Βιβλιοκριτική: "Απούσα" του Γιώργου Χάμπα | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Απούσα
Συγγραφέας: Γιώργος Χάμπας
Ημερομηνία έκδοσης: 04/2026
ISBN: 978960-632-239-6
Σελιδες: 140
Εκδόσεις Άλφα Πι


Με μια νουβέλα κοινωνικού περιεχομένου κάνει το λογοτεχνικό του ντεμπούντο ο κοινωνιολόγος και συγγραφέας πλέον Γιώργος Χάμπας, άκρως ενδιαφέρουσα και καθηλωτική, που εστιάζει στη ρεαλιστική αποτύπωση της χαοτικής σύγχρονης πραγματικότητας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν περνά απαρατήρητη. Το βιβλίο του κυκλοφόρησε συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 2026 από τις εκδόσεις «Άλφα Πι» και φέρει τον τίτλο «Απούσα».

Ποια όμως είναι η Απούσα; αναρωτιέται ο αναγνώστης καθώς πιάνει το βιβλίο στα χέρια του. Είναι η κεντρική ηρωίδα Άννα για την οποία διαβάζει σχετικά στο περιληπτικό σημείωμα του οπισθόφυλλου ή μήπως όχι; Είναι η ερωτική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην ίδια και τον Γιώργο, η εικόνα της οποίας από την πρώτη στιγμή δείχνει προβληματική και σχεδόν ανύπαρκτη, εξαιτίας των δυσκολιών που καλείται να αντιμετωπίσει μέχρι να καταφέρει να στεριώσει και να εδραιωθεί συναισθηματικά; Ή μηπως είναι η ίδια η ζωή που μάχεται για την επιβίωσή της, που κονταροχτυπιέται με την ουσία της και τον σκοπό της ύπαρξής της, με τα πραγματικά θέλω της, αλλά και με αυτά που της επιβάλλονται καταναγκαστικά, τα οποία όμως καλύπτονται επιτηδευμένα από ένα πέπλο υποτιθέμενης ελευθερίας της βούλησης και της επιλογής;

Ο συγγραφέας φροντίζει εξαρχής να κάνει ξεκάθαρη τη θέση του. Η «Απούσα» δεν είναι μια ιστορία έρωτα με βεβαιότητες, θα πει. Είναι μια ιστορία για τη φθορά και τις συνέπειές της. Μια ιστορία που περιστρέφεται γύρω από τον αδιάκοπο αγώνα του ανθρώπου να κρατηθεί στη ζωή του μάχημος και ζωντανός, παρά την τρέλα που κυριεύει την ύπαρξή του. Που παλεύει  να σταθεί αξιοπρεπής και ψύχραιμος απέναντί της και ταυτόχρονα αγωνιστής και διεκδικητής, μα όχι προκλητικός και βίαιος. Που είναι επαναστάτης και ανατρεπτικός, μα όχι θρασύς και καταστροφικός.

Ο συγγραφέας στην πρώτη του συγγραφική απόπειρα εστιάζει στην επιλογή του δύσκολου δρόμου της ζωής που αποφασίζει να διανύσει συνειδητά ο άνθρωπος, προκειμένου να αποφύγει την προσωπική του φθορά και εξαθλίωση. Η επιλογή αυτή στη δική του ιστορία επιτυγχάνεται μέσω της σιωπής, της υπομονής, της αποδοχής του προβλήματος της προσωπικής υποδούλωσης, της ανάλυσης και της κατανόησής του, της σωστής προσέγγισης και διαχείρισής του με σκοπό τη σταδιακή του επίλυση και αποκατάσταση, πάντα μεθοδευμένα και προσεκτικά, ώστε να επιτευχθεί για χάρη του και πάντα για το καλό του το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η υπόθεση του βιβλίου έχει ως εξής: Η Άννα ζει σχεδόν ρομποτικά. Δεν έχει προσωπική ζωή ούτε συναίσθηση των αναγκών και των επιθυμιών της. Η δουλειά της απορροφά όλη την ενέργειά της και αποσπά την προσοχή της από οτιδήποτε άλλο. Επιδιώκοντας να εξελιχθεί σε μια σωστή και πετυχημένη επαγγελματία, απομακρύνεται από τα συγγενικά της πρόσωπα και από τους φίλους της, όχι γιατί το θέλει, μα γιατί ο χρόνος που της αναλογεί για τις προσωπικές της συναναστροφές είναι πλέον ελάχιστος έως και ανύπαρκτος. Όταν εισβάλλει στη ζωή της ο Γιώργος, τα πράγματα προς στιγμήν δείχνουν να αλλάζουν για εκείνη προς το καλύτερο. Η Άννα, ωστόσο, δεν φαίνεται να είναι έτοιμη γι’ αυτή την αλλαγή. Απεναντίας, φοβάται πολύ, αμφιβάλλει και αδυνατεί να ανταποκριθεί στα θέλω της καρδιάς της. Ο ρομποτικός της εαυτός την κρατά εγκλωβισμένη σε μια καθημερινότητα αποπνικτική. Ο Γιώργος, όμως, αποδεικνύεται ισχυρός αντίπαλος της φθοράς και της ήττας της, αφού δεν είναι διατεθειμένος να απομακρυνθεί από τη ζωή της Άννας, προτού πολεμίσει για τη σχέση τους, έστω και μέσω της σιωπής. Μένει στη σκιά της συνειδητά, κατανοεί την ανασφάλεια και την αδυναμία της να προσφέρει στη σχέση τους περισσότερα απ’ όσα της επιτρέπει ο σχεδόν ανύπαρκτος χρόνος της, προσαρμόζεται στη νέα κατάσταση που δημιουργείται μεταξύ τους μετά την απόφασή τους να συζήσουν και κάνει υπομονή μέχρι να έρθει η αλλαγή στη ζωή τους, χωρίς να απαιτεί, χωρίς να παραπονιέται και χωρίς να δυσκολεύει τη θέση της Άννας στο ελάχιστο.

Ο συγγραφέας μέσα από την περίπτωση του ζευγαριού του Γιώργου και της Άννας επισημαίνει τη σαφή διαφορά που υπάρχει μεταξύ της υγιούς σχέσης και της σχέσης που επιβιώνει από συνήθεια, η οποία όμως κατατρώει τα πάντα συναισθηματικά. Η ένωση του ζευγαριού, ουσιαστικά και όχι προσποιητά, δεν προκύπτει εύκολα ούτε χωρίς τις απαιτούμενες θυσίες, αλλά με κόπο και προσπάθεια, με αφοσίωση και ειλικρινή αγάπη, με υπομονή, πίστη και κατανόηση πραγματική. Φυσικά, αυτή η εικόνα του ζευγαριού δεν είναι μια συνηθισμένη εικόνα που αντιπροσωπεύει το σήμερα στην πλειοψηφία του. Οι άνθρωποι πλέον, όπως θα επισημάνει και ο ίδιος ο συγγραφέας στο βιβλίο του, έχουν πάψει να διεκδικούν. Παραιτούνται από οποιαδήποτε προσπάθεια καλυτέρευσης της σχέσης τους με την πρώτη δυσκολία κι επιλέγουν την εύκολη λύση της φυγής και της παραίτησης, επειδή ακριβώς αισθάνονται ότι δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, ωστόσο, θα συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης, δε χτίζονται δίχως προσπάθεια, δίχως αυταπάρνηση και δίχως θυσία. Προϋποθέτουν την πλήρη αφοσίωση, την υπομονή, την κατανόηση, την αφιέρωση ποιοτικού χρόνου, την ειλικρίνεια, την έκφραση, τον αυθορμητισμό και τον σεβασμό στις ανάγκες και στις υποχρεώσεις του άλλου. Ο Γιώργος της ιστορίας στέκεται στο πλευρό της Άννας, αρκούμενος στα ελάχιστα που λαμβάνει από εκείνη, μόνο και μόνο γιατί αναγνωρίζει στο πρόσωπό της την αληθινή αγάπη. Η Άννα από την άλλη, στέκεται στο πλευρό του Γιώργου, παρά τις φοβίες και τις ανασφάλειές της και παρά την έλλειψη ελεύθερου χρόνου, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, αναγνωρίζοντας επιπλέον σε κείνον την αφοσίωσή του και την ειλικρινή στάση του απέναντί της, την άνευ όρων αγάπη του και τον χώρο που συνειδητά αφήνει στη ζωή της για να αναπνέει, χωρίς να πιέζεται και χωρίς να νιώθει εγκλωβισμένη συναισθηματικά. Ωστόσο, φαίνεται ξεκάθαρα πως έχει επίγνωση της κατάστασης. Βρίσκεται παγιδευμένη σε μια ζωή που της επιβάλλεται χωρίς η ίδια να μπορεί να επιβληθεί απέναντί της. Προσφέρει επαγγελματικά περισσότερο απ’ όσο αντέχει, δουλεύει ασταμάτητα, λέει πάντα ναι σε όλα, ενώ τα δικά της θέλω παραγκωνίζονται συνέχεια, για να επιβαρρύνουν ακόμα περισσότερο τις προσωπικές της ανάγκες, που διαρκώς μεγαλώνουν χωρίς να ικανοποιούνται ποτέ.

Όταν η Άννα στο τέλος αποφασίζει να αλλάξει τους ρυθμούς της καθημερινότητάς της, για το καλό της ίδιας και της σχέσης της, συναντά εμπόδια, ευγενικές προειδοποιήσεις, απειλές και εκβιασμούς, που την παγιδεύουν ακόμα περισσότερο στην απραγία της αλλαγής και την αποπροσανατολίζουν ξανά από τα προσωπικά της θέλω. Το σύστημα, θα συνειδητοποιήσει έπειτα, αν και καθυστεριμένα, δε λογαριάζει τις ανάγκες και τα θέλω κανενός. Όπως επίσης δεν υπολογίζει τη σωματική και ψυχική κόπωση, αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου να είναι τέλειος σε όλα. Απλά απαιτεί, μα δε συμβάλλει καθόλου στην επίτευξη της επιτυχίας. Κάθε πιθανή υποχώρηση από τον στόχο θεωρείται ατομική ήττα, για την οποία πρέπει να υποστεί τις συνέπειες. Από την άλλη, το ίδιο το σύστημα, η κοινωνία που επιβάλλει και επιβάλλεται στον ανθρωπο, κρίνει πέρα από την επαγγελματική του απόδοση και την προσωπική του ζωή, τις σχέσεις του και την οικογενειακή ή μη αποκατάστασή του. Γιατί δεν έχει σχέση; Γιατί δεν παντρεύεται; Γιατί δεν κάνει παιδιά; Γιατί δεν έχει στενές σχέσεις με τους γονείς, συγγενείς, φίλους κτλ.

Η Άννα του βιβλίου, με δυο λόγια, δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση ανθρώπου της σύγχρονης κοινωνίας. Στο πρόσωπό της καθρεφτίζεται ολόκληρη η νέα γενιά που παλεύει για την επιβίωσή της. Που δουλεύει ασταμάτητα, που προσφέρει ασταμάτητα, μα που όμως δεν βρίσκει ποτέ της χρόνο για να χαρεί τις όποιες επιτυχίες της, να περηφανευτεί γι’ αυτές, να τις απολαύσει και να τις αισθανθεί, να τις μοιραστεί και να τις βιώσει. Είναι η γενιά της συνεχόμενης πάλης, της αποξένωσης, της μοναξιάς, της απουσίας από καθετί ζωντανό, αληθινό, ουσιαστικό και υπέροχο.

Η προσπάθεια της Άννας να αντιδράσει, όταν πια συνειδητοποιεί ότι για χρόνια ολόκληρα το σύστημα στερεί τη φωνή της, αλλά και την εκδήλωση της πραγματικής της ταυτότητας, καθρεφτίζει τον αγώνα όλων των ανθρώπων του σήμερα για επιβίωση, αλλά και για ελευθερία, εκείνων που φτάνουν στο έσχατο σημείο των δυνατοτήτων και της αντοχής τους και στέκονται πλέον αντιμέτωποι απέναντι στη φθορά και την καταπίεση τους. Ο δρόμος που επιλέγει κι ο Γιώργος να περπατήσει καθρεφτίζει επίσης την επίπονη προσπάθεια όλων εκείνων που δεν παραδίδουν τα όπλα τους αμαχητί, αντίθετα διεκδικούν ό,τι πραγματικά τους αξίζει με επιμονή, υπομονή και αφοσίωση, κόντρα στις όποιες δυσκολίες τους και τα εμπόδια που αυτές φέρνουν μπροστά τους επιδεικτικά.

Η ιστορία του βιβλίου κλείνει αρκετά αισιόδοξα, παρά τη μελαγχολική και σκοτεινή ατμόσφαιρα που περιβάλλεται γύρω της, προκειμένου να διατηρηθεί η ελπίδα στον αναγνώστη ότι όλα μπορούν να διορθωθούν αρκεί να υπάρχει η θέληση. Αρκεί ο άνθρωπος να μάθει να εκφράζεται, να διεκδικεί και να απαιτεί τα δικαιώματά του χωρίς να φοβάται τις συνέπειες, προσδοκώντας μια κοινωνία περισσότερο ανθρώπινη, φιλική και εναρμονισμένη με τις πραγματικές ανάγκες του, αλλά και τις δυνατότητές του.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι απλή και κατανοητή, ωστόσο ακρετά μεστή και περιεκτική στα νοήματά της, τα οποία και επιχειρεί ο ίδιος, είτε με τη μορφή διαλόγου είτε με τη μορφή της τριτοπρόσωπης αφήγησης είτε ακόμα και με τη μορφή μιας βαθιάς στοχαστικής ανάλυσης, να περάσει στον αναγνώστη. Χωρίς περιττά στολίσματα, εστιάζει στην προσεκτική μελέτη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, όπως αυτή διαμορφώνεται ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν γύρω της, όπως επηρεάζεται και αλλάζει διάθεση και τρόπο λειτουργίας κάθε φορά που εξωτερικοί παράγοντες επιχειρούν την υποδούλωση του ανθρώπου, την εξάντλησή του, την υπονόμευσή του.

Εν ολίγοις, η ιστορία του βιβλίου, παρότι απλή και καθόλου ανατρεπτική και ιδιαίτερη, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τα μηνύματα που έμμεσα ή άμεσα περνά στη σκέψη του αναγνώστη. Είναι μια ιστορία που ψυχογραφεί τον σύγχρονο άνθρωπο, εισχωρεί στις φοβίες και τις ανασφάλειές του, προκειμένου να εντοπίσει την πραγματική πηγή του προβλήματος που έχει προκαλέσει και εξακολουθεί να προκαλεί το αβάσταχτο συναισθηματικό κενό εντός του, αυτό που τον εμποδίζει επί της ουσίας να συνδεθεί ψυχικά με τους άλλους ανθρώπους και να απολαύσει τα αγαθά του μοιράσματος ελεύθερα, άφοβα και ανεμπόδιστα.


Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο, θα βρείτε εδώ.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια