Λιλή Μαυροκεφάλου: "Δημιουργία δίχως έμπνευση είναι το παιδί του «σωλήνα» κι όχι του έρωτα"


Μία ιδιαίτερα έμπειρη, αξιόλογη και πολυβραβευμένη συγγραφέα έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε σήμερα στις Τέχνες, η οποία μετράει ήδη αρκετές δεκαετίες στον χώρο των γραμμάτων, προσφέροντας αρκετά πνευματικά διαμάντια στον πολιτισμό μας. Είναι η συγγραφέας Λιλή Μαυροκεφάλου, που μας συστήνεται για ακόμα μια φορά, ενώ παράλληλα φέρνει μαζί της και το νέο της βιβλίο 
με τίτλο «Φωνές», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος».

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου

Κυρία Μαυροκεφάλου, ασχολείστε εντατικά με τη συγγραφή από το 1977, τη χρονιά που εκδόθηκε το πρώτο σας βιβλίο. Η ερώτησή μου είναι εύλογη κι αναπόφευκτη. Γιατί; Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να εκφραστείτε μέσω αυτής;

Ο σπόρος υπήρχε. Από παιδί ήμουν παθιασμένη αναγνώστρια και τα διαβάσματά μου πυροδοτούσαν μια ζωηρή φαντασία που νοερά δημιουργούσε τις δικές της ιστορίες. Όταν βρέθηκα στις κατάλληλες συνθήκες ο σπόρος κάρπισε.

Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας; Τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;

Η λογοτεχνία για μένα είναι ένα ταξίδι στον έσω και στον έξω κόσμο μας. Τα ταξίδια, και τα λογοτεχνικά, ψυχαγωγούν, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην σκέψη και στην κατανόηση του εαυτού και του άλλου, ευαισθητοποιούν και μας δίνουν την δυνατότητα μέσα σε μια ζωή να ζήσουμε πολλές ζωές με ότι αυτό σημαίνει.

Τρέφετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο λογοτεχνικό είδος και γιατί;

Τρέφω αδυναμία στη λογοτεχνία εκείνη που ενώ συνοδοιπορεί και συνομιλεί μαζί μου, μπορεί ταυτόχρονα να μου φανερώνει όσα δεν έβλεπα καθαρά.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας;

Κατά τη γνώμη μου, άλλο η φλυαρία του διαδικτύου κι άλλο η διαχρονική γοητεία μιας συνεκτικής αφήγησης. Ωστόσο ανάλογα με την εποχή και την τεχνολογική εξέλιξη, η μορφή της αφήγησης μπορεί να αλλάζει π.χ. προφορική, έντυπη, ηλεκτρονική. Όποτε, ναι, οι αναγνώστες δεν πρόκειται να εκλείψουν.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο άνθρωπο που επιθυμεί ν’ ασχοληθεί τώρα με την συγγραφή;

Το κλασικό: αν η ανάγκη να γράψει είναι αφόρητη, να το κάνει.

Η κρίση αναμφίβολα έχει επηρεάσει σημαντικά την τέχνη και φυσικά τη λογοτεχνία. Μπορεί σήμερα ένας συγγραφέας να βιοποριστεί μόνο από τα έργα του;

Πότε μπορούσε ─ αν μιλάμε για την Ελλάδα με την μικρή αριθμητικά γλώσσα και το περιορισμένο αναγνωστικό κοινό ─ να βιοποριστεί ένας συγγραφέας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων;

Μπορεί να υπάρξει δημιουργία χωρίς έμπνευση; Εσείς ως δημιουργός, που έχετε διανύσει μια τόσο αξιόλογη πορεία στο χώρο των γραμμάτων, πιέσατε ποτέ τον εαυτό σας να δημιουργήσει κατά παραγγελία;

Δημιουργία δίχως έμπνευση είναι το παιδί του «σωλήνα» κι όχι του έρωτα. Προσωπικά «ερωτεύομαι» για να γράψω.

Έχετε βραβευθεί για το συγγραφικό σας έργο από την "Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών", από την "Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά" και από την Πανελλήνια Ένωση Γυναικών Μάνης. Νιώθετε πως έχετε ανταμειφθεί επαρκώς για την πολύτιμη προσφορά σας στον ελληνικό πολιτισμό;

Η όποια προσφορά μου αντλεί ικανοποίηση από την ανιδιοτελή αποδοχή του αναγνωστικού κοινού.


Κρατώ στα χέρια μου το μυθιστόρημά σας, με τίτλο «Φωνές» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος». Μιλήστε μας γι’ αυτό.

Είναι η ιστορία τεσσάρων γενεών που καλύπτει περίπου εκατό χρόνια, από την Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι πρόσφατα. Οι αφηγήσεις των ηρώων αποκαλύπτουν όχι μόνο τις περιπέτειες, τα πάθη, τους έρωτες, τους αγώνες τους αλλά συγχρόνως φωτίζουν κομβικές ιστορικές στιγμές της πολύπαθης πατρίδας μας που συμπαρασύρουν στη δίνη τους τις ανθρώπινες ζωές.

Το ενδιαφέρον σας ξεκάθαρα δείχνει την προτίμησή σας για το ιστορικό μυθιστόρημα. Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε στο συγκεκριμένο βιβλίο να κινηθείτε προς αυτή την κατεύθυνση;

Θα σας απαντήσω με ένα απόσπασμα από σχεδίασμα για τον πρόλογο του βιβλίου. «Θαρρείς πως ακούς μονάχα τις κουβέντες των γύρω και τη φλυαρία της τηλεόρασης; Ή έστω τα τζιτζίκια του μεσημεριού και τον παφλασμό της θάλασσας; Τις φωνές τους κάνεις τάχα πως δεν ακούς, των νεκρών, λέω, μα και των ζωντανών, αυτές που λουφάζουν στην ψυχή και το αίμα σου! Ταράχτηκα. Μπορούσα τάχα ν’ ακούσω;.. Είπε: Μην ψιλοκοσκινίζεις και τυραννιέσαι. Δεν είσαι δα και φωνογράφος. Αναπόφευκτη κι η δική σου φωνή μέσα στις άλλες.
Χάρισε σ’ όλες τους ελευθερία. Ανοίγει ατραπούς η ελευθερία έτσι που νους και καρδιά στις πατημασιές του χθες να συλλαβίζουν το σήμερα και το αύριο».

Μιλάμε ομολογουμένως για ένα απαιτητικό είδος λογοτεχνίας που προϋποθέτει έρευνα, μπόλικο διάβασμα, συγκέντρωση και πειθαρχία. Εσείς για τη συγγραφή του βιβλίου σας προβήκατε σ’ αυτά τα βήματα; Φοβηθήκατε μια πιθανή παραποίηση της ιστορικής αλήθειας είτε από απροσεξία είτε από άγνοια;

Πράγματι, το βιβλίο αυτό έχει πίσω του πολλή κι επίμονη έρευνα επειδή αναφέρεται σε πρόσφατα και αμφιλεγόμενα κομμάτια της ιστορίας μας π.χ, εμφύλιος, οικονομική χρεωκοπία. Χρησιμοποίησα διαφορετικές πηγές και την κρίση μου για να είμαι κατά το δυνατόν αντικειμενική. Βοήθησαν βέβαια και οι πανεπιστημιακές σπουδές μου με αντικείμενο την ιστορία─αρχαιολογία.

Το ιστορικό μυθιστόρημα βρίσκει ανταπόκριση στην Ελλάδα; Εσείς ως συγγραφέας αρκετών μυθιστορημάτων, που πλέκουν συχνά την ιστορία και τη μυθοπλασία στις σελίδες τους, είστε ικανοποιημένη από την εμπορική κίνηση της χώρας μας;

Το ιστορικό μυθιστόρημα κινείται ικανοποιητικά στην Ελλάδα. Οι πολλαπλές κρίσεις που μας πλήττουν τελευταία, πιστεύω, δημιουργούν την ανάγκη της ιστορικής αυτογνωσίας ως αντίδοτο στην χαοτική σύγχυση που επικρατεί.

Αρκετά μελαγχολικό το περιεχόμενο της ιστορίας σας. Ίσως γιατί η αναδρομή στο παρελθόν μόνο μελαγχολία μπορεί να προκαλέσει στην ψυχή εκείνου που αγωνιά να ανακαλέσει στη μνήμη του τις εικόνες που σημάδεψαν είτε θετικά είτε αρνητικά τη ζωή του και την πατρίδα του. Τελικά, μόνο μπροστά πρέπει να κοιτάζει κάποιος για να νιώσει ξανά τη χαρά; Η ελπίδα αυτό το σκοπό έχει;

Νομίζω πως η μνήμη, ακόμη κι αν μας μελαγχολεί, μας ευεργετεί με το να βαθαίνει την αυτογνωσία μας και να μας «ενηλικιώνει» ψυχολογικά. Δίχως μνήμη, επομένως δίχως ταυτότητα, δεν υπάρχουμε ούτε ως άτομα ούτε ως έθνη. Όσο για το μέλλον, ας φροντίσουμε το παρόν γιατί αλλιώς το μέλλον θα του μοιάζει. Η ελπίδα βέβαια είναι αθάνατη, ταυτόσημη με τη ζωή.

Οι κριτικές για το βιβλίο σας μέχρι τώρα αποδεικνύουν πως πρόκειται για ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, το οποίο περιέχει πλοκή, ρεαλισμό, δράση, μυστήριο και αγωνία, γεγονός που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος της ανάγνωσης. Πώς αισθάνεστε γι’ αυτό;

Χαίρομαι. Η επικοινωνία με τον άλλον είναι μαγική.

Παρότι οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί, θα εντοπίσει ο αναγνώστης σ’ αυτούς στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Κατ’ αρχήν αρκετοί χαρακτήρες βασίζονται σε πραγματικά, οικεία μου πρόσωπα. Και βέβαια σε όλους, περισσότερο ή λιγότερο, περιλαμβάνονται και δικά μου στοιχεία.

Υπάρχουν κάποια μηνύματα που θέλετε οπωσδήποτε να περάσετε μέσω της ιστορίας σας;

Στην ευτυχία μην ξιπάζεσαι, στην δυστυχία μην απελπίζεσαι. Τα πάντα μεταβάλλονται.

Μιλήστε μας για το εκδοτικό σπίτι. Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Κέδρος»;

Μας συνδέει μια μακριά ιστορία. Τον αισθάνομαι σαν οικογένεια με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ετοιμάζετε κάτι νέο συγγραφικά αυτή την περίοδο;

Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι που λέει και ο λαός.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

«Αχ, Ηλέκτρα, πόσο καμάρωνες που σε είχαν δεχτεί στο ορφανοτροφείο Ο Άγιος Αλέξανδρος! Αλλά πιο πολύ καμάρωνες για τα μαύρα λουστρινένια παπούτσια σου με το ροζ φιογκάκι που κανένα άλλο κορίτσι στην Τούμπα δεν φορούσε. Και πού να φανταστείς ότι τα παπούτσια ήταν δόλωμα. Δόλωμα για να μπεις στον «παράδεισο» όπου θα σε τάιζαν, θα σε ντύνανε και θα σου μάθαιναν τέχνη ─ όλα τζάμπα. Και, το κυριότερο, θα σε καλοπάντρευαν! Λίγες ορφανές είχε αποκαταστήσει το ορφανοτροφείο και περνούσαν ζωή χαρισάμενη;» 

Κυρία Μαυροκεφάλου, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι καλή και δημιουργική συνέχεια στο συγγραφικό σας έργο.

Κυρία Πετρίδου, κι εγώ σας ευχαριστώ.


Βιογραφικό:

Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη η Λιλή Μαυροκεφάλου πέρασε τα παιδικά κι εφηβικά της χρόνια στη Μακεδονία. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Ιστορία-Αρχαιολογία. Τα τελευταία χρόνια ζει στην Αίγινα, όπου ίδρυσε την Ομάδα Προσέγγισης Αρχαιοελληνικής Τραγωδίας. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση και στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού. Επίσης ως εθελόντρια στην Κιβωτό του Κόσμου και στην Κίνηση «Απελάστε το Ρατσισμό». Έργα της: «Άγης» (ιστορικό µυθιστόρηµα, 1977, εκδ. Κέδρος), «Κλεοµένης» (ιστορικό μυθιστόρηµα, 1981, εκδ. Κέδρος, Βραβείο Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών), «Το άλλο» (µυθιστόρηµα επιστηµονικής φαντασίας, 1986, εκδ. Κέδρος), «Δύο στον καθρέφτη» (κοινωνικό µυθιστόρηµα, 1994, εκδ. Λιβάνη), «Της φωτιάς και της ερηµιάς» (ιστορικό µυθιστόρηµα, 1997, εκδ. Λιβάνη), «Το πιο όµορφο ταξίδι» (παιδικό µυθιστόρηµα, 1997, εκδ. Άγκυρα, Βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς), «Μέρες καυτού καλοκαιριού» (κοινωνικό µυθιστόρηµα, 2001, εκδ. Άγκυρα), «Bίος και πολιτεία του Γερακάρη Λιµπεράκη» (ιστορικό µυθιστόρηµα, 2003, εκδ. Κέδρος), «Περιπέτεια στο νησί του Οδυσσέα» (παιδικό µυθιστόρηµα, 2007, εκδ. Άγκυρα), «Μυστικός Κρίκος» (κοινωνικό µυθιστόρηµα, 2021, εκδ. Κομνηνός), «Ατλαντίδα Μαινόμενη» (µυθιστόρηµα επιστηµονικής φαντασίας, 2022, εκδ. Πηγή).



Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια