Γιώργος Πολίτης: "Αν συνεχίζω να γράφω είναι γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς"

 


Ο Γιώργος Πολίτης είναι ένας από τους πλέον πολυγραφότατους και δημοφιλείς συγγραφείς της χώρας μας, που υπηρετεί κυρίως το μυθιστόρημα και το θεατρικό έργο. Η πρόσφατη έκδοση του νέου του βιβλίου με τίτλο «Κορίτσι διαμάντι» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» είναι και ο λόγος της σημερινής φιλοξενίας του στις Τέχνες. Στη συνέντευξη που ακολουθεί θα μας μιλήσει γι' αυτό, όπως και για πολλά άλλα θέματα που αφορούν τη συγγραφική του δραστηριότητα.

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Πολίτη, τα τελευταία χρόνια ασχολείστε αποκλειστικά με τη συγγραφή μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων. Τι είναι αυτό που σας συναρπάζει στη συγγραφή ώστε να μονοπωλεί πλέον το ενδιαφέρον σας;

Η συγγραφή είναι από μόνη της αγχολυτική. Είναι πραγματικά όμορφο να μπορείς να διαμορφώνεις κατά το δοκούν τις ζωές των ηρώων σου. Νοιώθεις σαν μικρός …θεός.

Πέρα αυτών η συγγραφή προσφέρει κάτι ακόμα περισσότερο. Προσφέρει τη δυνατότητα να μπορείς να λες όσα θες μέσα από τα στόματα των ανθρώπων που μετέχουν στην ιστορία σου· να περιγράφεις να ερμηνεύεις και να εξελίσσεις καταστάσεις. Να προβάλλεις την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβάνεσαι. Όλα αυτά προφέρουν στον συγγραφέα ένα δικαίωμα, αυτό των ελιγμών, αλλά και μια υποχρέωση: να είναι συνεπής με τους χαρακτήρες που διαμορφώνει στο κοινωνικό πλαίσιο που έχει αποφασίσει να τους εντάξει.

Τα λογοτεχνικά είδη τα οποία σας κεντρίζουν την προσοχή, παρότι παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες μεταξύ τους, απευθύνονται σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινό. Το μεν πρώτο, το μυθιστόρημα, επιχειρεί να προσελκύσει το φιλαναγνωστικό κοινό και το μεν δεύτερο, το θεατρικό έργο, επιχειρεί να προσελκύσει το φιλοθέατρο. Η διαφορά μεταξύ τους έγκειται κυρίως στο ότι το μεν πρώτο εστιάζει περισσότερο στις περιγραφές εικόνων, συναισθημάτων και γεγονότων, το δεύτερο από τη μεριά του δίνει έμφαση στους διαλόγους. Πώς καταφέρνετε να υπηρετήσετε και τα δύο αυτά είδη με την ίδια υπευθυνότητα και την ίδια αφοσίωση, εξασφαλίζοντας και στα δύο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα;

Η θεατρική γραφή πράγματι απέχει από τη μυθιστορηματική. Μιλάμε για δύο διαφορετικά είδη με το καθένα να έχει ξεχωριστή γοητεία. Στο θέατρο η συγγραφή περιορίζει το μέγεθος του έργου. Πρέπει με λίγα λόγια να πεις πολλά. Αποτελούν -θα έλεγα- τα δύο, δύο ξεχωριστά δωμάτια. Ως συγγραφέας αποφασίζω σε ποιο θέλω να μπω. Μετά την απόφαση ακολουθώ τους κανόνες που υπάρχουν στο καθένα. Αυτό γίνεται πάντα αυτόματα. Χωρίς σκέψη. Το ένστικτο -θα έλεγα- οδηγεί την πένα…

Παράλληλα με τη συγγραφή έργων μυθοπλασίας αρθρογραφείτε και στον περιοδικό Τύπο, αλλά και στο Διαδίκτυο. Τι θέματα αφορά η αρθρογραφία σας και σε ποιο κοινό απευθύνεστε; Ποια ανάγκη σας εξυπηρετεί και αυτή η ενασχόλησή σας ώστε να κινήσει την πένα σας και προς αυτή την κατεύθυνση;

Τα άρθρα που συγγράφω -όχι καθημερινά πλέον- σχετίζονται με τα ενδιαφέροντα ενός μέσου αναγνώστη. Αφορούν καθημερινά κοινωνικά θέματα, ζητήματα πολιτικής, φιλοσοφίας, οικονομίας, σχέσεων κ.α.

Θα έλεγα ότι είναι η ανάγκη μου να τοποθετηθώ επί των σύγχρονων προβλημάτων· μία φωνή μέσα στις υπόλοιπες άλλες… Τίποτα περισσότερο.

Έχετε διαγράψει ήδη μια μακρόχρονη και πολύ αξιόλογη συγγραφική πορεία και μάλιστα έχετε αξιωθεί να δείτε τη μεταφορά ενός βιβλίου σας στη μικρή οθόνη, που παρεμπιπτόντως τυγχάνει μεγάλης αποδοχής από το τηλεοπτικό κοινό. Ποια συναισθήματα σας κατακλύζουν αναλογιζόμενος την επιτυχία σας αυτή, πέρα από περηφάνια και ηθική δικαίωση;

Όταν ξεκίνησα να γράφω η μεγάλη μου αγωνία ήταν να δω ένα τουλάχιστον έργο μου να εκδίδεται. Δεν ζητούσα τίποτα άλλο… Σήμερα έχω την ευτυχία να έχω δει πολλά από αυτά σε βιβλιοπωλεία και ακόμα ένα να μεταφέρεται στην τηλεόραση. Θεωρώ ότι έχω εκπληρώσει και με το παραπάνω όλα όσα πριν από κάμποσα χρόνια μου έμοιαζαν απίθανα. Σίγουρα είναι μια δικαίωση. Δεν είναι μικρό πράγμα τόσοι καταξιωμένοι άνθρωποι (ηθοποιοί, σκηνοθέτες παραγωγοί…) να ασχολούνται με τα κείμενά σου…

Αν πρέπει να απαντήσω συγκεκριμένα για τα συναισθήματα που νοιώθω θα έλεγα απλά, ότι νοιώθω πλήρης… Δεν μου λείπει κάτι, δεν ζητάω τίποτα πλέον και αν συνεχίζω να γράφω είναι γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Από τα βιβλία που έχετε γράψει μέχρι σήμερα και έχουν κυκλοφορήσει στο εμπόριο, ποιο είναι το πιο αγαπημένο σας και γιατί; Ποιο θα συστήνατε να διαβάσει πρώτο ο αναγνώστης που έρχεται τώρα σε επαφή με το έργο σας;

Θα διαλέξω με δυσκολία: Το τελευταίο φιλί. Προτείνω αυτό γιατί σε αυτό μου δόθηκε η δυνατότητα να πω μερικά πράγματα παραπάνω που ερμηνεύουν το γιατί θεωρούμε από συνήθεια ορισμένα πράγματα ακόμα και σήμερα αδιαπραγμάτευτα.

Μετά από αυτό (Το τελευταίο φιλί) υπάρχουν και πολλά ακόμα ανέκδοτα έργα. Έργα που με εκφράζουν ακόμα καλύτερα. Που είναι περισσότερο «εγώ»…

Ξέρετε η προσωπική μου άποψη είναι (και την εφαρμόζω στα κείμενά μου όσο μπορώ) πως δεν υπάρχουν τέλειοι άνθρωποι μεταξύ μας, οπότε γιατί να είναι οι ήρωες των έργων μας; Αυτή την αποκαθήλωση των ηρώων λοιπόν, θεωρώ πως δεν είναι έτοιμο να τη δεχθεί το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Ξεβολεύεται. Το ότι υπήρξε κάποιος ήρωας σε κάποια φάση της ζωής του δεν σημαίνει ότι στο μέλλον αποκλείεται να πάψει να είναι… Το κάποιος στάθηκε γενναία μία στιγμή, δεν σημαίνει ότι την επόμενη δεν θα μπορούσε να γίνει δειλός. Το ίδιο ισχύει και για τους ηθικούς και για τους τίμιους…


