Βιβλιοκριτική: "Δύσβατοι Δρόμοι" του Αντώνη Δουκέλλη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Δύσβατοι Δρόμοι
Συγγραφέας: Αντώνης Δουκέλλης
Ημερομηνία έκδοσης: 06/2026
ISBN: 978-618-5957-01-8
Σελίδες: 656
Εκδόσεις: Άπαρσις


Ο πολυγραφότατος και ιδιαίτερα αγαπητός Λέσβιος συγγραφέας Αντώνης Δουκέλλης έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα ένα σπουδαίο και πλούσιο συγγραφικό έργο. Εστιάζοντας σε πολλά και διαφορετικά είδη του λόγου κι επιδεικνύοντας σε όλα την ίδια προσοχή, τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αφοσίωση που απαιτείται ως προϋπόθεση για την επίτευξη ενός άρτιου και ποιοτικού αποτελέσματος, αποδεικνύει σε όλους μας τη μεγάλη αγάπη που τρέφει για τη δημιουργική απασχόληση και τη συγγραφή γενικότερα. Η προσωπική του εργογραφία περιλαμβάνει βιβλία λαογραφικά και ιστορικά, συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα, βιβλία management και leaderspip, αλλά και βιβλία έρευνας, βιογραφίας και έμμετρου λόγου. Πρόσφατα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Άπαρσις» ένα ακόμα βιβλίο του και συγκεκριμένα μία συλλογή τριών νουβελών, με τίτλο «Δύσβατοι Δρόμοι».

Οι τρεις νουβέλες του βιβλίου φέρουν κατά διαδοχική σειρά τους τίτλους «Άραχθος», «Η συνάντηση» και «Ο  μετανάστης». Πρόκειται για ιστορίες βαθιά ανθρωποκεντρικές, που αναφέρονται στον έρωτα, την προδοσία και την ξενιτιά, όπως διευκρινίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας στο εξώφυλλό του. Και πράγματι, έτσι είναι. Σε μια παλαιότερη εποχή, αρκετά μακρινή από τη δική μας, στην οποία η φτώχεια και η στέρηση αποδιώχνουν τον αυθορμητισμό και τη διεκδίκηση των ονείρων από τους ανθρώπους του μόχθου, ιδιαίτερα από τους νέους, δημιουργούν ηθικούς και αναπόφευκτους πρακτικούς φραγμούς στον δρόμο τους, επομένως και πληγές στην ψυχή τους, καταδικασμένες να μένουν μόνιμα εκεί, για πάντα ανοιχτές, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Κι ενώ ο έρωτας δίνει φως εκεί που το σκοτάδι επιμένει να δυναστεύει την όποια ανάσα χαράς και ευτυχίας, η προδοσία καθρεφτίζει για ακόμα μια φορά το σκληρό πρόσωπο της ζωής, που επιμένει να δίνει χώρο στη δυστυχία, έστω κι αν αυτή δεν είναι επιθυμητή ούτε και ευπρόσδεκτη. Αδύναμος ο άνθρωπος να αντιδράσει, να αντιμετωπίσει αυτή τη δυστυχία και να τη συντρίψει, αποδέχεται τη μοίρα του αμαχητί, κυρίως όταν πια συνειδητοποιήσει εις βάθος την ασημαντότητά του, όταν δει ξεκάθαρα τον κύκλο της ζωής να συνεχίζει την αδιάκοπη πορεία του στον χρόνο, ακάθεκτα και αδιαφορώντας για εκείνον, όταν αισθανθεί τη μεταβλητότητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης ως κάτι το απόλυτα φυσιολογικό, όταν αντιληφθεί και τη συνεχόμενη εναλλαγή της χαράς και της λύπης του ως τη μόνη σταθερά στον κόσμο της κίνησης, που ποτέ δεν αλλάζει ρυθμό, και που, δυστυχώς για κείνον, ποτέ δεν αποφεύγεται.

Το βιβλίο αυτό είναι αρκετά ογκώδες, εξακόσιες πενήντα έξι σελίδες για την ακρίβεια, πράγμα που σημαίνει ότι και οι επιμέρους τρεις νουβέλες που φιλοξενούνται σε αυτό είναι πολυσέλιδες. Άνετα, για τον λόγο αυτό, οι ιστορίες τους θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αυτόνομα ως τρία διαφορετικά βιβλία, χαρακτηρισμένα όμως όχι ως νουβέλες, αλλά ως μυθιστορήματα, λόγω της πληρότητας των σελίδων τους. Κοινός τους παρανομαστής είναι οι δύσβατοι δρόμοι που ακολουθούν οι ήρωές τους, προκειμένου να διεκδικήσουν τη χαρά, την αποδοχή, την καταξίωση, τον έρωτα. Κι είναι δύσβατοι, θα αντιληφθεί γρήγορα ο αναγνώστης, γιατί είναι αληθινοί. Και οτιδήποτε είναι αληθινό γνωρίζει πολύ καλά πως δύσκολα περπατιέται χωρίς κόπο. Ακόμα πιο δύσκολα κατακτιέται χωρίς μόχθο και χωρίς τις απαιτούμενες θυσίες. Πόσο μάλλον, όταν οι δρόμοι αυτοί είναι πασπαλισμένοι με ανθρώπινο αίμα, με αμέτρητα δάκρυα και με αναπόφευκτα τραύματα που προκαλούν στην ψυχή του ανθρώπου οι εκβιασμοί, οι στερήσεις, οι περιορισμοί, οι φυλακίσεις, ο πόλεμος, η κατοχή, η φτώχεια, η εκμετάλλευση, ο ρατσισμός και η καταπίεση.

Ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να ωραιοποιήσει τις καταστάσεις στην πλοκή των ιστοριών του για να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το κερδίζει ούτως ή άλλως με την αλήθεια που εκπέμπει ο λόγος του, με την αυθεντικότητα της γραφής του, με τη μεστή και άκρως επιμελημένη γλώσσα του, με το γλαφυρό ύφος της πένας του και με τις πολύτιμες γνώσεις του, τις οποίες και παραθέτει εκεί ακριβώς που χρειάζεται για τη διευκόλυνση της κατανόησης του κειμένου και για την παροχή περισσότερων διευκρινήσεων εκεί που κρίνεται απαραίτητο. Είναι οι χρήσιμες παραπομπές που εξυπηρετούν τις ανάγκες της εξιστόρησης σημαντικών πραγματικών γεγονότων του παρελθόντος, που σχετίζονται άμεσα ή και έμμεσα με τα όσα διαδραματίζονται παράλληλα στις εν λόγω ιστορίες.

Ειδική αναφορά στην τρίτη νουβέλα του βιβλίου με τίτλο «Ο μετανάστης»:

Η ιστορία μεταφέρει τον αναγνώστη πίσω στον χρόνο, στον προηγούμενο αιώνα και συγκεκριμένα στη δεκαετία του 1950. Κεντρικός ήρωάς της είναι ο Θεοφάνης, ένας νεαρός της επαρχίας, ένας νησιώτης, που του έρχεται ειδοποίηση να υπηρετήσει την πατρίδα, όπως οφείλει να κάνει στην ηλικία του. Για πρώτη φορά στη ζωή του φαίνεται να απομακρύνεται από τα όρια του χωριού του και της μικρής του περιφέρειας, για να συναντήσει άλλους τόπους, τους οποίους όμως ούτε επιδιώκει ούτε και επιθυμεί. Είναι όμως αναγκασμένος να το κάνει, γιατί αυτό  του επιβάλει αρχικά το χρέος του ως Έλληνας πολίτης, αλλά και η εθνική επιταγή, που τελικά τον οδηγεί, έστω και παρά τη θέλησή του, να συμμετάσχει στον πόλεμο της Κορέας ως εθελοντής στρατιώτης, στην εκστρατεία που γίνεται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών για την υπεράσπιση της Νότιας Κορέας από την εισβολή της Βόρειας.

Η εμπειρία του στον πόλεμο περιγράφεται τραυματική. Άνθρωποι γύρω του σκοτώνονται μεταξύ τους, γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή. Είναι τα πιόνια ενός συστήματος που καθοδηγεί τα βήματά τους και παίζει τη ζωή τους κορόνα γράμματα χωρίς ηθικούς ή άλλους φραγμούς. Ο αναγνώστης στην ιστορία αυτή θα έρθει αντιμέτωπος με τα δεινά του πολέμου, με τις αγωνίες των στρατιωτών, με τους φόβους και τις απώλειές τους, με τη σωματική και ψυχική τους εξάντληση, με την ανάγκη τους για επικοινωνία με τους δικούς τους ανθρώπους, με τα κρίματα και τους εφιάλτες που φορτώνονται εντός τους, όχι γιατί το επέλεξαν, αλλά γιατί αναγκάστηκαν να το κάνουν, για να καταφέρουν να σωθούν από την απειλή του πολέμου κι από τον ίδιο τον θάνατο. Ο αναγνώστης θα ακολουθήσει τον Θεοφάνη σε όλη αυτή την τραυματική διαδρομή του, στην οποία άλλοτε φαίνεται να χάνει τους φίλους του μέσα στη φρίκη του ανθρώπινου εξευτελισμού κι άλλοτε φαίνεται να χάνεται ο ίδιος από την υπόλοιπη ομάδα στρατιωτικής αποστολής, μη γνωρίζοντας τι πρέπει να κάνει  μετά για να σωθεί και πώς να φυλαχτεί από την απειλή του εχθρού που παραμονεύει πλησίον του. 

Ο ηρωισμός του στον πόλεμο γίνεται σημείο αναφοράς και επιβράβευσης από την ομάδα αποστολής, από τους οργανωτές κι από την χώρα που κινεί τα νήματα του κόσμου με το έτσι θέλω. Για τον ίδιο όμως δε σημαίνει απολύτως τίποτα ο ηρωισμός του αυτός, αφού δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό του στο πρόσωπό του, αφού δεν του αρέσει το πώς αυτός εξελίχθηκε για να καταφέρει να επιβιώσει απ’ το κακό. Μόνη ζεστασιά στην ψυχή του παραμένει η ανάμνηση μιας νεαρής Κορεάτισσας που ρίσκαρε τη ζωή της για χάρη του, για να καταφέρει να ζήσει ο ίδιος, ίσως και ο έρωτάς τους, που όμως ποτέ δεν εκδηλώθηκε φανερά, ίσως γιατί από την αρχή ήταν καταδικασμένος στην ήττα, ίσως γιατί τέλειωσε σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα προτού καν ξεκινήσει να ανθεί. Σαράντα χρόνια μετά, το τέλος αυτής της ανεκπλήρωτης μα τόσο τρυφερής ερωτικής ιστορίας τους θα είναι ακόμα πιο οδυνηρό, ακόμα πιο σκληρό και θλιβερό, γιατί θα το σφραγίσει για λογαριασμό τους ο ίδιος ο θάνατος. Ο ρεαλισμός σε όλο του το μεγαλείο γιγαντώνει στο σημείο αυτό, όπως και ο ανθρώπινος πόνος. Οι ιστορίες της ζωής, θα φανερώσει ο συγγραφέας, δεν έχουν πάντα αίσιο τέλος, κι όταν αυτές αποτυπώνονται με τον ίδιο σκληρό και αδιαπραγμάτευτο τρόπο και στα βιβλία, ο κόμπος στο στομάχι του αναγνώστη γίνεται ακόμα μεγαλύτερος.

Ο Θεοφάνης επιστρέφει σώος σωματικά από τον πόλεμο, για να ολοκληρώσει έπειτα με επιτυχία τη θητεία του στον στρατό. Η ζωή του όμως πίσω στο χωριό δεν είναι καθόλου εύκολη, μα ούτε και πολλά υποσχόμενη, τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένειά του. Η λύση δίνεται τελικά με τη φυγή του στην Αυστραλία, για τη διεκδίκηση μιας μοναδικής, μιας πρώτης και τελευταίας ευκαιρίας για μια καλύτερη ποιοτικά και οικονομικά ζωή δική του και των ανθρώπων που αφήνει πίσω του.

Ο συγγραφέας περιγράφει βήμα προς βήμα αυτή τη διαδρομή, το ταξίδι για το κυνήγι του ονείρου και της ελπίδας. Ένα ταξίδι δύσκολο στην αρχή, αγχωτικό, κουραστικό, πολυήμερο και ψυχολογικά καταπιεστικό, εξαιτίας της επικινδυνότητάς του και της διαρκούς εναλλαγής των καιρικών φαινομένων, που μόνο ευχάριστα δεν παρουσιάζονται στα μάτια του ήρωά του. Μέχρι που ένας έρωτας γεννιέται εντός του στη διαδρομή, για να καταλήξει στο τέλος αυτής σε προδοσία καταναγκαστική, αν και μη αναμενόμενη. Ο συγγραφέας στο σημείο αυτό εστιάζει στην ασφαλή επιλογή της γρήγορης αποκατάστασης, που σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης και φτώχειας, στέκεται κυρίως για τις γυναίκες, ανώτερη από την ανασφάλεια που προκαλεί πρακτικά η αβεβαιότητα για το μέλλον, η συνέχιση της φτώχειας και της ανέχειας, ακόμα κι όταν καλύπτεται συναισθηματικά από το πέπλο του έρωτα, του μοιράσματος, της συντροφικότητας, της υπομονής και της ελπίδας.

Έπειτα ο συγγραφέας συνεχίζει με την άφιξη του ήρωά του στη γη της Επαγγελίας. Προδομένος ο Θεοφάνης απ’ τον έρωτα, μόνος και μετέωρος οικονομικά, εστιάζει πάλι στον αρχικό του σκοπό. Επιχειρεί δηλαδή, αποφασιστικά και δυναμικά, να διεκδικήσει μια θέση στην κοινωνία των μεταναστών. Μόνο που κι εδώ τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα περιμένει. Ο ρατσισμός των νεοφερμένων είναι τεράστιος, η εκμετάλλευσή τους φανερή και δυστυχώς αποδεκτή, η κακοποίησή τους έντονη. Η φτώχεια όμως, θα επισημάνει ο συγγραφέας μέσα από την ιστορία του Θεοφάνη, επιτρέπει τις εκπτώσεις στην αξιοπρέπεια για να εξασφαλιστεί η επιβίωση. Ο Θεοφάνης, βέβαια, είναι νέος και πεισματάρης ακόμα. Κι όπως πολλοί νέοι, έτσι κι εκείνος αρνείται την προσωπική του ήττα και διεκδικεί ένα καλύτερο μέλλον για τον ίδιο, έχοντας την πεποίθηση ότι η οικονομική του αποκατάσταση γρήγορα θα του επιφέρει και ευτυχία, μια συναισθηματική πληρότητα που έχει ανάγκη, όντας μετανάστης και μόνος σε μια ξένη γη, την ικανοποίηση από την επιτυχία ως αποτέλεσμα μια σκληρής κι επίπονης δουλειάς.

Ο συγγραφέας θα αναφερθεί στο σημείο αυτό της ιστορίας του και σε κάποιους άλλους ανθρώπους που παρότι δεν υπήρξαν ποτέ τους μετανάστες στη χώρα τους αντιμετώπισαν τον ρατσισμό και την απέχθεια των ανθρώπων σε όλη τους τη ζωή. Η επαφή του Θεοφάνη με τους αυτόχθονες της Αυστραλίας θα σταθεί σταθμός στη ζωή του, καθώς θα του επιβεβαιώσει αυτό που και ο ίδιος γνωρίζει κατά βάθος. Η ευτυχία βρίσκεται στην απλότητα, κοντά στη φύση, εκεί που το χρήμα στέκεται αδύναμο να επιβάλλει την ισχύ του, εκεί που ο ρατσισμός αδυνατεί να εισχωρήσει και να προκαλέσει κακό, εκεί που η γαλήνη είναι το απάγκιο της ψυχής, εκεί που η αυτάρκεια θεωρείται δώρο Θεού και ιδανικός τρόπος για την ποιοτική αξιοποίηση της ζωής. Τα μηνύματα που λαμβάνει στο σημείο αυτό ο αναγνώστης είναι αρκετά για να προκύψει ένας εσωτερικός στοχασμός από μέρους του κι ένας επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων που θέτει, ώστε να αναδειχθεί μέσα από αυτόν το ουσιαστικό νόημα της ζωής και η επίτευξή του.

Η ιστορία συνεχίζει με την προσπάθεια του Θεοφάνη να στεριώσει στην ξένη γη. Η εργατικότητά του και η διάθεση προσωπικής του ανέλιξης θα ανταμείψουν τους κόπους του τελικά και θα φέρουν στον δρόμο του έναν νέο μεγάλο έρωτα, ίσως τον μεγαλύτερο και τον πιο σημαντικό. Είναι η σύντροφος της ζωής του, η μάνα του παιδιού του και η αιτία της ψυχικής του κατάρρευσης. Είναι η γυναίκα, που εξαιτίας της εργατικότητας αλλά και της μεγάλης φιλοδοξίας της κινείται εγωιστικά μετά από λίγο καιρό, ενώ στο τέλος τον προδίδει με τον χειρότερο τρόπο. Ο Θεοφάνης φαίνεται να χάνει τα πάντα εξαιτίας της, μα εκείνο που τον πονά περισσότερο είναι η μοναξιά και η φλόγα του έρωτα που δε σβήνει εντός του ποτέ, ακόμα και μετά την προδοσία.

Η εργατικότητα του Θεοφάνη, παρόλ’ αυτά, δε σταματά στις δυσκολίες. Ο ήρωας αυτής της δραματικής ιστορίας συνεχίζει τον προσωπικό του αγώνα, ώσπου να ανταμειφθεί πάλι για τους κόπους του. Κι έτσι, καταφέρνει τον στόχο του ξανά, να εξελιχθεί και να θριαμβεύσει οικονομικά. Η ψυχή του, ωστόσο, καταπονημένη, προδομένη και επαναλαμβανόμενα πληγωμένη, εξακολουθεί να πονά, αφού εξακολουθεί να παραμένει άδεια και δυστυχισμένη. Μέχρι να ερωτευθεί και πάλι. Μέχρι να προδοθεί και πάλι. Μέχρι να δυστυχήσει και να πονέσει ξανά. Κι ενώ στο σημείο αυτό ο αναγνώστης περιμένει κάτι όμορφο να συμβεί επιτέλους στον πολύπαθο Θεοφάνη, ο συγγραφέας δε φαίνεται να του κάνει το χατίρι. Ο σκοπός του είναι διαφορετικός. Να μιλήσει για το δράμα του ανθρώπου που πασχίζει μια ζωή για να τα καταφέρει, ενώ η μοίρα του έχει άλλα σχέδια για εκείνον. Τελικά, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης, μπορεί κανείς να τα βάλει με τη μοίρα; Μπορεί να νικήσει τη μοίρα όσο και να προσπαθεί; Η απάντηση είναι διφορούμενη, καθώς οι παράγοντες που συμβάλλουν στην επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας είναι πολλοί και, όπως φαίνεται, δεν εξαρτώνται από την θέληση και την επιμονή ενός μόνο ανθρώπου. Το ίδιο ακριβώς παρατηρείται και σε αυτή εδώ την ιστορία του Έλληνα μετανάστη που συνεχίζει το τραυματικό του ταξίδι στη δεύτερη πατρίδα του, την ξενιτιά.

Το παιδί του χωρισμένου ζευγαριού αντιδρά. Παίρνει τον λάθος δρόμο και κινδυνεύει. Πλέκει με κακές παρέες, εθίζεται και ξεσπά. Απομακρύνεται από τη ζωή των γονιών του, γεμίζοντας την ψυχή τους με τον ίδιο πόνο που νιώθει και το ίδιο για χρόνια ολόκληρα, χωρίς όμως αυτό να γίνεται αντιληπτό από εκείνους. Τον πόνο της μοναξιάς και της αδιαφορίας. Τον πόνο της συναισθηματικής απόστασης, που προκαλείται από την εγωιστική συμπεριφορά και το κυνήγι της προσωπικής επιτυχίας και απόλαυσης, από την εστίαση στις προσωπικές ανάγκες και φιλοδοξίες αυτών που ατύχησαν ολοκληρωτικά να ανταποκριθούν σωστά στον ρόλο του γονέα.

Το τέλος της ιστορίας είναι ακόμα πιο τραγικό. Ο συγγραφέας αρνείται να κάνει εκπτώσεις στα μηνύματα που με τόσο διεισδυτικό τρόπο επιχειρεί να περάσει στη συνείδηση του αναγνώστη. Τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό στη ζωή από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Το χρήμα, όσο γλυκό κι απαραίτητο κι αν είναι, δεν εξασφαλίζει από μόνο του την ευτυχία, για τον λόγο αυτό και δεν πρέπει να γίνεται αποκλειστική μέριμνα και αυτοσκοπός του ανθρώπου. Η φιλοδοξία είναι καταστροφική στην περίπτωση αυτή, καθώς, θέλοντας και μη, αποβάλλει από πάνω της το μέτρο και τις ηθικές αξίες για τη διεκδίκηση ακόμα περισσότερων θέλω. Αποπροσανατολίζει τη σκέψη από τα αρχικά της σταθμά κι έτσι χάνεται ο έλεγχος του μυαλού, ενώ το ένα λάθος διαδέχεται το άλλο, μέχρι να προκύψουν ακόμα περισσότερα, μέχρι το αδιέξοδο να σημάνει το τέλος της προσπάθειας, την ήττα, την ολοκληρωτική καταστροφή. Οι αληθινές φιλίες, θα αντιληφθεί ο αναγνώστης έπειτα από όλα αυτά, είναι το φάρμακο για όλα τα κακά. Πού βρίσκονται όμως; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Εκεί που δεν υπάρχουν συμφέροντα, εκεί που η καλοσύνη πηγάζει από την ψυχή και από τα αγνά της συναισθήματα. Εκεί που η απλότητα ανθεί και οδηγεί στην αυτογνωσία. Γιατί, τελικά, η απλότητα είναι το μυστικό της καλής ζωής αλλά και της πιο ευτυχισμένης.

Εν ολίγοις, η ιστορία του μετανάστη είναι μια ιστορία ανθρώπινης εμπειρίας, μια ιστορία διεκδίκησης μιας καλύτερης μοίρας, αλλά και μια ιστορία που καθρεφτίζει την ανθρώπινη πτώση εξαιτίας λάθος χειρισμών, λάθος επιδιώξεων, αλλά και πολλών απρόβλεπτων ατυχιών. Είναι μια ιστορία καθηλωτική, αρκετά επίκαιρη και διδακτική, μια ιστορία ρεαλιστική και ταυτόχρονα σκληρή στη θεματολογία της, με πλούσια πλοκή και περιεχόμενο, που προκαλεί πληθώρα συναισθημάτων στον αναγνώστη, χαράς, λύπης, αγανάκτησης, θυμού, συμπόνιας, απογοήτευσης. Είναι μια ιστορία που θέτει αρκετούς υπαρξιακούς προβληματισμούς και πολλές αφορμές για βαθύτερη και προσεκτικότερη ενδοσκόπηση, αλλά για συγκεκριμένο λόγο και σκοπό. Για να προκύψει ο επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων της ζωής. Για να ανακαλύψει ο αναγνώστης το πραγματικό νόημα της ζωής και όχι αυτό που του επιβάλλει η κοινωνία με το ζόρι και χωρίς τη θέλησή του, ως το μόνο υπαρκτό και προσδοκώμενο, το χρήμα δηλαδή, την εξουσία, την αναγνώριση, την υπεροχή. Καλογραμμένη και προσεκτικά επιμελημένη στο σύνολό της, ευκολοδιάβαστη και άκρως ενδιαφέρουσα, καθηλωτική, σκληρή τις περισσότερες φορές, αν και σε κάποια σημεία τρυφερή και απόλυτα ρομαντική, με γρήγορη ροή και πολλές εναλλασσόμενες εικόνες, με έξυπνες και μη αναμενόμενες ανατροπές, ρέει αβίαστα στο σύνολό της, δεν κουράζει, δεν επαναλαμβάνεται και δεν παραποιεί τα ιστορικά γεγονότα για τις ανάγκες της μυθοπλασίας. Για όλους αυτούς τους λόγους συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Αξίζει, τέλος, να γίνει ξεχωριστή αναφορά στις σημειώσεις που φροντίζει ο συγγραφέας να συμπεριλάβει στο τέλος της καθεμιάς ιστορίας του βιβλίου. Οι σημειώσεις αυτές αφορούν τα ιστορικά σημεία τα οποία και αναφέρει με λεπτομέρεια, προκειμένου να αποτυπώσει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια το κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ιστορικό πλαίσιο της εποχής στην οποία αναφέρεται. Είναι σημειώσεις χρήσιμες και συμπληρωματικές του περιεχομένου του, που όχι μόνο αποδεικνύουν τη σκληρή, προσεκτική και συστηματική δουλειά του καθόλη τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου του, αλλά και την απόλυτη αφοσίωση που επέδειξε για να παρουσιάσει στον αναγνώστη ένα έργο ενδιαφέρον, ποιοτικό, ολοκληρωμένο και ξεχωριστό από κάθε άποψη. Ας είναι καλοτάξιδο!

 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια