Πάνος Χρυσοστόμου: "Είμαι ένας «επαγγελματίας» με καρδιά «ερασιτέχνη» που δεν σταμάτησε ποτέ να κυνηγά τα όνειρα του"


Σήμερα στις Τέχνες έχουμε τη χαρά και την τιμή να φιλοξενούμε τον δημοσιογράφο, συντάκτη περιοδικών, ραδιοφωνικό παραγωγό, μουσικοκριτικό πολυγραφότατο συγγραφέα (και πολλά άλλα ακόμα...) Πάνο Χρυσοστόμου. Αφορμή της συνέντευξης αυτής αποτελεί το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Του Λαγού τ’ Αυτιά κι του Δαιμόνου η Τράπεζα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Φίλντισι».

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Χρυσοστόμου, από το βιογραφικό σας καταλαβαίνει κανείς ότι είστε ένας ανήσυχος και ταυτόχρονα πολυπράγμων άνθρωπος. Εσείς ο ίδιος πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Θα έλεγα εν συντομία, πως πάντα είμαι ένας «επαγγελματίας» με καρδιά «ερασιτέχνη» που δεν σταμάτησε ποτέ να κυνηγά τα όνειρα του…

Δεδομένου ότι τρέφετε μεγάλη αγάπη για τη μουσική και τον κινηματογράφο κι έχετε διαγράψει μια αξιόλογη επαγγελματική πορεία στα ΜΜΕ, γιατί θελήσατε να στρέψετε το ενδιαφέρον σας προς τη λογοτεχνία; Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε και προς αυτή την κατεύθυνση;

Γράφω από μικρό παιδί, αλλά και διαβάζω διαρκώς. Κι αυτά προφανώς προηγήθηκαν όλων των άλλων. Απλώς από το 2004 ξεκίνησαν να εκδίδονται και κάποια από τα έργα μου. Αν με ρωτούσατε γιατί... καθυστέρησαν τόσο, θα σας έλεγα γιατί δεν είχα αποφασίσει να δημοσιοποιηθούν. Κι αν μετά ρωτούσατε πως το πήρα απόφαση, θα σας απαντούσα γιατί ήθελα κάποια από αυτά (όπως το συγκεκριμένο για το οποίο σήμερα μιλάμε) να διασωθούν…

Ποια ιδιότητά σας θεωρείτε ότι υπερέχει των άλλων;

Αυτή του ανήσυχου ερευνητή, που πάντα ενδιαφέρεται για τη σχέση αιτίου-αιτιατού. Όλη μου η επαγγελματική, αλλά και μεγάλο μέρος της προσωπικής ζωής, κυριαρχείται από αυτό.

Το συγγραφικό σας ενδιαφέρον σχετίζεται με το αντικείμενο της ενασχόλησής σας; Υπάρχει μια κάποιου είδους αλληλεπίδραση της μιας ιδιότητάς σας με την άλλη;

Όχι δεν έχω τέτοια πρόθεση, αλλά είναι λογικό να υπάρχουν κάποιες αλληλεπιδράσεις, χωρίς (ελπίζω!) η μία ιδιότητα μου να εξουδετερώνει την άλλη. Υπάρχει ένας κάποιος όγκος πραγμάτων που δεν έχουν εκδοθεί ακόμα, με εντελώς άλλο ύφος, έτσι ώστε όταν με το καλό θα βρουν κι αυτά το δρόμο τους, θα είναι πιο ξεκάθαρη αυτή η διαφοροποίηση.

Εντοπίζετε κοινά στοιχεία ανάμεσα στο δημοσιογραφικό και το λογοτεχνικό κείμενο; Εσείς ως συντάκτης εφημερίδων και παρουσιαστής πολιτιστικών εκπομπών δυσκολευτήκατε να προσαρμόσετε το ύφος της γραφής σας σε μια άλλη, πιο ανάλαφρη δομή του λόγου, προκειμένου να γίνετε αποδεκτός στο αναγνωστικό κοινό, αυτό που βλέπει το βιβλίο ως μέσο ψυχαγωγίας και όχι ως μέσο ενημέρωσης και γνώσης;

Είναι άλλο πράγμα το καθένα, αν θες να το κάνεις σωστά. Θεωρώντας ότι βρισκόμουν πάντα κάπου στο ενδιάμεσο μεταξύ ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, είναι γεγονός ότι δεν νιώθω ότι πιέστηκα ποτέ σε οποιαδήποτε αλλαγή προκειμένου να γίνω αποδεκτός ή αρεστός. Έγινε όλο με μια μάλλον αυτόματη διαδικασία που πρωτίστως ικανοποιούσε εμένα κι εν συνεχεία διαπίστωνα με χαρά ότι το ίδιο ίσχυε εν συνεχεία και σε πολλούς άλλους.

Δέχεστε επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς στα πονήματά σας;

Όχι πια. Στα νεανικά μου έργα έπεφτα κι εγώ πολύ συχνά σε αυτή την παγίδα, αλλά ως τώρα δεν έχει κυκλοφορήσει τίποτα από αυτά. Οι επιρροές βεβαίως υπάρχουν ακόμα κι αν προσπαθούμε να μη φαίνονται, αλλά… Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως έπαψα να λατρεύω ποιητές και συγγραφείς, απλώς προσπαθώ να μην τους… βάζω στα δικά μου κείμενα.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Το κάθε τι. Χαρές και λύπες. Προσωπικές ιστορίες άλλων ανθρώπων. Ιστορικά ντοκουμέντα. Η μουσικότητα των στιγμών. Έχω ανοιχτές «κεραίες» σε κάθε αισθητική πρόκληση.


Υπήρξε κάποιο γεγονός στη ζωή σας που νιώσατε την ανάγκη να το μεταφέρετε αυτούσιο στο χαρτί;

Ναι, έγινε κιόλας στο βιβλίο μου «Μη μιλάς». Ήταν οι τελευταίες μέρες της ζωής του πατέρα μου, που μεταφέρθηκαν σχεδόν όπως τις βίωσα τότε. Μια διαδικασία επώδυνη αλλά συνάμα και λυτρωτική.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας;

Πάντα θα διαβάζουν οι άνθρωποι. Είναι ανάγκη. Είναι στοιχείο της ίδιας της ζωής μας. Μπορεί να διαβάζουν πια ακόμα και μέσα από το ίδιο το… διαδίκτυο. Μεταξύ των αμέτρητων επιλογών, το να διαβάζει κανείς σήμερα, είναι άποψη ζωής και στοιχείο δημιουργικότητας. Βεβαίως ο χώρος ζει μια μεγάλη κρίση που ολοένα και βαθαίνει, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.

Θεωρείτε ότι είναι χρέος του κάθε δημιουργού να μοιράζεται το έργο του όταν το ολοκληρώσει; Εσείς στην προκειμένη περίπτωση, γιατί πήρατε την απόφαση να εκδώσετε το νέο σας βιβλίο;

Όχι βέβαια! Δεν υπάρχει κανένα τέτοιο «χρέος». Διότι στην Ελλάδα οι μισοί γράφουμε κι οι άλλοι μισοί τραγουδάνε. Σκεφτείτε λοιπόν τι θα γινόταν αν ο καθένας μας που κάτι δημιουργεί το έβλεπε έτσι. Συχνά μάλιστα σκέφτομαι πως αν ήμασταν όλοι πιο φειδωλοί σε όσα κυκλοφορούμε, δε θα υπήρχε ίσως και τέτοια υπερβολή, αλλά και τόσα σκουπίδια! Γιατί ας μη γελιόμαστε κι ας μη φανεί ακραία η άποψη μου, δεν έχω τέτοια πρόθεση…

Ό,τι εκδίδεται δεν είναι και άξιο έκδοσης! Αν λοιπόν το να βλέπει κανείς να εκδίδονται τα πονήματα του δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ανάγκη επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους και συνάντηση με τις δικές τους ιστορίες, όλα θα έχουν διαφορετική βαρύτητα. Κι όλα θα είναι διαφορετικά. Εγώ τουλάχιστον έτσι ξεκινώ όταν αποφασίζω να εκδοθεί κάποιο βιβλίο μου. Δεν προχωράς δημιουργικά, αν πρώτα δεν έχεις ένα μεγάλο καλάθι αχρήστων να πετάς πράγματα. Αλίμονο σε όλους μας αν κυκλοφορείς τα πάντα. Και μαζί δηλαδή τα άχρηστα.

Ας αναφερθούμε περισσότερο σ’ αυτό. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που φέρει τον τίτλο «Του Λαγού τ’ Αυτιά κι του Δαιμόνου η Τράπεζα» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Φίλντισι». Πώς προέκυψε ο τίτλος του και τι υποδηλώνει;

Ο τίτλος είναι σχετικός με τα δυο μικρά βουναλάκια στο Αϊβαλί που όταν τα έβλεπαν οι πρόσφυγες που πέρασαν απέναντι στη Λέσβο, αποτελούσαν το τελευταίο σημείο ανάμνησης και επαφής τους με τη χαμένη πατρίδα.

Η επιλογή του εξωφύλλου συνδυάζεται με το περιεχόμενο της ιστορίας που αφηγείστε;

Ε φυσικά. Η κεντρική ηρωίδα είναι μια από τις εικονιζόμενες, εκείνη ακριβώς την εποχή.

Το βιβλίο αυτό βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, τα οποία έχουν την αφετηρία τους στο 1922, τότε που ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας σημάδεψε για πάντα τις ζωές τους. Η ιστορία σας σκιαγραφεί τη ζωή ενός μικρού κοριτσιού το οποίο έζησε την προσφυγιά και τον διωγμό από το Αϊβαλί κι επιχειρεί στη νέα του άγνωστη πατρίδα, τη Μυτιλήνη, ως μετανάστρια πια, να έρθει αντιμέτωπη με τις δυσκολίες, τα εμπόδια, τη ρατσιστική αντιμετώπιση και τις αγριότητες αυτής και να επιβιώσει. Μιλήστε μας περισσότερο για το περιεχόμενο της.

Είναι μια αληθινή ιστορία όπως μου τη διηγήθηκε η δική μου γιαγιά, αλλά δε διαφέρει από τις ιστορίες εκατοντάδων χιλιάδων άλλων ξεριζωμένων του 1922. Λογοτεχνική αδεία θα λέγαμε, υπάρχουν και μυθοπλαστικά στοιχεία, όμως το βιβλίο δεν ξεφεύγει ποτέ από τα αληθινά γεγονότα που συγκλόνισαν τον Ελληνισμό και διαμόρφωσαν τη συνέχεια όσων εξελίχθηκαν στον γεωγραφικό χώρο που ζούμε. Παράλληλα βέβαια και χωρίς να τοποθετείται πολιτικά, είναι κι ένα σχόλιο στην σημερινή εποχή με τους τωρινούς κατατρεγμένους. Επισημαίνοντας το παράδοξο. Ότι δηλαδή μερικοί από τους απογόνους των τότε μεταναστών σα να έχουν ξεχάσει τα δεινά των προγόνων τους και φέρονται με ιδιαίτερη σκληρότητα στους σημερινούς.

Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη μέσα από το βιβλίο σας;

Αυτό που έλεγε η γιαγιά μου και το έκανε πράξη μετά από προσφυγιά, δύο πολέμους, εμφύλιο, Χούντα, ταραχές κ.ο.κ. φεύγοντας από τον κόσμο σε ηλικία 96 ετών. «Η ζωή δεν σταματάει ποτέ».

Ποιο υπήρξε το έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου και ποιος, τελικά, είναι ο σκοπός του; Μήπως να διατηρήσει τη μνήμη των προγόνων μας άσβεστη στην πορεία του χρόνου ή και κάτι άλλο ακόμα;

Ξέρετε καλά πως η Μικρασιατική καταστροφή παραμένει ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που δεν δικαιώθηκε. Για ποικιλία λόγων που δεν θα συζητήσουμε τώρα. Θεωρώ πως θα συνεισφέρει στη γνώση του τι συνέβη τότε. Και ότι μέσα από αυτές τις μαρτυρίες των παλιών που δεν υπάρχουν πια, θα μπορέσουμε ίσως να αντιληφθούμε τι πήγε στραβά, ώστε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Χρωστάμε στα παιδιά που μεγαλώνουν έναν καλύτερο κόσμο.

Σε ποιο κοινό απευθύνεστε;

Θέλω να πιστεύω σε όλους εκείνους που όχι μόνο εμπλέκονται λόγω καταγωγής, ιστορίας, επετείων κλπ με την Μικρά Ασία, αλλά σκέπτονται και προβληματίζονται ευρύτερα για όσα διαμόρφωσαν αλλά και διαμορφώνουν τις σημερινές συνθήκες ζωής στη χώρα μας.

Μιλήστε μας για το εκδοτικό σπίτι. Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Φίλντισι»;

Την Σύσση Καπλάνη, την εκδότρια, την γνωρίζω για περισσότερα από τριάντα χρόνια, πολύ πριν γίνει εκδότρια και την εκτιμώ πολύ. Αν και δεν είχαμε συνεργαστεί ποτέ επαγγελματικά μέχρι πριν μερικά χρόνια, από μια ευτυχή συγκυρία έγινε κι αυτό. Το γεγονός πως συνεχίζεται αυτή η κοινή μας πορεία και για το τρίτο συνεχόμενο βιβλίο μου που εκδίδεται (μετά το «Soundtrack» και το «Επτά») νομίζω τα λέει όλα!

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Ναι, αν και δεν είμαστε έτοιμοι να το ανακοινώσουμε ακόμα, υπάρχουν πολλά σχέδια και πολλές προσκλήσεις από φίλους μας ανά την Ελλάδα. Θα σας ενημερώσουμε δεόντως όταν αυτά τα σχέδια συγκεκριμενοποιηθούν.

Κύριε Χρυσοστόμου, σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτησή μας. Να είστε καλά και πάντα δημιουργικός.

Εγώ σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας. Να είστε πάντα καλά!


Βιογραφικό: 

Ο Πάνος Χρυσοστόμου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966 και θεώρησε απολύτως φυσικό μετά από σπουδές Μουσικής και Δημοσιογραφίας, να στραφεί με αξιώσεις σε μια πιο εξειδικευμένη εκδοχή ρεπορτάζ.

Ως επαγγελματίας πια, από το 1988, (αλλά με καρδιά ερασιτέχνη) έγινε συντάκτης, στέλεχος περιοδικών, εφημερίδων, παραγωγός αλλά και παρουσιαστής πολιτιστικών εκπομπών στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, με ειδίκευση στη μουσική και τον κινηματογράφο.

Μεταξύ άλλων για 12 χρόνια μουσικοκριτικός στο «Ποπ και Ροκ», «freelancer» συνεργάτης σε δεκάδες έντυπα μέχρι σήμερα, με παρουσία κατά καιρούς σε όλα τα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα στην Ελλάδα και δημιουργός όλων των κινηματογραφικών λημμάτων στην εγκυκλοπαίδεια «Δομή».

Τα τελευταία 20 χρόνια, εν μέσω οικογένειας, τριών παιδιών, κριτικών για ταινίες, συνεντεύξεων με καλλιτέχνες του εξωτερικού (και εσωτερικού) και φυσικά τις μουσικές εκπομπές του στην Ελληνική Ραδιοφωνία, αποφάσισε να εκθέσει (και να εκτεθεί) μια σειρά εμπειριών του, μέσω της συγγραφής.