Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου

Σήμερα οι Τέχνες φιλοξενούν για ακόμα μια φορά τον πολυγραφότατο και βραβευμένο με Κρατικό Έπαινο και Κρατικό Βραβείο Ποίησης συγγραφέα Γιώργο Μολέσκη. Το νέο του βιβλίο, αφορμή του οποίου αποτελεί η συνέντευξη που ακολουθεί, κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις «Βακχικόν» και φέρει τον τίτλο «Τα κλεμμένα σταφύλια». Ας δούμε τι έχει να μας πει.


Κύριε Μολέσκη, καλώς ήρθατε για δεύτερη φορά στις Τέχνες. Είναι ευχάριστο το γεγονός ότι μαζί σας φέρνετε και το νέο σας βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε σε αναθεωρημένη έκδοση λίγους μήνες πριν. Πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Ευχαριστώ, καλώς σας βρίσκω. Είναι, σίγουρα, πολύ ευχάριστο να επανεκδίδεται ένα βιβλίο που πρωτοδημοσιεύτηκε σαράντα τόσα χρόνια πριν, με κάποιες τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις που απαιτεί ο χρόνος που πέρασε και η δική σου προσωπική σου προσωπική ωρίμανση σε μια τόσο ωραία και καλαίσθητη έκδοση.

Η συγγραφή πρωταγωνιστεί στη ζωή σας και αυτό το αποδεικνύουν τα δεκάδες βιβλία που έχετε γράψει μέχρι τώρα, αρχής αρχομένης από το 1967. Είναι αυτό που λέμε η ενασχόληση μαζί της τρόπος ζωής, ανάγκη, αγάπη και έρωτας μαζί;

Είναι όλα αυτά μαζί και κάτι παραπάνω. Γιατί ό,τι κατάφερα στη ζωή μου, και πρώτα απ’ όλα το γεγονός ό,τι στα είκοσι έξι μου χρόνια φοίτησα για πρώτη φορά σε κολλέγιο και στη συνέχεια σε πανεπιστήμιο αφήνοντας πίσω την καθημερινή χειρωνακτική εργασία στις οικοδομές, αυτό το οφείλω στη λογοτεχνία. Πρώτα ήταν η ποίηση, που για κάποιο παράξενο λόγο, ήρθε και με βρήκε στα δεκατέσσερα μου χρόνια. Αυτή με οδήγησε στο διάβασμα και στα νυχτερινά μαθήματα, έτσι που στην κατάλληλη ώρα βρέθηκα έτοιμος για τη συνέχεια.

Έχετε υπηρετήσει όλα τα είδη του λόγου, από πεζογραφία και ποίηση, μέχρι μετάφραση έργων και λογοτεχνικές μελέτες. Ποιο όμως είναι το πιο αγαπημένο σας λογοτεχνικό είδος ως συγγραφέας και γιατί;

Μου είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιο είδος. Πιο πολύ, βέβαια, ασχολήθηκα με την ποίηση. Αυτή ήταν η πρώτη, σαν την πρώτη αγάπη, που κρατά πάντα μια ιδιαίτερη θέση στη ζωή μας. Όμως και τα άλλα είδη μου είναι αγαπητά και τους δίνομαι κάθε φορά που καταπιάνομαι μαζί τους. Εξάλλου όλα όσα γράφω και με όλα όσα ασχολούμαι έχουν κουβαλούν κάποιο προσωπικό στοιχείο, το οποίο με οδήγησε προς αυτά. Στην πεζογραφία το αυτοβιογραφικό, στις μεταφράσεις η γνωριμία με τους ποιητές ή μια ιδιαίτερη σχέση με την προέλευση του έργου, Ρώσοι ποιητές, Αρμενικό λαϊκό έπος, Τουρκοκύπριοι ποιητές. Όσο για τις λογοτεχνικές μελέτες είναι η ανάγκη να παρουσιαστεί κάτι που το θεωρώ σημαντικό και χρήσιμο για τους αναγνώστες.

Αν σας ζητούσαν να χαρακτηρίσετε με τρεις λέξεις τον εαυτό σας, ποιες λέξεις θα ήταν αυτές;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Μου είναι πολύ δύσκολο να απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση. Γιατί εμείς μπορεί να νομίζουμε ό,τι θέλουμε για τον εαυτό μας, αλλά σημασία έχει πως μας βλέπουν οι άλλοι.

Κι αν σας ζητούσαν να χαρακτηρίσετε με τρεις λέξεις το έργο σας συνολικά, ποιες λέξεις θα χρησιμοποιούσατε;

Και αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Θα έλεγα πως το έργο μου είμαι εγώ, με τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τα όνειρά μου.


Έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο βιβλίο σας και γιατί; Ποιο απ’ όλα θα συστήνατε να διαβάσουν πρώτο οι αναγνώστες σας;

Το κάθε βιβλίο είναι ένα μέρος του εαυτού μου. Όλα έχουν την ίδια σημασία για μένα, αφού πέρασαν τη διαδικασία της εσωτερικής αξιολόγησης και μετάβασης στη διαδικασία της έκδοσης.

Ως βραβευμένος και καταξιωμένος συγγραφέας αντιλαμβάνεστε και ο ίδιος ότι το έργο σας έχει μεγάλη απήχηση όχι μόνο στο αναγνωστικό κοινό αλλά και στους φορείς αξιολόγησης λογοτεχνικών έργων και φυσικά στους κριτικούς λογοτεχνίας. Είστε ικανοποιημένος απ’ αυτήν την απήχηση ή προσδοκάτε πάντα το κάτι παραπάνω;

Για να είμαι ειλικρινής η αξιολόγηση στην οποία τυγχάνει μερικές φορές το έργο μου και η απήχηση που βρίσκει σε κάποιους κριτικούς και αναγνώστες είναι πέρα από αυτό που ανέμενα όταν άρχισα να γράφω.

Έχετε λάβει ήδη αρκετές κριτικές για το έργο σας. Τις λαμβάνετε υπόψη όταν δεν είναι πάντα καλές ή ενθαρρυντικές;

Ναι, αποτελούν πάντα τροφή για σκέψη και προβληματισμό, τόσο αυτές που θέτουν ερωτήματα, ας το πούμε έτσι, όσο και οι επαινετικές.


Ας αναφερθούμε στο νέο σας βιβλίο, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί αναθεωρημένη έκδοση εκείνου που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1985. Κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις «Βακχικόν» και φέρει τον τίτλο «Τα κλεμμένα σταφύλια». Πρόκειται, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλό του, για μια ιστορία που «αποτυπώνει την πορεία ενός νέου προς την ωριμότητα, φωτίζοντας μια κρίσιμη περίοδο της κυπριακής ιστορίας με ευαισθησία και αλήθεια». Πείτε μας περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενό της.

Ναι, το βιβλίο αυτό ολοκληρώθηκε το 1985 και δημοσιεύτηκε τότε, πρώτα σε συνέχειες στην καθημερινή εφημερίδα της Κύπρου Χαραυγή και στη συνέχεια βγήκε σε βιβλίο. Το γεγονός ότι η έκδοση εκείνη είναι από χρόνια εξαντλημένη δικαιολογούσε, νομίζω, μια νέα έκδοση. Αλλά και ο χρόνος που πέρασε και το ξανακοίταγμα κάποιων πραγμάτων, δικαιολογούσε κι αυτό μια κάποια αναθεώρηση, όχι, βέβαια σπουδαία πράγματα. Στην ουσία η έκδοση αυτή, ως περιεχόμενο και ως αποτίμηση των γεγονότων που παρουσιάζονται, είναι η ίδια με την προηγούμενη. Είναι ένα βιβλίο εν πολλοίς αυτοβιογραφικό, με κάποια στοιχεία μυθοπλασίας, που μιλά για μια σημαδιακή περίοδο για την ιστορία της Κύπρου, την περίοδο 1955 – 1965.

Γιατί δώσατε αυτόν τον ιδιαίτερο τίτλο στο βιβλίο σας; Ποια είναι τα «κλεμμένα σταφύλια» για τα οποία κάνετε λόγο;

Ο τίτλος είναι από ένα επεισόδιο που περιγράφεται στο βιβλίο, όταν ο μικρός ήρωάς του, ο Όμηρος, μαζί μ’ ένα φίλο του, μπαίνουν σε ξένο αμπελώνα να κόψουν σταφύλια. Τότε εμφανίζεται ο ιδιοκτήτης και αρχίζει να τους κυνηγά ή, έτσι τους φαίνεται. Συμβολικά είναι και ο αγώνας του Ομήρου να αλλάξει, μέσα από δύσκολες οικογενειακές συνθήκες, τη ζωή του. Να αποκτήσει τη μόρφωση και τα άλλα που θέλει.

Ποια υπήρξε η αφορμή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου; Ποια σημαντικά μηνύματα περνά και σε ποιο αναγνωστικό κοινό απευθύνεται ηλικιακά;

Αφορμή υπήρξαν τα διάφορα προσωπικά βιώματα και οι αναμνήσεις που κουβαλούσα μέσα μου από την παιδική και την εφηβική μου ηλικία στο φόντο των καθοριστικών για την πορεία του τόπου ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων της περιόδου 1955 – 1965.

Πόσος χρόνος απαιτήθηκε για τη συγγραφή του βιβλίου αυτού, δεδομένου ότι περιέχει πολλά ιστορικά στοιχεία;

Η συγγραφή του βιβλίου κράτησε αρκετό καιρό γιατί γινόταν σταδιακά, παράλληλα με άλλα κείμενα, ποιητικά, μελέτες, μεταφράσεις, που με απασχολούσαν την περίοδο που το έγραφα.

Ποια συναισθήματα σας κατέκλυσαν όταν έπειτα από πολλά χρόνια πιάσατε σε αναθεωρημένη έκδοση τα «Κλεμμένα σταφύλια» σας;

Χάρηκα πολύ βλέποντας την ωραία και επιμελημένη αυτή έκδοση των Εκδόσεων Βακχικόν. Έτσι νομίζω θα ένιωθε κάθε συγγραφέας βλέποντας να εκδίδεται ξανά ένα εξαντλημένο από χρόνια έργο του.

Για ακόμα μια φορά συνεργάζεστε με τις εκδόσεις «Βακχικόν». Είστε της άποψης ότι μια συνεργασία που πάει καλά δεν πρέπει να διακόπτεται;

Με τις εκδόσεις Βακχικόν έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία η οποία άρχισε το 2017 με την έκδοση του βιβλίου διηγημάτων μου «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», η οποία το 2019 βγήκε σε δεύτερη έκδοση και το 2025 σε Τρίτη. Συνολικά βγήκαν στις Εκδόσεις Βακχικόν οχτώ δικά μου βιβλία, τρία πεζά, δύο ποιητικά και τρία με μεταφράσεις. Ελπίζω και οι εκδότες να είναι ευχαριστημένοι και η συνεργασία μας να συνεχιστεί.

Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια; Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Αυτή την περίοδο δουλεύω πάνω σε δυο βιβλία με ποιήματα, ένα με διηγήματα – νουβέλες και ένα με μελέτες πάνω σε λογοτεχνικά θέματα. Θα δούμε τι θα ολοκληρωθεί πρώτο.

Μια ευχή σας ακόμα για το μέλλον, είτε το κοντινό είτε και το πιο μακρινό, που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε, ποια θα μπορούσε να είναι αυτή;

Να επέλθει ειρήνη στον κόσμο και συνεργασία μεταξύ των χωρών για πρόοδο και καταπολέμηση της φτώχιας και της αρρώστιας.


Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

Ακολουθεί ένα απόσπασμα, στο οποίο εμφανίζεται και το μαύρο φίδι. Μια εικόνα που χρόνια μετά μου έδωσε ένα από τα πρώτα μου και τα αγαπημένα μου ποιήματα, το «Ένα μαύρο φίδι».

Το καλοκαίρι η γιαγιά Λουκιανή έβγαζε έξω από το πά­ντα σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού της, το οποίο χρη­σιμοποιούσε ως αποθήκη, ένα παλιό ξύλινο κρεβάτι και το έστρωνε στην αυλή, ανάμεσα στα γέρικα δέντρα. Εκεί κοιμόταν τα βράδια. Κι όταν τα σχολεία ήταν κλειστά, ο Όμηρος κοιμόταν τα βράδια με τη γιαγιά «για να της κάνει συντροφιά», όπως έλεγε η μάνα του. Ξάπλωναν μαζί, στο ίδιο εκείνο παλιό ξύλινο κρεβάτι. Από πάνω τους ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, όπως είναι τις καλοκαιριάτικες νύχτες. Μπορούσες να μετρήσεις χιλιάδες άστρα, να παρακολου­θήσεις άλλα που έπεφταν, διαγράφοντας μεγάλες φωτεινές τροχιές στον θόλο τ’ ουρανού, πριν χαθούν για πάντα μέσα στο άπειρο. Στα δέντρα της αυλής πετούσαν θορυβώντας διάφορα πουλιά, οι νυχτερίδες φτερούγιζαν από πάνω τους. Η νύχτα μύριζε παράξενα.

Τις νύχτες εκείνες η γιαγιά τού έλεγε διάφορες ιστορίες και παραμύθια. Κάποιες από αυτές ήταν σε στίχους, όπως εκείνη με τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και τον καλό Τούρκο Κιόρογλου ή η άλλη, με τη Χιώτισσα σκλάβα Κιουλσαπά, που ήταν χριστιανή και το αληθινό της όνομα ήταν Ελένη και που χρόνια μετά, νέος πια, θα ανακάλυπτε ότι ήταν έργα του ποιη­τή Βασίλη Μιχαηλίδη, που η αγράμματη γιαγιά του τα ήξερε ολόκληρα και τα απήγγειλε από μνήμης.

Ένα βράδυ η γιαγιά του μίλησε για τ’ αστέρια. Τα ήξε­ρε όλα με τα ονόματά τους, τις κινήσεις τους και τα νοήματά τους. Το καθένα εκεί πάνω είχε τη δική του έννοια και τον δικό του σκοπό, τη δική του ουράνια πορεία. Έκανε συνδυ­ασμούς με άλλα αστέρια και έστελνε τα δικά του μηνύματα στους ανθρώπους κάτω στη γη. Οι συνδυασμοί τους έδειχναν την ώρα και τον χρόνο, προέβλεπαν τον καιρό, τις βροχές και τους ανέμους, τις καλές και τις κακές χρονιές. Και το καθένα είχε το τραγούδι του. Εκείνο το βράδυ η γιαγιά τού απήγγειλε με την τραγουδιστή φωνή της τα «εκατόν τραγούδια για εκα­τόν άστρα» και ο Όμηρος δεν κοιμήθηκε, έμεινε ξύπνιος και τ’ άκουσε όλα μέχρι το τέλος.

Το πρωί τον ξύπνησε ο ήλιος, όταν ζεστός και δυνατός ξε­πρόβαλε πάνω από τον τοίχο κι έπεσε ίσα πάνω στο ακάλυπτο πρόσωπό του. Η γιαγιά ήταν από ώρα στο πόδι. Ο Όμηρος σηκώθηκε και πλύθηκε με νερό από το μεγάλο πιθάρι που η γιαγιά είχε πάντα γεμάτο στην αυλή της. Το νερό αυτό μύριζε στάχτη, απ’ αυτήν που έριχναν στον βυθό του πιθαριού για να μαζεύει τα άλατα και παραμένει καθαρό και ελαφρύ. Και στ’ αλήθεια, το νερό ήταν κρύο και καθαρό. Έπλυνε το πρόσωπό του, σκουπίστηκε με μια πετσέτα που του έδωσε η γιαγιά κι ένιωσε πως ο κόσμος ήταν καινούριος, νέος και φωτεινός.

Ύστερα η γιαγιά πήγε στο δωμάτιό της κι έφερε ψωμί, ελιές και χαλούμι για το πρόγευμα. Έφερε και δυο ποτήρια για νερό και το πήλινο βάζο, τον μπότη, όπως τον έλεγε, που είχε την ιδιότητα να κρατάει το νερό πάντα κρύο, ακόμη και στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού.

Καθώς έκοβε το ψωμί, φάνηκε να περνά από δίπλα τους, σερνάμενο αργά, με ελικοειδείς κινήσεις, εντελώς αθόρυβα, ένα μεγάλο μαύρο φίδι. Ο Όμηρος τρόμαξε, ένιωσε μια παγω­μάρα να τον τυλίγει ολόκληρο. «Γιαγιά! Γιαγιά! Ένα φίδι! Ένα μαύρο φίδι!» είπε όταν κα­τάφερε να ξαναβρεί τη φωνή του.

Η γιαγιά δεν ξαφνιάστηκε καθόλου. Με ήρεμη και τρα­γουδιστή φωνή, του είπε πως το φίδι είναι φίλος του σπιτιού, τρώει μονάχα τα ποντίκια και δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα απ’ αυτό, που είναι καλό και φιλικό με τους ανθρώπους.

Ο Όμηρος ήταν ταραγμένος. Το βλέμμα του απέμεινε καρ­φωμένο επίμονα στο μέρος που πέρασε το φίδι και χώθηκε μέσα στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη.

Η γιαγιά έκοψε με το μαχαίρι μια φέτα ψωμί και μια φέτα χαλούμι και τα έδωσε στον Όμηρο. Το ψωμί ήταν λίγο σκλη­ρό, όμως το χαλούμι ήταν παλιό και μυρωδάτο.

«Στο περιβόλι μας είχαμε ένα τέτοιο μαύρο φίδι» είπε η γιαγιά. «Ερχόταν κοντά μας κάθε μεσημέρι την ώρα που τρώ­γαμε και του δίναμε ψωμί. Τα μαύρα φίδια μερεύουν με το ψωμί και γίνονται φίλοι του ανθρώπου. Μη φοβάσαι».

Τα λόγια της γιαγιάς τον έκαναν σιγά σιγά να ξεχάσει τον φόβο που ένιωσε και να ηρεμήσει. Ένιωσε ακόμα και κάποια συμπάθεια για τα μαύρα φίδια που ζουν στα περιβόλια και στα σπίτια μαζί με τους ανθρώπους. Σκέφτηκε πως ίσως να απο­κτούσε κι αυτός κάποτε φίλο ένα μαύρο φίδι. Μπορεί κι αυτό να ερχόταν στο περιβόλι τους, εκεί που είχε γεννηθεί κι ο ίδιος, κάτω από μια ελιά, μέρες του θερισμού, όπως έλεγαν στο σπί­τι τους κάθε φορά που μιλούσαν για τη γέννησή του, και να έτρωγε μαζί του.


Και το ποίημα:

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΦΙΔΙ
Στον φίλο Θεόδωρο Στυλιανού

Τώρα βασιλεύει στο χωριό ένα μαύρο φίδι
που έχει παλάτι του το παλιό αρχοντικό.
Τα μαύρα φίδια
μερεύουν με ψωμί σταρένιο
ή με το μαύρο το ψωμί του κριθαριού
μες στους καιρούς της φτώχειας.
Όμως τώρα, τόσο μόνο,
πιστός ακόμα φύλακας,
πιο πολύ την ερημιά τονίζει
κρατώντας την πικρή ιστορία του:

Ήτανε χρόνια πριν, τότε που στο χωριό
κατοικούσε ο τελευταίος νοικοκύρης
σε τούτο δω τ’ αρχοντικό. Θυμάται,
γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί.
Τότε συχνά μιλούσαν για φευγιό,
για τα χωράφια που δε δίναν να τους θρέψουν,
για το παιδί και το σχολειό που θα το στέλναν.
Τότε παιδί και φίδι πιάσαν φιλία μεγάλη
και κάθε βράδυ στου παιδιού μαζί
κοιμόντουσαν την κούνια αγκαλιασμένα.
Το ένα περίμενε το άλλο
και τα δυο περίμεναν το βράδυ.

Κι όταν το παιδί μπορούσε να μιλήσει
και τα ονόματα να λέει των γονιών
χαρά γεμίζοντας το σπίτι,
επίμονα μιλούσε για το φίλο του
που τον καρτέραγε κάθε βράδυ.
Μα ποιος πιστεύει ένα παιδί σαν λέει:
Θα ’ρθει το φίδι και μαζί θα κοιμηθούμε.
Ώσπου μια μέρα η μάνα βλέπει
σαν ήταν ξαπλωμένο το παιδί στην κούνια
ένα φίδι ν’ ανεβαίνει
και το παιδί με μια κραυγή χαράς
ν’ απλώνει τα χεράκια του,
τα δυο να σμίγουν σαν αδέρφια.
Τρόμαξε η μάνα
κι όλο το σπίτι τρόμαξε.
Να καταλάβουν τι μπορούσαν
απ’ το παιχνίδι τούτο της ζωής;
κι όλοι μαζί, πήραν το παιδί και φύγαν.

Έτσι μονάχο του ένα φίδι
γυρίζει τα χαλάσματα.
Κοιμήθηκε χειμώνες,
ξύπνησε καλοκαίρια,
άλλαξε ντύματα πολλά και πάντα
θυμάται ένα παιδί, μια κούνια
και τη ζωή που ήταν άλλοτε
φίδι και παιδί αγκαλιασμένα.

Και το παιδί, άντρας πια,
άκουσε κάποτε σαν ένα παραμύθι
την παλιά ιστορία.
Τώρα, σαν επιστρέφει κάποτε να δει
το σπίτι, που ήταν άλλοτε το σπίτι του,
βλέπει το φίδι και τρομάζει.

«ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ», 1972

Κύριε Μολέσκη, σας ευχαριστώ που για ακόμα μια φορά ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μας. Η συζήτηση μαζί σας ήταν πράγματι ενδιαφέρουσα. Καλοτάξιδο και αυτό το βιβλίο σας! Να πολυδιαβαστεί, να αγαπηθεί και να εκτιμηθεί όπως του αξίζει. Καλή και δημιουργική συνέχεια!

Σας ευχαριστώ κι εγώ για την ευκαιρία που μου δίνεται να απευθυνθώ στους αναγνώστες σας.


Βιογραφικό:

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε το 1946 στο χωριό Λύση. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας «Λομονόσοφ», απ’ όπου απέκτησε πτυχίο (Μ.Α.) στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία, καθώς και διδακτορικό δίπλωμα (Ph.D.) στη Λογοτεχνία.

Εργάστηκε στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, απ’ όπου αφυπηρέτησε με τον βαθμό του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Υπηρέτησε επίσης ως Εκτελεστικός Σύμβουλος στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, της Εθνικής Επιτροπής Κύπρου για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, καθώς και της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Έχει δημοσιεύσει μελέτες και δοκίμια για τη λογοτεχνία, ενώ έχει εκδώσει δεκαπέντε ποιητικές συλλογές, δύο συγκεντρωτικούς τόμους ποιημάτων, τρία έργα πεζογραφίας και πέντε βιβλία μεταφράσεων ποίησης από την αγγλική και τη ρωσική γλώσσα. Δέκα ποιητικές συλλογές του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα γαλλικά, ιταλικά, βουλγαρικά, ρουμανικά, σερβικά, αλβανικά και ισπανικά. Το ημιτελές ποίημα (εκδόσεις Μεταίχμιο 2014) μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα τουρκικά, ενώ η συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο (εκδόσεις Βακχικόν 2017) μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα αλβανικά.

Έχει τιμηθεί με Κρατικό Έπαινο και Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύπρου, με το Μετάλλιο Πούσκιν της Ένωσης Ρώσων Συγγραφέων, το Βραβείο Γ. Φ. Πιερίδης της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, καθώς και το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς «Τεύκρος Ανθίας–Θοδόσης Πιερίδης» της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ. Είναι Επίτιμο Μέλος της Κρατικής Ακαδημίας Σλαβικού Πολιτισμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας–Κύπρου.

Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορούν τα βιβλία του: Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο (διηγήματα, 2017), Κάθε Ιούλιο επιστρέφω (αφήγημα, 2019), Ανοιχτός ουρανός (ποιήματα, 2022) και Τρία προσωπικά ποιήματα (2024). Καθώς και οι μεταφράσεις του: Ρωσική ποίηση 20ού αιώνα (2018), Προεπαναστατικά ποιήματα του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι (2019) και Δαβίδ ο Σασούνιος (2021).

Το μυθιστόρημα Τα κλεμμένα σταφύλια εκδόθηκε το 1985 και επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν.


Διαβάστε την κριτική μας για το βιβλίο: εδώ