Τειρεσίας Λυγερός: "Με ό,τι και να ασχολούμαι πάντα επιστρέφω στα βιβλία"


Σήμερα στις Τέχνες φιλοξενούμε τον συγγραφέα και λάτρη των βιβλίων Τειρεσία Λυγερό. Αφορμή της συνέντευξής του είναι το νέο του αστυνομικό μυθιστόρημα με τίτλο «ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Λιβάνη».

Ας δούμε τι έχει να μας πει...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Λυγερέ, γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε, ώστε να κάνετε αυτό το βήμα;

Η ανάγκη μου να σκαρώνω ιστορίες και να τις λέω στον κόσμο. Σίγουρα προτιμώ να τις γράφω και να τις διαβάζουν. Όλα ξεκίνησαν από μια ορμή που υπήρχε και υπάρχει μέσα μου να γράψω τις δικές μου ιστορίες.

Εκτός από συγγραφέας να υποθέσουμε πως είστε και φανατικός αναγνώστης των αστυνομικών μυθιστορημάτων;

Τα αστυνομικά μυθιστορήματα αλλά και οι ιστορίες θρίλερ αποτελούν ένα τεράστιο κομμάτι του ελεύθερού μου χρόνου. Γενικά η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί το σημαντικότερο χόμπι μου. Με ό, τι και να ασχολούμαι πάντα επιστρέφω στα βιβλία.

Πέρα από μυθιστορήματα, γράφετε και διηγήματα, αλλά και θεατρικά έργα. Θεωρείτε ότι ένας υπηρέτης του λόγου πρέπει να δοκιμαστεί σε πολλά λογοτεχνικά είδη; Εσάς προσωπικά, ποιο είδος σας ελκύει περισσότερο και γιατί;

Θεωρώ ότι κάθε είδος γραφής (θέατρο, μυθιστόρημα, ποίηση, δοκίμιο) έχει τους δικούς του κανόνες. Το να εμπλακείς με περισσότερα από ένα είδη ενέχει παγίδες αλλά και μια γοητεία. Άλλα πράγματα και άλλες σκέψεις γράφω στα αστυνομικά μου μυθιστορήματα και άλλα στα θεατρικά μου. Όσον αφορά στα επιστημονικά μου άρθρα αυτά έπαψαν από καιρό να με «αγγίζουν». Πιστεύω ότι το επάγγελμά μου ως δημοσιογράφος με βοήθησε να εξοικειωθώ με τις λέξεις και τη γραφή. Αυτό ήταν και το κλειδί για να δοκιμάσω περισσότερα είδη γραπτού λόγου.

Υπάρχει τελετουργία γραφής για εσάς, δηλαδή συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνθήκες ή μπορείτε οπουδήποτε και οποτεδήποτε να συγκεντρωθείτε, να εμπνευστείτε και να γράψετε;

Δεν θα το έλεγα ακριβώς τελετουργία με την αυστηρή έννοια του όρου. Όταν έρχεται μια ιστορία στο μυαλό μου συνήθως αρχίζω να τη γράφω είτε στο γραφείο μου, είτε στο σαλόνι είτε ακόμα και στο τραπέζι της κουζίνας. Συνήθως μου αρέσει να καπνίζω και να καταναλώνω ουίσκι ή καφέ όταν γράφω. Είναι – ίσως- μια συνήθεια που με ξεμπλοκάρει. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου ολοκλήρωσα ένα ολόκληρο θεατρικό έργο σε μια καφετέρια ανάμεσα σε δεκάδες κόσμο και πολλή φασαρία. Γενικά όταν γράφω τίποτα δεν μπορεί να με αποσπάσει. Ακολουθώ πιστά το καθημερινό πρόγραμμα μου και γράφω 4 με 5 ώρες τη μέρα. Φτάνει να έχω κάτι να πω.

Θεωρείτε ότι υπάρχει συγκεκριμένη συνταγή για τη συγγραφή ενός καλού μυθιστορήματος;

Αν δεν διαβάσεις δεν μπορείς να γράψεις. Αυτή είναι η μόνη συνταγή. Το διάβασμα σε συνδυασμό με το ταλέντο αποτελούν τη συνταγή για ένα καλό μυθιστόρημα.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; Υπάρχουν επιρροές αυτών στα έργα σας;

Δεν θα έλεγα ότι έχω κάποιο συγγραφέα ως πρότυπο. Από εκεί και πέρα οι αγαπημένοι μου συγγραφείς στα αστυνομικά είναι ο Γιάννης Μαρής, ο Πέτρος Μάρκαρης, ο George Simenon, ο Andrea Camilleri, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ο Robert Van Gulik, η Άγκαθα Κρίστι και η Patricia Highsmith. Παράλληλα, είμαι λάτρης της κλασικής λογοτεχνίας και κυρίως της ρωσικής και της γαλλικής αν και τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να διαβάζω περισσότερη σύγχρονη λογοτεχνία, κυρίως ξένη. Σε σχέση, τώρα, με τις επιρροές στο έργο μου, θεωρώ ότι ο Γιάννης Μαρής και ο Andrea Camilleri διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς ώστε να σας ωθήσει προς τη δημιουργία;

Μια ιστορία ή μια σκέψη που μπορεί να μου καρφωθεί στο μυαλό από το πιο απλό και καθημερινό γεγονός. Πολλές φορές σκέφτομαι τη δομή του νέου μου βιβλίου μήνες πριν αρχίσω να το γράφω με αφορμή ένα εντελώς τυχαίο γεγονός. Για παράδειγμα ένα λάθος τηλέφωνο στο σπίτι τις μεταμεσονύχτιες ώρες μπορεί να αποτελέσει την πρώτη πηγή έμπνευσης.


Το 2021 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λιβάνη» το δεύτερο αστυνομικό σας μυθιστόρημα με τίτλο «ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ». Ομολογουμένως, η ιστορία που ξετυλίγεται στις σελίδες του είναι λίγο διαφορετική από τα αστυνομικά μυθιστορήματα που έχουμε συνηθίσει όλοι μας ως αναγνώστες. Ίσως, γιατί δε μιλάμε για μία απλή υπόθεση δολοφονίας, ούτε για έναν νεκρό και, όπως διαπιστώνουμε στη συνέχεια, ούτε για έναν δολοφόνο. Επίσης, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με φόνους, αλλά και με μία υποτιθέμενη αυτοκτονία, όπως και με μια εξαφάνιση. Η ζωή, όπως αναφέρετε κι ο ίδιος, δεν είναι μυθιστόρημα για να δένει πάντοτε σωστά. Κι αυτό γιατί είναι απρόβλεπτη κι οπωσδήποτε ανατρεπτική. Αυτός ήταν ο σκοπός σας εξαρχής; Να αφηγηθείτε μια ιστορία διαφορετική από τις άλλες;

Αν ο συγγραφέας δεν έχει να πει ή να γράψει κάτι διαφορετικό τότε δεν υπάρχει λόγος να εκδοθεί το βιβλίο του. Ειδικά στην αστυνομική λογοτεχνία όπου και κυριαρχεί ένας αναμασημένος τυφλοσούρτης (έγκλημα- έρευνα – ανατροπή – λύση) αλλά και ένα συγκεκριμένο πια μοτίβο (κατά συρροή δολοφόνος) παρμένο από την σύγχρονη σκανδιναβική λογοτεχνία, ο συγγραφέας οφείλει να είναι πρωτότυπος. Σίγουρα παρθενογένεση δεν υπάρχει αλλά και η τυφλή αναπαραγωγή βιβλίων με τα ίδια και τα ίδια και στα οποία δεν ξεχωρίζουν οι λεγόμενες συγγραφικές πένες έχει πλέον κουράσει το αναγνωστικό κοινό.

Πείτε μας δυο λόγια για την υπόθεση του έργου.

Ο αστυνόμος Σεβαστιανός, ακολουθώντας τα ίχνη του αίματος, θα ξετυλίξει το κουβάρι μιας ιστορίας, της οποίας τα νήματα κινούν η απληστία, η αλαζονεία και η εκδίκηση. Μια υπόθεση που δύο αρχικά άσχετα γεγονότα μεταξύ τους, μια εξαφάνιση γόνου ισχυρής οικογένειας και μια πιθανή αυτοκτονία, τον οδηγούν σε συγκρουσιακές καταστάσεις, με πολλές ανατροπές. Ο οξυδερκής αλλά δύστροπος Αντρέας Σεβαστιανός δεν είναι και ο πιο εύκολος άνθρωπος για να συνεργαστεί κανείς μαζί του. Στην αρχή κινείται αργά, αλλά η ατμόσφαιρα γρήγορα βαραίνει. Ο ύποπτος γίνεται θύμα.

Παρότι οι χαρακτήρες του βιβλίου σας είναι φανταστικοί, θα εντοπίσει ο αναγνώστης σ’ αυτούς στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Ελπίζω πως όχι. Διότι αν έχω στοιχεία από τον Αστυνόμο Σεβαστιανό σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά στα ενδόμυχά μου. Γενικά μου αρέσει να πλάθω τους ήρωές μου χωρίς αυτοί να «ακουμπούν» σε άτομα που ο ίδιος γνωρίζω.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που σκιαγραφεί με κινηματογραφική ροή την παρακμή της σημερινής κοινωνίας, στην οποία ύψιστη αξία έχουν το χρήμα, η χλιδή, η εξωτερική εμφάνιση του ανθρώπου και καθόλου η αληθινή πλευρά του εγώ του και η μοναδικότητα αυτού. Τελικά, υπάρχει ελπίδα στον κόσμο; Μπορούν να αλλάξουν όλα αυτά, ώστε να ανθίσει ξανά το συναίσθημα και να τεθούν στο περιθώριο η υποκρισία, η εξαπάτηση, το ίδιον συμφέρον και η ανθρώπινη φθορά; Τι πιστεύετε;

Πιστεύω ότι οι κοινωνίες ή ό, τι τέλος πάντων είναι αυτές οι κατασκευές μέσα στις οποίες και ζει το ανθρώπινο συνονθύλευμα κατακερματισμένο από ιδεολογίες και θρησκείες δεν μπορεί να αλλάξει. Ο άνθρωπος είναι ατελής και τα δημιουργήματα αυτού δεν μπορούν να φτάσουν στο τέλειο. Ούτε καν να το πλησιάσουν. Εξαρχής όλες οι κοινωνίες που έφτιαξε ο άνθρωπος ήταν προβληματικές. Αυτός είναι και ο λόγος που θα ψάχνουμε πάντα τη λύτρωση μέσα από θρησκευτικές και ιδεολογικές τελεολογίες.

Θεωρείτε σημαντικό η αστυνομική λογοτεχνία να φιλοξενεί και τέτοιου είδους προβληματισμούς στους κόλπους της, προκειμένου να γίνεται περισσότερο ενδιαφέρουσα και ελκυστική στο αναγνωστικό κοινό;

Όπως προείπα η αστυνομική λογοτεχνία μαστίζεται από ένα τυφλοσούρτη. Τις περισσότερες φορές ο ήρωας του βιβλίου θα βρει τη λύση και θα αποδώσει δικαιοσύνη. Από εκεί και πέρα επαφίεται στον εκάστοτε συγγραφέα να «ντύσει» την ιστορία του με διάφορους προβληματισμούς και να δώσει διάφορες πολιτικές και κοινωνικές αποχρώσεις. Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα. Να «δέσεις» όλους αυτούς τους προβληματισμούς με τη βασική δομή του έργου.


Η ιστορία σας έχει περίεργο happy end, που ναι μεν ανακουφίζει τον αναγνώστη, παράλληλα όμως τον προβληματίζει αρκετά. Προσωπικά μου ήρθε στο μυαλό η φράση του Σόλωνα «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε...». Αυτό το μήνυμα θέλετε να περάσετε στην ιστορία που περιγράφετε;

Το τέλος της ιστορίας καταδεικνύει ότι αυτά που σπέρνουμε αυτά και θα θερίσουμε. Έτσι είναι τα πράγματα στη ζωή. Ό, τι κάνει ο άνθρωπος θα το βρίσκει πάντα μπροστά του.

Τελικά, εσάς κ. Λυγερέ, τι σας προσέφερε συναισθηματικά η συγγραφή αυτού του βιβλίου;

Ανακούφιση διότι κατάφερα να γράψω μιαν ιστορία που με βασάνιζε για μήνες πριν αποτυπωθεί στο χαρτί.

Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Λιβάνη»; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά για την καλύτερη και επιτυχέστερη προώθηση ενός βιβλίου;

Οι εκδόσεις «Λιβάνη» από την πρώτη στιγμή που παρέδωσα το βιβλίο μου μέχρι την έγκριση του και την έκδοση αυτού, βρίσκονταν σε κάθε βήμα στο πλευρό μου. Με στήριξαν, πίστεψαν στη γραφή μου και θεωρώ ότι τους οφείλω πολλά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι μόλις παρέδωσα το κείμενο μου στη γραμματεία των εκδόσεων «Λιβάνη», φεύγοντας γύρισα και είπα στη συμβία μου «εδώ θέλω να εκδώσω το βιβλίο μου». Και πιστέψτε με δεν το μετάνιωσα καθόλου. Ο επαγγελματισμός και η φιλοσοφία των συγκεκριμένων εκδόσεων αποτελεί εχέγγυο για κάθε συγγραφέα. Σίγουρα ένας καλός εκδοτικός οίκος είναι απαραίτητος για την επιτυχία ενός βιβλίου και υπερέχει σε όλα τα σημεία από τους τόσους εκδότες- τυπογράφους που βρίσκονται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Προς το παρόν όχι.

Ετοιμάζετε κάτι νέο συγγραφικά ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Πριν ένα μήνα ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις του θεατρικού μου έργου «Το ημερολόγιο ενός αποτυχημένου συγγραφέα» οπότε και χρειάζομαι λίγο χρόνο προκειμένου να «έρθει» άλλη μια ιστορία και να με βρει.

Από πού μπορούν οι αναγνώστες να αγοράσουν το βιβλίο σας;

Από όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας αλλά και να το παραγγείλουν ηλεκτρονικά.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Να είμαι υγιής και να συνεχίζω να γράφω.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

«Εδώ έχουμε ένα κακό αστυνομικό μυθιστόρημα, που δε δένει, είπε ο Σεβαστιανός καθώς έβγαζε ένα τσιγάρο από το πακέτο του και το έβαζε στο στόμα του. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την ίδια τη ζωή και όχι με καλοστημένα μυθιστορήματα. Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Κανένας δεν την ορίζει, κανένας δεν τη γράφει προς έκδοση».

Κύριε Λυγερέ, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική.

Σας ευχαριστώ πολύ για τις όμορφες ερωτήσεις.


Βιογραφικό:

Ο Τειρεσίας Λυγερός πρωτοείδε το φως κάπου στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα περνάει στο Αιγαίο.

Από το 2015 µέχρι και το 2017 δηµοσίευε κάθε Κυριακή σε διαδικτυακή εφηµερίδα αστυνοµικά διηγήµατά του σε συνέχειες. Το 2019 το θεατρικό του έργο Το Ηµερολόγιο ενός Αποτυχηµένου Συγγραφέα ανέβηκε στο Θέατρο Επί Κολωνώ στο πλαίσιο του φεστιβάλ Off-Off Athens. Το 2017 εκδόθηκε το πρώτο του αστυνοµικό µυθιστόρηµα, Η Μαύρη Κάντιλακ.