Νίκος Αρβανιτάκης: "Τα βιβλία μου περιέχουν μεγάλη δόση αλήθειας και λιγότερη μυθοπλασία"

 


Ο συγγραφέας Νίκος Αρβανιτάκης έχει διαγράψει μια αξιόλογη πορεία στον χώρο των γραμμάτων. Φιλοξενείται σήμερα στις Τέχνες με αφορμή το νέο του βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Όστρια» και φέρει τον τίτλο «Ο λευκός ΦΑΣΙΣΤΑΣ». 

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Αρβανιτάκη, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Είμαι ένας άνθρωπος, που θέλει να βλέπει πίσω από τα φαινόμενα. Που θέλει να φτάνει τα πράγματα ως την άκρη, μήπως και βρει την απάντηση. Που δεν πιστεύει σε γενικεύσεις και σε εύκολους αφορισμούς. Που βρίσκεται σε μια συνεχή αγωνία για το σκοπό της ύπαρξης αυτού του κόσμου. Που αγαπάει τον ορθό λόγο.

Οι ακαδημαϊκές σας σπουδές, αλλά και η επαγγελματική σας ενασχόληση επηρέασαν, θεωρείτε, την απόφασή σας να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Οι σπουδές και η συνολική συγκρότηση ενός ανθρώπου, ασφαλώς αποτελούν πολύτιμα εφόδια, αλλά δεν αρκούν για να γίνεις συγγραφέας. Χρειάζονται και άλλα πράγματα, όπως το να θες να αναλύεις τα φαινόμενα, να τα περιγράφεις, να τα παρουσιάζεις στους άλλους, με κάποιο ταλέντο φυσικά.

Ποιο ρόλο διαδραματίζει η λογοτεχνία στο σύγχρονο άνθρωπο; Τι του προσφέρει;

Πέρα από τον ψυχαγωγικό της ρόλο, τον οποίο σέβομαι, η λογοτεχνία θα πρέπει να προσπαθεί να κάνει τον άνθρωπο καλύτερο, δείχνοντάς του τις ασχήμιες, αλλά και τις ομορφιές αυτού του κόσμου. Να προσπαθεί να εκφράσει το άρρητο, με τρόπο που να γίνεται κατανοητός, χωρίς να καταφεύγει σε διδακτισμό. Αρκετοί συγγραφείς το καταφέρνουν αυτό. Άλλοι όχι.

Το δικό σας έργο τι το διαφορετικό προσφέρει στα γράμματα; Εξασφαλίζει μια ξεχωριστή ταυτότητα ανάμεσα στα τόσα άλλα που κυκλοφορούν στην αγορά; Τι πιστεύετε;

Προσπαθώ, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο ύφος, να πω πράγματα που πιστεύω ότι θα ωφελήσουν τον αναγνώστη, αλλά και θα του χαρίσουν τη χαρά και την απόλαυση της ανάγνωσης. Τέρπειν άμα τε και διδάσκειν, έλεγαν οι Αρχαίοι υμών.

Τα βιβλία μου περιέχουν μεγάλη δόση αλήθειας και λιγότερη μυθοπλασία.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Δεν υπάρχει συγγραφέας, που να μην έχει δεχτεί επιδράσεις από άλλους, που προηγήθηκαν ή που είναι σύγχρονοί του. Ο Νεύτωνας είχε πει κάποτε, ότι έφτασα μέχρι εδώ, επειδή πάτησα σε ώμους γιγάντων.


Από τη μακρόχρονη πορεία σας στο χώρο του βιβλίου, θεωρείτε πως υπάρχει συνταγή για τη συγγραφή ενός καλού πονήματος; Κι αν ναι, τι είναι αυτό που τη χαρακτηρίζει ως καλό;

Δεν μου αρέσουν οι συνταγές. Η τέχνη δε διδάσκεται. Π.χ. για να γίνεις καλός σκηνοθέτης, δεν αρκεί να βγάλεις μια σχολή. Πόσοι είναι οι καλοί σκηνοθέτες; Το ίδιο ισχύει και για τη συγγραφή. Γράφεις , επειδή θέλεις κάτι να πεις. Το να το πεις καλά είναι δική σου υπόθεση, ικανότητα και ταλέντο. Θα χαρακτήριζα ένα βιβλίο ως καλό, αν στο τέλος είχα κάτι να σκεφτώ πάνω σ’ αυτό. Να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω, αδιάφορο.

Μπορεί να υπάρξει δημιουργία χωρίς έμπνευση; Εσείς, ως έμπειρος και δοκιμασμένος στα γράμματα δημιουργός, πιέσατε ποτέ τον εαυτό σας να δημιουργήσει μια ιστορία κατά παραγγελία;

Βεβαίως μπορεί να υπάρξει δημιουργία χωρίς έμπνευση, αλλά δεν είναι δημιουργία. Είναι συνταγή. Εκτέλεσης μιας συνταγής με επαρκή τρόπο.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία μας μέρες μας;

Διαβάζουν, αλλά το αναγνωστικό κοινό έχει μειωθεί. Το διαδίκτυο πληροφορεί δεν μορφώνει. Δεν βάζει το μυαλό να σκεφτεί. Δεν αλλάζει απόψεις και χαρακτήρες. Θυμάμαι, όταν, για πρώτη φορά , διάβασα τη Ζωή εν Τάφω του Μυριβήλη. Ένιωσα κάτι να αλλάζει μέσα μου, εκ θεμελίων.

Έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο από τα βιβλία σας; Υπάρχει κάποιο, το οποίο θα προτείνατε οπωσδήποτε να διαβάσουν οι αναγνώστες;

Όλη μου η προσοχή είναι στραμμένη σε αυτό που γράφω τώρα και βάζω σ’αυτό πολλή αγάπη. Θα πρότεινα το βιβλίο μου ο Λευκός Φασίστας, γιατί είναι το χρονικό μιας εποχής, μέσα από μια απόλυτα αληθινή ιστορία.


Το βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου φέρει τον τίτλο «Ο λευκός ΦΑΣΙΣΤΑΣ» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Όστρια». Φιλοξενεί ένα αρκετά σκοτεινό και μυστηριώδες εξώφυλλο, που, ομολογώ, ταιριάζει αρκετά με τον τίτλο που δώσατε σ’ αυτό. Θεωρείτε πως η πρώτη ματιά, η εξωτερική του εμφάνιση ενός έργου, είναι σημαντική για τον αναγνώστη που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή μαζί του;

Ναι, είναι σημαντικό το εξώφυλλο να είναι αισθητικά επαρκές, αλλά θα πρέπει ο αναγνώστης να ρίχνει μια ματιά και στο οπισθόφυλλο, παίρνοντας μια ιδέα για το περιεχόμενο του βιβλίου.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια μυθιστορηματική βιογραφία, η οποία είναι περισσότερο βιογραφία και λιγότερο μυθιστόρημα. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την εξιστόρηση της ζωής ενός απλού χωροφύλακα, ο οποίος υπηρετούσε στην Αθήνα και τον Πειραιά, κατά τη διάρκεια της Μεταξικής Δικτατορίας, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Εξαιτίας ενός μεγάλου και τραγικού έρωτα, αποφασίζει να βοηθήσει την Αντίσταση, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του. Μιλήστε μας περισσότερο για το περιεχόμενό του.

Πρόκειται για ένα φτωχό αγρότη-κολλίγο, που για να γλιτώσει από τη δουλεία του αφέντη, αποφασίζει να καταταγεί στη Χωροφυλακή. Σε όλη τη διάρκεια της ταραχώδους θητεία του, προσπαθεί να συμβιβάσει τις απαιτήσεις της θέσεις του, με τα προσωπικά του πιστεύω. Με τις δικές του αξίες. Με βοηθούς την αποφασιστικότητα και το χιούμορ του, δίνει τη δική του μάχη.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για το βιβλίο σας;

Ο τίτλος είναι η κεντρική ιδέα του βιβλίου. Η κοινωνία τον έχει χαρακτηρίσει ως θέσει φασίστα, δηλαδή μαύρο. Αυτός όμως είναι λευκός, γιατί φασίστας δεν υπήρξε ποτέ. Είναι ένα σχήμα οξύμωρο. Μια αντίφασις εν εαυτή.

Ποιο υπήρξε το έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου και ποιος, τελικά, είναι ο σκοπός του; Μήπως να αποτυπώσει, όπως γράφετε κι εσείς στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, την αλήθεια των γεγονότων και την ατμόσφαιρα μιας περασμένης εποχής του προηγούμενου αιώνα;

Ήθελα να διηγηθώ την ενδιαφέρουσα ιστορία αυτού του ανθρώπου, που ταυτόχρονα επιβεβαιώνει τα λόγια του αρχαίου ποιητή και φιλόσοφου Επίχαρμου: Νους ορή και νους ακούει. Τ’άλλα δε τυφλά και κωφά.

Πόσος καιρός απαιτήθηκε και πόση μελέτη από μέρους σας για τη συγγραφή του βιβλίου σας αυτού, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα έργο με αρκετά ιστορικά στοιχεία;

Γύρω στους έξι μήνες. Είναι αλήθεια, ότι όταν αναφέρεσαι σε ιστορικά γεγονότα, πρέπει να είσαι όσο το δυνατόν ακριβής.

Γιατί επιλέξατε να ανακατέψετε το μύθο με τη βιογραφία; Στο βιβλίο όμως δίνεται η εντύπωση πως είναι εύκολη αυτή η συνύπαρξη. Είναι όμως;

Είναι εύκολη, όταν δεν υπάρχει μύθος, αλλά σκέτη αλήθεια. Βέβαια, για να παρουσιαστεί η αλήθεια, απαιτείται το κατάλληλο «φόρεμα».

Σε ποιο κοινό απευθύνεστε κυρίως;

Σε κάθε άνθρωπο, που του αρέσει να κοιτάζει πίσω από τα επιφαινόμενα, για να βρει την αλήθεια.

Μιλήστε τις για το εκδοτικό τις σπίτι. Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία τις με τις εκδόσεις «Όστρια»;

Μέχρι τώρα, ναι. Θα εξαρτηθεί και από το μέλλον.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Δεν έχω κάτι υπόψη μου αυτή τη στιγμή.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο μας.


Κύριε Αρβανιτάκη, μας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτησή μας. Να είστε καλά και πάντα δημιουργικός.

Κι εγώ σας ευχαριστώ!


Βιογραφικό:


Ο Νίκος Δ. Αρβανιτάκης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Ψυχολογία και χρήση Υπολογιστών στα Πανεπιστήμια της Πάτρας και του Λονδίνου. Υπηρέτησε στην Εκπαίδευση, φτάνοντας μέχρι τη θέση του Περιφερειακού Σχολικού Συμβούλου Ιονίων Νήσων.

Άλλα βιβλία του: «Οι Η/Υ στην Εκπαίδευση», «Ες Γην Εναλίαν», «Ο Αδαμάντιος Κοραής και η Παιδεία», «Η Ζωή, πώς θνήσκεις;».