Τον Ιανουάριο του 2026 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» το νέο σας μυθιστόρημα με τίτλο «Κορίτσι διαμάντι». Κεντρική ηρωίδα του είναι η Ερατώ, η οποία στα σαράντα πέντε της χρόνια αποφασίζει να γυρίσει τον χρόνο πίσω προβαίνοντας σε έναν σπαρακτικό απολογισμό της προσωπικής της ζωής. Για ποιον λόγο αισθάνεται αυτή την ανάγκη να το κάνει; Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενο της ιστορίας που αφηγείστε.

«…Κάποτε οι ελπίδες στερεύουν και το τίποτα αποκτά νοήματα μεστά…» σκέφτεται η ηρωίδα, τότε κρίνει ότι όλα μπορούν να συμβούν…

Παρόλα αυτά (την απογοήτευση από τη ζωή) η Ερατώ δεν στέκεται στη γαλήνη του θανάτου, αλλά στα άπειρα δικαιώματα που αποκτά εκείνη που έχει αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της και εξ΄ αιτίας αυτών ξεκινάει να ζει όπως ακριβώς ονειρεύτηκε! Βλέπει ξαφνικά φως και ευκαιρίες εκεί που άλλοι θα έβλεπαν σκοτάδι.

Δεν θα σας αποκαλύψω το τέλος, το εάν δηλαδή στο τέλος θα πέσει στο κενό ή όχι. Θα πω όμως πως μέσα από της ζωή της πολλοί θα αναγνωρίσουν τα χαμένα τους δικαιώματα και ίσως τα απαιτήσουν. Αυτό είναι ένα μεγάλο κέρδος.

Ο τίτλος της ιστορίας σας παραξενεύει στην αρχή τον αναγνώστη και μάλιστα αρκετά έντονα, θα λέγαμε. Κατανοεί την επιλογή του μόνο, όταν ολοκληρώσει την ανάγνωση του βιβλίου σας, όταν δηλαδή φτάσει στο τέλος της περιπέτειας της κεντρικής ηρωίδας σας Ερατώ. Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να εξάψετε περισσότερο τη φαντασία του και να διατηρήσετε ολοζώντανο το ενδιαφέρον του καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης;

Δεν μεταχειρίστηκα κάποιο τέχνασμα ώστε να εξάψω το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το έργο δεν το είχε ανάγκη. Η Ερατώ ήταν πραγματικά ένα κορίτσι διαμάντι της εποχής της (και όχι μόνο). Ζούσε για όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό της. Ήταν μια πολύτιμη κόρη. Μια εξαιρετική νύφη…

Καταλαβαίνουμε τη θλίψη της όταν απολογείται: «Λάθος όρκο έδωσες μάνα. Έπρεπε να ορκιστείς να με κάνεις ευτυχισμένη κι όχι καλή νοικοκυρά…»

Η ιστορία που αφηγείστε είναι προϊόν μυθοπλασίας. Ωστόσο, μέσα απ’ αυτήν καταφέρνετε να περάσετε πολλά μηνύματα στον αναγνώστη και να του θέσετε αρκετά θέματα για βαθύτερη σκέψη και προβληματισμό. Ένα από αυτά τα θέματα είναι αυτό της «κανονικότητας», το οποίο θίγετε κι εσείς ο ίδιος στην αρχή του βιβλίου σας, στο σημείωμά σας. Θέλετε να μας το αναλύσετε περισσότερο;

Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο ώστε να καλύψουμε επαρκώς το θέμα… Εν τάχει μπορούμε να πούμε πως με τον όρο «κανονικότητα» ορίζεται εκείνο που η κοινή γνώμη ορίζει ως θεμιτό, μη βλαβερό, συμπλέον, προς όφελος της διατήρησης της ηρεμίας των μελών μιας κοινωνίας. Οι αιρετικές απόψεις οφείλουν να καταστέλλονται. Η διαφορετικότητα να καταπολεμάται. Όλα πρέπει να πηγαίνουν σύμφωνα με το πρόγραμμα. Οι αυθεντίες της κοινωνίας μας να ορίζουν τα πρέποντα.

Όλα αυτά με βρίσκουν οργισμένα αντίθετο! Καταστέλλουν το δικαίωμα της διαφορετικής άποψης. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε πρόοδος ήρθε από τις μειοψηφίες.

Η συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Ψυχογιός» μετράει ήδη αρκετά χρόνια. Θεωρείτε σημαντική τη συμβολή του εκδοτικού σας οίκου για την περαιτέρω προώθηση των βιβλίων σας αλλά και εσάς του ίδιου ως συγγραφέα; Είστε ικανοποιημένος από τη στήριξή του;

Ο εκδοτικός οίκος «Ψυχογιός» είναι από πολλές απόψεις, ο καλύτερος εκδοτικός στην Ελλάδα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος συγγραφέας που δεν θα ήταν ευχαριστημένος από τη συνεργασία του με τον συγκεκριμένο εκδοτικό. Είμαστε όλοι μια οικογένεια. Η προώθηση των βιβλίων του συγγραφέα, αλλά και αυτού του ιδίου, είναι η καλύτερη που θα μπορούσε να υπάρξει. Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι οι επιτυχίες που έρχονται οφείλουν ένα μεγάλο μέρος τους στην προώθηση των έργων… Ένα εξαιρετικό έργο αν δεν έχει την ανάλογη προώθηση δεν θα μπορέσει να κάνει κάτι… Επομένως ναι, θεωρώ σημαντική τη συμβολή του στην επιτυχία κάθε συγγραφέα που συνεργάζεται μαζί του και συνεκδοχικά και τη δική μου.


Πείτε μας μια ευχή σας για το μέλλον που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί.

Μια νέα σειρά στην τηλεόραση και ακόμα, την έκδοση ενός -από τα πολλά- εναλλακτικά έργα που έχω στο συρτάρι μου…

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση, θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας, όποιο εσείς επιλέξετε.

Τα χρόνια περνούσαν, κι εγώ στεκόμουν με τα χέρια κατεβασμένα αντίκρυ στη ζωή μου, που έφευγε βυθισμένη στο τέλμα της αναποφασιστικότητας· βολεμένη απόλυτα στην άβουλη ραθυμία του γαλάζιου καναπέ μου.

 Τακτοποιούσα με προσοχή, όπως είχα μάθει καλά, ό,τι είχε σχέση με το σπίτι μου, αφήνοντας κατά μέρος έρμαια, να παραδέρνουν σε μια θολή και ανυπόστατη μοίρα, όλα όσα είχαν σχέση με τα όνειρα και τους στόχους που θα έπρεπε να με απασχολούν.

 Ξυπνούσα μέσα από κείνο τον λήθαργο της βολικής απραξίας μονάχα αν τύχαινε κάτι συνταρακτικό, που αφορούσε όμως πάντα τους άλλους και ποτέ εμένα· όπως, για παράδειγμα, ο θάνατος της κυρίας Ελένης Αρναούτογλου, που με βρήκε να σερβίρω σουβλάκια με πίτες και γύρο χοιρινό. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια να καταφέρω να ανασυντάξω το κοιμισμένο μου μυαλό και να νιώσω ότι ήμουν ακόμη μέλος μιας κοινωνίας που δεν αποδεχόμουν.

 Πολλά ήταν εκείνα που έπρεπε να διευθετήσω εκείνη τη στιγμή. Το πρώτο απ’ όλα ήταν η οριστικότητα με την οποία κλειδώνει ο θάνατος. Το δεύτερο, τα ρούχα που έπρεπε να βάλω στην κηδεία της. Και στα δύο έδωσα αρχικά την ίδια αξία, αποτέλεσμα της χρόνιας ακινησίας του μυαλού μου, που ενδιαφερόταν μονάχα για την τετριμμένη και μίζερη καθημερινότητα. Έπειτα από λίγο όμως ξεκίνησα να αντιλαμβάνομαι τις τεράστιες διαφορές των συγκεκριμένων θεμάτων. Κι αυτό συνέβη όταν άρχισα επιτέλους, έστω και για λίγο, να ξυπνάω και να συναισθάνομαι αυτά που έπρεπε κι έδειχναν να ταιριάζουν στην περίσταση.

 Για αρκετές μέρες συνέχισα να φαντάζομαι αυθαίρετα την κυρία Ελένη, πεσμένη ανάσκελα, να διαμορφώνει ένα παράταιρο γλυπτό στη ρίζα της μανόλιας. Η μια γερασμένη και άχρωμη, με απλωμένα τα χέρια της, να ελπίζει σε κάτι που ο θάνατος αναιρούσε. Η άλλη, η μανόλια, ζωντανή, όμορφη και λυγερή, γεμάτη ανθούς, γυαλιστερά φύλλα και μέλλον.

 Εκεί την είχε βρει η μάνα μου· με τη μια της παντόφλα φορεμένη και την άλλη πεσμένη ανάποδα μερικά εκατοστά μακριά της.

«Έσβησε το καντήλι της, Ερατώ μου…» έτσι μου είχε πει κλαίγοντας, κι εγώ προσπαθούσα μάταια να θυμηθώ στιγμές από τη ζωή της εκλιπούσας.

 Το αιφνίδιο έχει μια ιδιότητα. Κατακερματίζει ειρμούς και αλληλουχίες σκέψεων. Κάνει το άτομο να παίρνει αποφάσεις εν θερμώ, στηριζόμενο μονάχα σε κορυφές αναμνήσεων.

 Το μόνο που με συνέδεε με την κυρία Ελένη ήταν μια γενική και αόριστη γνωριμία. Δεν έβλεπα τον λόγο να στενοχωριέμαι. Φίλη μου εκ των πραγμάτων δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, αλλά έκρινα αναγκαία και υποχρεωτική την παρουσία μου στην κηδεία της.

«Θα έρθω, μαμά. Πραγματικά, πολύ λυπήθηκα».

 Και πήγα. Την είδα στο φέρετρο γαληνεμένη. Το γκρίζο του θανάτου μαχόταν τις προσπάθειες του τελετάρχη να δώσει χρώμα ζωής σ’ έναν πίνακα που μόλις είχε συμπληρωθεί η ημερομηνία λήξης του. Τα φρέσκα λουλούδια πλάι της μου θύμισαν τα παλιά της χρόνια, τότε που δε φανταζόταν ότι αυτές οι στιγμές κάποτε θα την αφορούσαν.

 Ξεχάστηκα κι έκανα τους ανάλογους παραλληλισμούς. Το τότε της ήταν το τώρα το δικό μου. Κι εγώ την παρούσα στιγμή, με τη σειρά μου, έβρισκα ανεδαφικό το μακρινό ενδεχόμενο του γερασμού, που σίγουρα κάποτε θα με αφορούσε.

«Έφυγε πλήρης ημερών», άκουσα κάποιον να λέει και συμπλήρωσα από μόνη μου: «Μάλλον και πλήρης αναγκών και ελλείψεων». Τώρα που το σκέφτομαι, εγώ θα προτιμούσα να έφευγα απλώς πλήρης, αλλά μια τέτοια υπεραπλούστευση αξίζει μονάχα στους τυχερούς.

 Καφέ ήπια στο πλάι της μάνας μου. Την έβλεπα κουρασμένη. Μπορεί όμως να έδειχνε έτσι επειδή ήταν άβαφτη. Προσπαθούσα όλη την ώρα που μιλούσαμε να κολλήσω εκείνο το «Ερατώ μου», που δήλωνε αγάπες, με τη γενικότερη αδιαφορία της για το άτομό μου.

Στο τέλος δεν άντεξα. Της μίλησα δίχως να έχω την παραμικρή διάθεση αντιπαράθεσης.

«Κόρη σου είμαι, μάνα. Ένα τηλέφωνο δε με παίρνεις να δεις τι κάνω».

Παλεύω να θυμηθώ τώρα πώς αντέδρασε τότε.

Χαμήλωσε το κεφάλι της; Ντράπηκε; Τίποτα δε μου έρχεται στο μυαλό. Κουβέντα όμως δεν είπε, και το αποτέλεσμα θα παρέμεινε το ίδιο. Σιγή ιχθύος για μήνες ολάκερους.

 Φύγαμε από διαφορετικούς δρόμους, προς την ίδια κατεύθυνση. Η επιλογή αυτή ήταν καθαρά δική μου. Τη χρεώνομαι δίχως να μετανιώνω. Κρύφτηκα πίσω από μια μάντρα και περίμενα το επόμενο λεωφορείο.

 Όσο λιγότερο βλέπεις κάποιον, τόσο λιγότερα έχεις να πεις, κι ας είναι αυτός ο κάποιος η μάνα σου η ίδια. Δεν την είχα ρωτήσει ούτε τι κάνει ούτε πώς περνάει με τον θείο μου. Δε με ένοιαζε καθόλου. Τέρμα τα κοινότοιπα. Μέχρι εδώ οι υποκρισίες.

 Επέστεψα στο σπίτι κούφια και κουρασμένη, με τη μνήμη μου να τα πηγαίνει περίφημα. Ο πεθαμός της κυρίας Αρναούτογλου φαίνεται πως έδωσε την ώθηση που χρειάζονταν τα κύτταρα του εγκεφάλου μου ώστε να αρχίσουν να επιτελούν το έργο τους.

 Τριάντα τρία χρόνια ζωής είχαν περάσει. Όλα δικά μου. Σήμερα το απόγευμα δε θα πήγαινα στο μαγαζί. Θα καθόμουν να τα κλάψω εδώ, παρέα με λίγο ουίσκι και μερικούς ξηρούς καρπούς, μπερδεμένους μέσα σ’ ένα ροζ πλαστικό μπολάκι.

Κύριε Πολίτη, σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη. Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες ατέλειωτες για το βιβλίο σας, καθώς θίγει πολλά ζητήματα που ακόμα και σήμερα ταλαιπωρούν την κοινωνία μας και την καταρρακώνουν. Ας είναι καλοτάξιδο και ας αποτελέσει μια καλή αφορμή για μια ουσιαστική αφύπνιση των ανθρώπων, για έναν αποτελεσματικό επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων τους για το δικό τους καλό πάντα, αλλά και για το καλό όλων.


Βιογραφικό:

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Σ. ΠΟΛΙΤΗΣ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Σπούδασε αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων και ζωγραφική, και αργότερα παρακολούθησε επί δύο χρόνια σειρά σεμιναρίων φιλοσοφίας, ψυχολογίας και πολιτικής οικονομίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με τη συγγραφή μυθιστορηματικών και θεατρικών έργων, ενώ συγχρόνως αρθρογραφεί στον περιοδικό Τύπο και στο Διαδίκτυο. Μυθιστορήματα του ιδίου: Ήφαες, Αδελαή; (2011), 24 στιγμές ακραίου πάθους (2017), Το γράμμα που δεν διαβάστηκε ποτέ (2018). Θεατρικά έργα που ανέβηκαν σε θεατρικές σκηνές των Αθηνών: Κορίτσι Διαμάντι, Το Λαχείο. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΟ ΤΗΣ ΙΟΥΛΙΑΣ, το οποίο προβάλλεται σε τηλεοπτική σειρά με μεγάλη επιτυχία, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΙΛΙ και Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ.


Διαβάστε τη βιβλιοκριτική μας για το «Κορίτσι διαμάντι»: εδώ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια