. Με την ποίηση τύπου Καβάφη (εννοώ πως δεν έχω γράψει εγώ η ίδια, αλλά έχω διαβάσει) δεν έχω ασχοληθεί και δε νομίζω να ασχοληθώ και ποτέ, γιατί δεν έχω έφεση σε κάτι τέτοιο. Δεν είμαι άλλωστε φίλη της τόσης ασάφειας, έχω intolerance of ambiguity (μη ανοχή στην ασάφεια), όπως μου έχει πει η καθηγήτρια των αγγλικών μου, και θέλω να είναι ξεκάθαρα τα πράγματα και όταν διαβάζω και όταν γράφω κάτι, γι’ αυτό προτιμώ τον ρεαλισμό από τον υπερρεαλισμό και τον συμβολισμό. Ίσως όμως μια μέρα ασχοληθώ με τη στιχουργική. Πιστεύω πως θα μπορούσα να το κάνω αυτό, γιατί έχω σκαρώσει αρκετά στιχάκια. Πάντως αισθάνομαι συγγραφέας, όχι ποιήτρια. Νομίζω πως για ποιήτρια είμαι πολύ γήινη, γι’ αυτό η συγγραφή μού ταιριάζει.

Όσο για το παραμύθι, είστε μέσα στο μυαλό μου. Από παιδί ποτέ δεν έπαψα να λατρεύω τα παραμύθια, ειδικά αυτά με πρίγκιπες, μάγισσες και παλάτια, διότι με ταξιδεύουν, με χαλαρώνουν και με παρηγορούν. Όποτε δεν είμαι καλά ψυχολογικά, μου αρέσει να ακούω κάποιο παραμύθι. Είμαι επίσης φανατική λάτρης της Disney. Γι’ αυτό και θα ήθελα πολύ μια μέρα να ασχοληθώ με τη συγγραφή παραμυθιών, όχι απαραίτητα για παιδιά, αλλά για κάθε ηλικία, διότι έτσι κι αλλιώς πιστεύω πως το παραμύθι δεν έχει ηλικία. Είναι κάτι που έχω στο μυαλό μου αυτό, αλλά δεν ξέρω πότε θα το υλοποιήσω. Σίγουρα πάντως δε θα με ενδιέφερε το θεατρικό έργο, διότι μου αρέσει να φαντάζομαι όπως θέλω εγώ τους ήρωές μου και μάλιστα θεωρώ ότι ένα θεατρικό δεν είναι να το διαβάζεις αλλά να το βλέπεις, οπότε θα έγραφα θεατρικό μόνο αν είχα τη δυνατότητα να το ανεβάσω εγώ η ίδια, αλλιώς δεν έχει νόημα. Πάντως για την ώρα γράφω κατά βάση μυθιστορήματα. Δεν μπορώ να εγγυηθώ, για να είμαι ειλικρινής, για το ποιο ακριβώς θα είναι το συγγραφικό μου μέλλον, καθότι είμαι μόλις είκοσι τεσσάρων ετών. Λίγο πολύ με εξιτάρει κάθε μορφή δημιουργικής γραφής.


Δέχεστε επιρροές από άλλους συγγραφείς στα έργα σας ή δεν το θεωρείτε απαραίτητο;

Είμαι της άποψης ότι στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ωστόσο, αποφεύγω να γράφω πράγματα που έχω διαβάσει αλλού. Ίσως όμως να κλέψω κάποιο μικρό στοιχείο από κάπου. Όσον αφορά τώρα, όχι το περιεχόμενο, αλλά τα εκφραστικά μέσα, εκεί αναπόφευκτα παίρνω ιδέες από όσα διαβάζω. Νομίζω πως δε νοείται συγγραφέας που δε διαβάζει βιβλία και δε δανείζεται στοιχεία απ’ αυτά ως προς τη γλώσσα. Πάντως πιστεύω ότι η ανάγνωση λογοτεχνίας βοηθά αφάνταστα έναν συγγραφέα να εξελίσσεται. Ωστόσο, πιστεύω επίσης ότι, αν κάποιος δεν έχει γεννηθεί με το χάρισμα της συγγραφής, όσα βιβλία και να διαβάσει, δεν μπορεί να γράψει.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για σας;

Από τρεις πηγές αντλώ έμπνευση: από προσωπικά μου βιώματα, σκέψεις και συναισθήματα, από βιβλία, σειρές και ταινίες που έχω δει, καθώς και από τη φαντασία μου. Μου είναι όμως δύσκολο να προσδιορίσω ακριβώς τι μου δίνει έμπνευση. Μου έρχεται απλώς εκεί που κάθομαι μια ιδέα και γράφοντας την εξελίσσω.

Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα στηρίζει τις προσπάθειες των νέων συγγραφέων;

Πιστεύω πως όχι, δεν παίρνουμε τη στήριξη που μας αξίζει. Γενικότερα το βιβλίο υποτιμάται αρκετά στις μέρες μας, διότι ο κόσμος επιλέγει να αφιερώνει αλλού τον χρόνο του, και πολλοί από όσους διαβάζουν νομίζω πως υποτιμάνε τους νέους συγγραφείς. Έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν κάποια μεγάλα ονόματα στους συγγραφικούς κύκλους-κυρίως στο εμπορικό μυθιστόρημα- τα οποία είναι στο απυρόβλητο και δεν αποκαθηλώνονται ποτέ από το κοινό, παρόλο που ενδεχομένως δεν έχουν πια κάτι νέο να πουν, επαναλαμβάνονται και ίσως περνάνε και εσφαλμένα μηνύματα πολλές φορές. Έχω συγκεκριμένο παράδειγμα στο μυαλό μου αλλά για ευνόητους λόγους δε θα το αναφέρω. Πιστεύω πως το αναγνωστικό κοινό οφείλει να ανοίξει το μυαλό του και να δώσει ευκαιρίες και σε φρέσκα πρόσωπα, να μην επιλέγει άκριτα φτασμένους καλλιτέχνες μόνο και μόνο επειδή είναι καταξιωμένοι. Μιλάω τώρα και ως αναγνώστρια και όχι μόνο ως συγγραφέας. Συνήθως εμένα προσωπικά μου τυχαίνει να διαβάσω ένα βιβλίο ενός σχετικά άσημου συγγραφέα και να με ενθουσιάσει, αλλά και να διαβάσω βιβλίο κάποιου πολύ τοπ και να το βρω ανιαρό, γι’ αυτό ας μη φοράμε παρωπίδες.

Εγώ προσωπικά έχω νιώσει υποτιμημένη, όχι μόνο επειδή είμαι πρωτοεμφανιζόμενη, αλλά και επειδή είμαι πολύ νέα. Όταν ήμουν ακόμα νεότερη, σε ένα σεμινάριο γραφής άκουγα συνέχεια ότι δεν έχω αρκετή εμπειρία ζωής ώστε να μπορώ να γράψω, ενώ ήμουν η μόνη που είχε εκδώσει κάποιο βιβλίο. Παρατήρησα λοιπόν προκατάληψη, όχι μόνο προς νέους συγγραφείς, αλλά και προς νέους ηλικιακά. Εύχομαι όσοι διαβάσουν τις Τέσσερις κοντεσίνες να κρίνουν αμιγώς το έργο αυτό και όχι το νεαρό της ηλικίας της δημιουργού - σημειωτέον τις έγραψα στα είκοσι ένα μου απλώς λόγω της κατάστασης άργησαν πολύ να εκδοθούν. Το να γράφει κανείς είναι μια ικανότητα και οι ικανότητές μας, όπως δεν έχουν χρώμα, φύλο, εθνικότητα, δεν έχουν και ηλικία.

Όπως και να έχει, εγώ δεν απογοητεύομαι, αντίθετα πεισμώνω και γράφω κι άλλο προσπαθώντας να εξελιχθώ όσο μπορώ. Το ίδιο πρέπει να κάνει κάθε καλλιτέχνης. Ο στόχος μου είναι όποιος θεωρεί πως ένα άτομο κάτω των τριάντα πέντε δεν είναι σε θέση να γράψει ή όποιος υποτιμά τους πρωτοεμφανιζόμενους ή τους άσημους συγγραφείς να αλλάξει γνώμη σαν διαβάσει κάποιο έργο μου.

Θεωρείτε ότι τα βιβλία σας ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των αναγνωστών;

Πολύ δύσκολη ερώτηση… δεν έχω ιδέα. Αυτό το ξέρουν οι ίδιοι οι αναγνώστες, όχι εγώ. Εγώ δεν μπορώ να ξέρω τι αρέσει και τι όχι ούτε μπορώ εύκολα να κρίνω τα έργα μου από απόσταση. Εξάλλου, δεν είναι όλοι οι αναγνώστες ένα και το αυτό. Ο καθένας είναι μοναδικός, άρα σε άλλον θα αρέσουν, σε άλλον όχι. Εγώ πάντως δίνω πάντα τον καλύτερό μου εαυτό. Άλλωστε, γράφω πρωτίστως για τον εαυτό μου.


Το βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου αποτελεί στη δεύτερη εκδοθείσα συγγραφική σας προσπάθεια. Φέρει τον τίτλο 
«Οι τέσσερις κοντεσίνες» και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Βακχικόν».  Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, κάτι που αποτέλεσε έκπληξη για εμάς, αναλογιζόμενοι το νεαρό της ηλικίας σας. Πώς προέκυψε η συγγραφή του; Ποιο ήταν το βασικό ερέθισμα για αυτήν;

Σας ευχαριστώ θερμά για τα καλά σας λόγια. Πραγματικά χαίρομαι που αποδεικνύω πως η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός. Αγαπάω πολύ τη συγγραφή, οπότε δε χρειάζεται κανείς να εκπλήσσεται από τα έργα μου, είτε μεγάλα είτε μικρά, διότι το μεράκι για κάτι δεν έχει ηλικία, όπως ξαναείπα.

Το έργο αυτό πραγματεύεται τη φιλία. Το εμπνεύστηκα από τη ζωή μου, διότι έφαγα πολλά χαστούκια από φιλίες. Ο πόνος όμως μου βγήκε σε καλό, διότι με έκανε δημιουργική, στοχαστική, ικανή να εμπνευστώ το μυθιστόρημα αυτό που έχει να κάνει με τη φιλία. Το να εκφράσω όσα είχα στην καρδιά μου σχετικά με τις προδοσίες που βίωσα μετέτρεψε την πίκρα που ένιωσα σε χαρά. Συχνά για εμάς τους καλλιτέχνες ο πόνος λειτουργεί θετικά.

Φοβάμαι πως η φιλία έχει εκλείψει στις μέρες μας. Βασιλεύει ο αριβισμός, ο ατομικισμός, η απονιά, η κυνικότητα, ο ωφελιμισμός… όλοι στέκονται στην επιφάνεια και αφήνουν την ουσία, που είναι η αγάπη. Στις φιλίες πολλές φορές παρατηρείται ο ανταγωνισμός, η ζηλοφθονία και η ψυχρότητα. Πολύ σκληρά όλα αυτά για εμάς τα ευαίσθητα άτομα που ζούμε κυρίως με το συναίσθημα και που η καρδιά μας ματώνει εύκολα. Έτσι, επέλεξα να φτιάξω πάνω στο χαρτί έναν κόσμο με μια βαθιά φιλία, γεμάτο αγάπη και τρυφερότητα. Ήθελα έστω και στα ψέματα να δημιουργήσω τον κόσμο των ονείρων μου μέσα στον οποίον υπάρχουν φιλίες με όλη τη σημασία της λέξης. Η πένα μου έγινε το μαγικό μου ραβδί με το οποίο ζωντάνεψα τα όνειρά μου και χαίρομαι πολύ για αυτό.

Πείτε μας λίγα λόγια για το περιεχόμενο της ιστορίας.

Ανυπομονούσα για αυτήν την ερώτηση για να είμαι ειλικρινής! Η Παυλίνα, η Γιολάντα, η Τόνια και η Αθηνά δένονται με μια ισχυρή φιλία από πέντε χρονών. Οι χαρακτήρες τους είναι εντελώς διαφορετικοί. Η αγάπη τους όμως είναι τεράστια. Είναι μία για όλες και όλες για μία. Είναι κυριολεκτικά μαζί συνέχεια. Ωστόσο, δεν αργούν να έρθουν τα πρώτα σύννεφα στη φιλία τους όταν η μία από αυτές αποκτά άλλες προτεραιότητες, με αποτέλεσμα οι άλλες τρεις να μη χωράνε πλέον στη ζωή της. Έπειτα, οι δύο από αυτές έρχονται σε ερωτική αντιζηλία και το χειρότερο είναι πως το αντικείμενο του πόθου τους διαλέγει τη μία από τις δύο. Εντωμεταξύ, η μία από αυτές κρύβει για μήνες ένα μυστικό που, αν μαθευτεί, θα ισοπεδώσει τις άλλες τρεις. Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν. Σε λίγο πρόκειται να τις αποχαιρετήσει οριστικά… όσα όμως κύματα και να αναταράξουν τη θάλασσα της φιλίας τους, οι ψυχές αυτών των κοριτσιών παραμένουν ενωμένες, λατρεύουν κάθε στιγμή η μία την άλλη, η καρδιά της κάθε μιας έχει γραμμένα τα άλλα τρία ονόματα με ανεξίτηλο μελάνι, όσος θυμός και να υπάρχει μέσα τους. Γιατί, αν μία φορά η καρδιά φτάσει να αγαπήσει, η αγάπη ποτέ δεν πεθαίνει, κι ας σκεπάζεται από οργή, παράπονο και απογοήτευση. Να πω μάλιστα ότι ο τίτλος βγαίνει από το παρατσούκλι που τους έχουν βγάλει στο σχολείο, το παρατσούκλι κοντεσίνες, επειδή είναι κι οι τέσσερις κοντές. Αναμφίβολα όποιος άνθρωπος έχει βιώσει μια φιλία αληθινή, ουσιαστική και δυνατή, θα συγκινηθεί από τούτο το μυθιστόρημα. Αλλά και όποιος αισθάνεται μόνος μέσα από το μυθιστόρημα αυτό θα πάψει έστω για λίγο να νιώθει μόνος, καθότι μέσα από την ταύτιση θα ζήσει το όνειρο της φιλίας. Θα χαρακτήριζα το έργο μου έναν πραγματικό ύμνο στη φιλία.

Όπως αναφέρετε στο οπισθόφυλλο, η ιστορία υμνεί τη φιλία, την αγάπη, την παιδικότητα, τη νιότη και τον έρωτα. Τελικά η παιδικότητα και η νιότη δεν υπονοούν απαραίτητα τη φιλία, την αγάπη και τον έρωτα; 

Το δίχως άλλο, ο άνθρωπος, όταν είναι νέος, εξιδανικεύει πολύ περισσότερο πρόσωπα, καταστάσεις, συναισθήματα, οπότε ναι, η νιότη πάει πακέτο με τη φιλία, την αγάπη και τον έρωτα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αργότερα δεν αγαπάμε, απλώς στα νιάτα μας βιώνουμε πολύ έντονα το κάθε συναίσθημα, είτε ευχάριστο είτε δυσάρεστο. Αυτός είναι και ο λόγος που οι ηρωίδες μου είναι μόλις είκοσι δύο χρονών, ότι δηλαδή, αν ήταν μεγαλύτερες, δε θα έβλεπαν με τον ίδιον τρόπο τα πράγματα. Μάλλον θα τα αντιμετώπιζαν πολύ πιο ψύχραιμα, κάτι που θα έκανε ανιαρό το βιβλίο. Θεωρώ ότι η νεανική ορμή της Γιολάντας είναι που δίνει χρώμα στο μυθιστόρημα, γι’ αυτό δεν μπορώ να το φανταστώ με τη Γιολάντα μεγαλύτερη, πιο ώριμη και κατά συνέπεια λιγότερο εκρηκτική. Όσο για την παιδικότητα, ναι, κι αυτή φέρει μαζί της τη φιλία, όχι γενικά, αλλά όσον αφορά το έργο μου, διότι τα τέσσερα κορίτσια είναι κολλητές από τα μικράτα τους, πράγμα που παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο δέσιμό τους, μια και έχουν αγαπηθεί σαν αδερφές.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για το εξώφυλλο του βιβλίου; 

Τι καλύτερο από το να περιλαμβάνει ο τίτλος τις τέσσερις πρωταγωνίστριες; Προφανώς δε γινότανε το βιβλίο να ονομαστεί: «Τόνια, Γιολάντα, Παυλίνα και Αθηνά», μπορούσε όμως να ονομαστεί με το παρατσούκλι που τους είχαν βγάλει στο σχολείο, δηλαδή οι τέσσερις κοντεσίνες. Έχουν τέσσερα παρατσούκλια. Το ένα είναι οι τέσσερις γαλανομάτες λόγω των γαλάζιων ματιών τους, το άλλο είναι οι τέσσερις θεές λόγω της ομορφιάς τους, το άλλο είναι οι τέσσερις Χιονάτες λόγω του πάλλευκου δέρματός τους και φυσικά το τελευταίο είναι το οι τέσσερις κοντεσίνες λόγω του ύψους τους που δεν ξεπερνά το 1,65, δηλαδή πρόκειται για λογοπαίγνιο. Το παρατσούκλι αυτό αναφέρεται συχνά στο βιβλίο και από αυτές τις ίδιες, άρα ήταν ο ιδανικός τίτλος. Τα τόσα παρατσούκλια που τους βγάλανε όσοι τις γνώριζαν φανερώνουν ότι δεν ξεκολλούσαν η μία από την άλλη, με αποτέλεσμα να μη νοούνται ως μονάδα η κάθε μία, αλλά ως σύνολο οι τέσσερίς τους. Αρχικά, πριν σκεφτώ την ιδέα να έχουν παρατσούκλια, είχα σκεφτεί να δώσω τον τίτλο οι φίλες, αλλά θα ήταν πολύ γενικό. Θα με ρωτήσετε ίσως γιατί ο τίτλος δεν είναι ένα από τα άλλα τρία παρατσούκλια. Ηχητικά ήταν πολύ καλύτερο αυτό αφενός, αφετέρου, ήταν το αγαπημένο τους, κι επίσης, δίνει έναν τόνο παραμυθιού στο μυθιστόρημα. Είμαι εξάλλου κι εγώ κοντή, οπότε ήθελα να το μεταμορφώσω αυτό το χαρακτηριστικό σε προτέρημα, διότι τα πρότυπα ομορφιάς το θεωρούν ελάττωμα, παρόλο που η Μέριλιν Μονρόε, η ομορφότερη του κόσμου, ήταν κοντή.

Υπάρχει κάποιο από τα πρόσωπα του βιβλίου σας στο οποίο καθρεφτίζονται στοιχεία του εαυτού σας; 

Χαίρομαι απίστευτα που μου κάνετε αυτήν την ερώτηση! Νομίζω πως πάντα ένας συγγραφέας, ηθελημένα ή μη, βάζει δικά του στοιχεία στους ήρωές του. Το ίδιο ισχύει και για μένα. Πάντα, όταν γράφω, οι ήρωές μου έχουν χαρακτηριστικά μου. Ωστόσο, μπορεί κάποιοι να έχουν μεν δικά μου στοιχεία, αλλά να διαφέρουν εντελώς από μένα σε άλλα κομμάτια.

Στις Τέσσερις κοντεσίνες συγκεκριμένα όμως δεν έχω βάλει απλώς δικά μου στοιχεία στους χαρακτήρες. Η μία από τις τέσσερις κοντεσίνες είμαι εγώ σε κοκκινομάλλικη έκδοση. Μιλάω για τη Γιολάντα ή αλλιώς Γιόλι, όπως τη φωνάζουν οι άλλες τρεις. Αυτή λοιπόν δεν έχει απλώς δικά μου στοιχεία, αλλά τα περισσότερα χαρακτηριστικά της είναι δικά μου, σχεδόν είμαι εγώ η ίδια. Μέσω της Γιολάντας βγάζω με έναν τρόπο τα άπλυτά μου στη φόρα, διότι δεν την εξιδανικεύω καθόλου, αντίθετα τονίζω περισσότερο τα ελαττώματά της παρά τα προτερήματα. Είναι ακριβώς όπως κι εγώ: ευερέθιστη, εγωκεντρική, αντιδραστική, γκρινιάρα, απαιτητική, ελεγκτική, ακατάστατη, παρορμητική, λαίμαργη, αλλά και μεγαλόκαρδη, ειλικρινής, συναισθηματική και κυρίως πολύ αγαπησιάρα. Σίγουρα έχουμε και διαφορές, για παράδειγμα εκείνη ξέρει πιάνο, είναι πολύ πιο κοινωνική από μένα και με πολύ περισσότερο τσαγανό, αλλά κατά βάση είναι το alter ego μου, γι’ αυτό και τη λατρεύω και είναι η αγαπημένη μου κοντεσίνα. Ίσως λόγω της Γιολάντας αγάπησα τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, διότι περιλαμβάνει την ίδια την Πηνελόπη. Όποιος αναγνώστης αγαπήσει τη Γιόλι αγάπησε εμένα δίχως να το ξέρει. Έχω φτιάξει κι άλλους χαρακτήρες που μου μοιάζουνε, για παράδειγμα μου έμοιαζε η Λίνα Πελόνη-εννοώ στον χαρακτήρα γιατί εμφανισιακά είναι το κάτι άλλο- από την Αγγελική μορφή, αλλά η Γιολάντα μού μοιάζει όσο καμία.

Κι αν πιστέψατε ότι έχω στοιχεία αμιγώς της Γιολάντας, γελαστήκατε. Διαθέτω τη φυσική δειλία της Παυλίνας, την ευαισθησία της, καθώς και τη ρομαντική πλευρά της, ενώ από την αγαπημένη μου Τόνια έχω τη στοχοπροσήλωση, τη θέληση και την επιμονή. Η μόνη από την οποία δεν έχω κανένα στοιχείο είναι η Αθηνά, γι’ αυτό και μου είναι η πιο αδιάφορη κοντεσίνα.


Θέλετε να περάσετε κάποιο μήνυμα μέσω αυτού του βιβλίου ή ο ρόλος του είναι καθαρά ψυχαγωγικός; 

Πιστεύω πως κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να έχει κάτι να περάσει στους αναγνώστες μέσα από τα έργα του. Η καθαρή ψυχαγωγία είναι δουλειά της τηλεόρασης και όχι του βιβλίου. Νομίζω πως κάθε βιβλίο περνά έστω ένα μήνυμα, ακόμα κι αν ο συγγραφέας δεν το επιδιώκει.

Μέσα από τις τέσσερις κοντεσίνες προσπάθησα να περάσω τα εξής: ότι δεν υπάρχει πιο ανεκτίμητος θησαυρός από μια αληθινή φιλία. Ότι, ακόμα κι όταν χωρίζουν οι δρόμοι δύο πραγματικών φίλων, η αγάπη τους δεν πεθαίνει ποτέ. Ότι, αν η καρδιά μία φορά αγαπήσει, δεν ξεαγαπά με κανέναν απολύτως τρόπο. Ότι η αγάπη τα νικά όλα. Ότι πρέπει να συγχωρούμε όσους αγαπάμε ακόμα κι όταν αυτοί κάνουν λάθη τα οποία μας πλήγωσαν κατανοώντας τις αδυναμίες τους, διότι όλοι έχουμε αδυναμίες και κάνουμε σφάλματα, γιατί είμαστε άνθρωποι με σάρκα και αίμα. Ότι η διαφορετικότητα ανάμεσα στους ανθρώπους δεν έχει καμία σημασία όταν υπάρχει αυθεντική φιλία και πως μπορούμε όλοι να γίνουμε φίλοι μεταξύ μας αν υπάρχει θέληση. Ότι δεν πρέπει να χάνουμε τη δύναμή μας, την πίστη μας και την αισιοδοξία μας ό,τι δυσάρεστο και να μας συμβαίνει, γιατί πάντα κάπου μακριά γλυκοχαράζει μια ελπίδα. Ότι δεν πρέπει να κρίνουμε τις πράξεις των ανθρώπων χωρίς να ξέρουμε τα κίνητρά τους και τι τους οδήγησε σε αυτές. Ότι όλοι έχουμε μέσα μας τους εσωτερικούς μας δαίμονες, αλλά και τους αγγέλους μας, και συνήθως νικάνε οι δεύτεροι. Ότι δεν πρέπει να επιλέγουμε τους φίλους μας με επιφανειακά κίνητρα, τύπου τι έχουμε να κερδίσουμε από αυτούς, αλλά με ουσιώδη, τύπου πόσο όμορφα περνάμε μαζί τους, πόσο καλή καρδιά έχουν και πόσο μπορούν να μας στηρίξουν στις δύσκολες στιγμές. Ότι πολλές φορές η υπερβολική ομορφιά δε βγαίνει σε καλό. Ότι δεν πρέπει να αφήνουμε τη ματαιοδοξία μας, τον εγωισμό μας και τον θυμό μας να μας καθορίζουν. Ότι μπορεί να υπάρξουν στιγμές έντασης ακόμα και στους πιο αγαπημένους φίλους. Επίσης, περνάω μηνύματα για τον σεβασμό προς τα ζώα, κάτι που με απασχολεί αρκετά, διότι είμαι πολύ φιλόζωο άτομο, καθώς και για τον σεβασμό στη διαφορετικότητα. Αυτά μέσω της Γιολάντας η οποία έχει σώσει και έχει υιοθετήσει ένα σκυλάκι που βρήκε στον δρόμο, ενώ σε μια σκηνή υπερασπίζεται σθεναρά τους ομοφυλόφιλους και σε μια άλλη ένα παιδί με αυτισμό. Η ηρωίδα αυτή λοιπόν έχει και ίδιες αξίες με εμένα πέρα από ίδιο χαρακτήρα.

Ωστόσο, ενδεχομένως ένας αναγνώστης να μην αντιληφθεί κανένα από τα μηνύματα αυτά και να απολαύσει απλώς το βιβλίο αν του αρέσει. Μπορεί όμως ένας άλλος να λάβει τα παραπάνω μηνύματα και άλλα τόσα που περνάω χωρίς να το καταλάβω. Θέλω να πω ότι τα νοήματα ενός βιβλίου δεν επιλέγονται μόνο από τον συγγραφέα, αλλά και από τον αναγνώστη ανάλογα με το τι είναι σε θέση να πάρει από το βιβλίο που διαβάζει.

Το βιβλίο απευθύνεται σε εφήβους ή ενηλίκους; 

Απευθύνομαι σε άτομα από δεκαπέντε έως εκατόν δεκαπέντε ετών και, αν δεν απαγορευόταν τα παιδιά να διαβάζουν για σεξ για κάποιον λόγο που δεν έχω καταλάβει, θα έλεγα και από δώδεκα. Δεν έχω κάποια συγκεκριμένη ηλικία στο μυαλό μου. Ό,τι γράφω είναι για όποιον θέλει να το διαβάσει. Αν σκεφτούμε βέβαια ότι οι Τέσσερις κοντεσίνες λένε την ιστορία τεσσάρων κοριτσιών είκοσι τριών ετών, τότε το συμπέρασμα είναι ότι απευθύνονται κυρίως σε νεαρούς ενήλικες, γιατί δύσκολο ένας μεγαλύτερος να ταυτιστεί. Ωστόσο, νομίζω πως ένας έφηβος ή ένας νέος διαβάζοντάς τες θα βρει τον εαυτό του σε αυτές, ενώ ένας μεγαλύτερος θα θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια, τα εφηβικά και τα χρόνια της νιότης του. Το διάβασαν και άτομα άνω των εξήντα και τους άρεσε, οπότε θεωρώ πως τα έργα μου δεν έχουν ηλικία. Σε τελική ανάλυση, νομίζω πως οι αναγνώστες θα αποφασίσουν σε ποια ηλικία απευθύνεται ανάλογα με το ποια ηλικιακή ομάδα θα το προτιμήσει, όχι εγώ.

Είστε ευχαριστημένη με το εκδοτικό σας σπίτι εφόσον επιλέξατε δεύτερη φορά τις εκδόσεις Βακχικόν; 

Ναι, πολύ ευχαριστημένη. Χάρηκα πάρα πολύ που ένας τόσο αξιόλογος εκδοτικός οίκος αγκάλιασε δύο συγγραφικές μου απόπειρες. Ειδικά για την Αγγελική μορφή δεν το περίμενα, διότι ήταν νουβέλα και όχι μυθιστόρημα. Εύχομαι να ξανασυνεργαστώ μαζί τους. Μου έκαναν πολύ καλή προώθηση στα βιβλία, γράφτηκαν κριτικές, έδωσα συνεντεύξεις και δίνω και τώρα, μου έστειλαν μια λίστα με κριτικούς για να στείλω το βιβλίο και με διαφημίζουν. Και το κυριότερο, δε ζήτησαν ποτέ να μου αλλάξουν ούτε κόμμα στο έργο μου, πράγμα που δυστυχώς μου συνέβη με έναν άλλον εκδότη, ο οποίος ήθελε να εκδώσει τις Κοντεσίνες υπό την προϋπόθεση ότι θα του επιτρέψω να παρέμβει δραστικά σε αυτές αφαιρώντας οποιοδήποτε κομμάτι κρίνει χωρίς καν να περιμένει την έγκρισή μου. Δε θα μπορούσα ποτέ να δεχτώ κάτι τέτοιο. Μου φαίνεται ακρωτηριασμός. Δε θέλω κανείς να παρεμβαίνει στα έργα μου γιατί είναι δικά μου και κάθε λέξη βγαίνει από την καρδιά μου και γιατί αγαπάω την κάθε σκηνή. Οι Εκδόσεις Βακχικόν λοιπόν με σεβάστηκαν απόλυτα ως δημιουργό και τους ευγνωμονώ γι’ αυτό. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν άνθρωποι που στηρίζουν τους νέους καλλιτέχνες, γιατί αυτοί είναι που δημιουργούν τον μελλοντικό πολιτισμό της χώρας μας. Συν τοις άλλοις, ευγνωμονώ τις Εκδόσεις Βακχικόν, διότι μου έδωσαν την ευκαιρία να κάνω αυτό που αγαπώ, να εκθέσω στο ευρύ κοινό τα έργα μου και να μιλήσω δημοσίως για αυτά, χωρίς στιγμή να πτοηθούν από το νεαρό της ηλικίας μου. Όπως είπα και σε παραπάνω ερώτηση, είναι ανεπίτρεπτο να συσχετίζουμε τις ικανότητες κάποιου με την ηλικία του. Για να μη μιλήσω φυσικά για τα υπέροχα εξώφυλλα των δύο βιβλίων μου που μου πρότειναν οι Εκδόσεις, τα οποία αγκαλιάζουν τέλεια τα έργα μου. Η γυναίκα στο εξώφυλλο της Αγγελικής μορφής είναι φτυστή η Λίνα Πελόνη όπως την έχω στο μυαλό μου, ενώ η ιδέα οι κοντεσίνες να συμβολιστούν από τέσσερα φλιτζάνια καπουτσίνο που πίνουν όλες μαζί συντροφιά ήταν συγκλονιστική.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση βιβλίου προσεχώς; 

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στις 20 του μήνα. Πήγε εξαιρετικά, συγκινήθηκα και έμεινα απόλυτα ικανοποιημένη. Μαζεύτηκαν πάνω από ογδόντα άτομα και όλοι πέρασαν τέλεια, ενώ βρήκαν πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο. Λαχταράω κι άλλες βραδιές σαν αυτήν για τα επόμενα έργα μου. Παρόλο που το κομμάτι της βιβλιοπαρουσίασης είναι για μένα ένα μειονέκτημα της συγγραφικής μου δραστηριότητας λόγω του άγχους που βιώνω όταν πλησιάζει η μεγάλη βραδιά, και οι δύο παρουσιάσεις που έχω στο ενεργητικό μου ως τώρα πήγαν κατ’ ευχήν, δόξα τω Θεώ.

Μια ευχή για το μέλλον; 

Εύχομαι ολόψυχα όλα όσα προσπαθώ να περάσω μέσα από τα έργα μου να βγουν αληθινά. Προσπαθώ, για παράδειγμα, να περάσω μηνύματα υπέρ του σεβασμού στη διαφορετικότητα. Βλέπω όμως ότι ακόμα καλά κρατεί το φαινόμενο της ομοφοβίας, ακόμα δε γίνεται πλήρως αποδεκτό ένα τόσο βασικό ένστικτο όπως αυτό της σεξουαλικότητας. Εύχομαι λοιπόν μια μέρα κάθε γονιός να αποδέχεται χίλια τα εκατό το ομοφυλόφιλο παιδί του, να μην παρατηρείται καμία προκατάληψη και όλα τα ζευγάρια να απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα. Έχω θίξει πάρα πολύ το θέμα της αποδοχής της LGBTQ κοινότητας στα έργα μου, αλλά το έκανα με βαριά καρδιά, γιατί δε θα ήθελα να χρειάζεται να το θίξω, αλλά να είναι δεδομένο πως η κοινότητα γίνεται αποδεκτή από όλους, μα δυστυχώς καμιά φορά πρέπει να παλεύουμε για τα αυτονόητα.

Στις Τέσσερις κοντεσίνες προσπαθώ να περάσω μηνύματα για τη φιλία. Κι αυτό το όνειρο ας βγει αληθινό. Εύχομαι οι φίλοι να είναι φίλοι με όλη τη σημασία της λέξης. Να μην υπάρχουν φίλοι που μαχαιρώνουν πισώπλατα τους φίλους τους, που τους φθονούν και επιδιώκουν να τους υποβιβάσουν, που μιλάνε άσχημα γι’ αυτούς πίσω από την πλάτη τους. Μόνο έτσι θα εξαλειφθεί η μοναξιά, η απονιά και η περιθωριοποίηση, αλλά και άλλα προβλήματα που μαστίζουν τις ψυχές μας.

Επίσης, σε μια σκηνή του μυθιστορήματος αναφέρω ότι η Γιολάντα βρήκε στον δρόμο ένα εγκαταλελειμμένο σκυλάκι, ενώ το σκυλάκι που κάποτε είχε έφαγε φόλα. Αυτό ήταν από μέρους μου μια κραυγή απόγνωσης προς τους ανθρώπους που κακοποιούν, δολοφονούν ή εγκαταλείπουν ζώα. Διαβάστηκε μάλιστα το συγκεκριμένο απόσπασμα στην παρουσίαση, ώστε να θιχτεί το θέμα αυτό. Κακώς χρειάστηκε να γράψω κάτι τέτοιο. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο πως σεβόμαστε κάθε πλάσμα. Εύχομαι λοιπόν όλοι οι άνθρωποι να αγαπάνε, να φροντίζουν και να σέβονται τα ζώα. Ας καταλάβουμε πως όποιος πειράζει ένα ανυπεράσπιστο σκυλάκι δεν έχει σώας τας φρένας, δεν αξίζει να κυκλοφορεί ελεύθερος και είναι επικίνδυνος.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας.

Άλλο στοιχείο που τη χαρακτήριζε ήταν η αφοπλιστική της ειλικρίνεια. Πάντα έλεγε ό,τι πίστευε και ένιωθε, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Όπως είχε κάνει στην πρώτη γυμνασίου, όπου η καθηγήτρια της λογοτεχνίας είχε δώσει εντολή να διαβάσουν μέσα στα Χριστούγεννα ένα βιβλίο, το οποίο ήταν αφόρητα ανιαρό. Όταν η συγγραφέας του βιβλίου ήρθε στο σχολείο και ρώτησε τα παιδιά αν τους άρεσε το δημιούργημά της, η Γιολάντα πετάχτηκε και είπε πως ήταν ό,τι πιο βαρετό είχε διαβάσει ποτέ.

Έρωτας είναι να πονάς, να λιώνεις, να κλαις, αλλά και να πετάς στον ουρανό. Όλος ο κόσμος να είναι αυτός που αγαπάς. Στα μάτια του να βλέπεις τον εξιδανικευμένο σου εαυτό και την προσωποποίηση της ευτυχίας, του έρωτα και της αγάπης, αλλά και το αρχέτυπο της τελειότητας. Να θες να βουτήξεις στον κόσμο του, να μάθεις για κείνον τα πάντα. Να του χαρίσεις το ίδιο το φεγγάρι και όλα τα αστέρια μαζί και τον ήλιο και το ουράνιο τόξο. Να θες να γίνεις τέλειος στα πάντα μόνο για κείνον, για να νιώθεις πως του αξίζεις, γιατί πιστεύεις πως του αξίζει το καλύτερο. Να τον βλέπεις να τρώει και να χορταίνεις, να κοιμάται και να ξεκουράζεσαι, να πίνει νερό και να ξεδιψάς, να χτυπάει και να πονάς. Ακόμα κι αν σε πληγώσει ή σε προδώσει, να μη μετανιώνεις για ό,τι νιώθεις. Το χαμόγελο και τα μάτια του να σε κάνουν ποιητή. Στα μάτια σου οι δυο σας να είστε πρωταγωνιστές κάθε αισθηματικής ταινίας.

Τελικά ένας φίλος, ένας πραγματικός φίλος, που αγαπάς τόσο πολύ, που έχεις μαζί του τόσα βιώματα, είναι για σένα πιο ψηλά και από έρωτες και από οικογένειες και από τον εαυτό σου ακόμα. Το να τον έχεις στο πλευρό σου είναι πιο επιτακτικό και από το να τραφείς και από το να κοιμηθείς και από το να αναπνεύσεις. Το να σου ζητήσουν να τον αρνηθείς είναι σαν να σου ζητάνε να ξεριζώσεις την καρδιά σου. Αν τον έχεις αγαπήσει τόσο βαθιά, η αγάπη αυτή μένει για πάντα μέσα στην καρδιά σου, ακόμα κι αν σε έχει προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Μοιάζει με τον έρωτα, γιατί η καρδιά σου χτυπάει γι’ αυτόν και τον θέλεις στο πλάι σου, μόνο που, αντί να λαχταράς να είσαι ζευγάρι μαζί του, λαχταράς να είστε αχώριστοι. Αντί να λαχταράς ερωτική συνεύρεση, λαχταράς μία βόλτα μαζί του, ένα τηλεφώνημα, μία αγκαλιά, ένα χάδι, μία συζήτηση.

Κυρία Τσιάλα, σας ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα μας! Καλή και δημιουργική συνέχεια να έχετε! 

Εγώ σας ευχαριστώ θερμά. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσες οι ερωτήσεις σας. Η τιμή που μου κάνατε ήταν μεγάλη. Εύχομαι να σας κάλυψα. Να είστε καλά!


Βιογραφικό:

Η Πηνελόπη Τσιάλα γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα και είναι απόφοιτη της Φιλολογίας Αθήνας, κατεύθυνση Γλωσσολογίας, και μιλάει άπταιστα αγγλικά. Από την παιδική της ηλικία γράφει ιστορίες και σκαρώνει στιχάκια, ενώ ένα διήγημά της επιλέχθηκε για να εκπροσωπήσει το Λύκειό της σε πανελλήνιο διαγωνισμό καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από τότε έχει γράψει και άλλα διηγήματα. Στα είκοσι ένα κυκλοφόρησε η πρώτη της νουβέλα, με τίτλο Αγγελική μορφή (εκδόσεις Βακχικόν 2019). Στην ίδια ηλικία παρακολούθησε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Ασχολείται επίσης ερασιτεχνικά με το τραγούδι. Ένας από τους στόχους της για το μέλλον είναι να παρακολουθήσει μαθήματα σε Δραματική σχολή. Δεν σκοπεύει ποτέ να αφήσει τη συγγραφή, γιατί της προσφέρει χαρά, πληρότητα και αυτοπεποίθηση. Οι τέσσερις κοντεσίνες είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.