Βιβλιοκριτική: "Τάματα" της Γιώτα Κοντογεωργοπούλου | Γράφει η Αλεξάνδρα Τσότσου


Τάματα
Συγγραφέας: Γιώτα Κοντογεωργοπούλου
Ημερομηνία έκδοσης: 02/2026
ISBN: 978-960-507-274-2
Σελίδες: 472
Εκδόσεις: Bell 





Ευφυέστατο!

Νομίζω ότι η συγκεκριμένη λέξη καθορίζει τι πραγματεύεται το βιβλίο. Είναι ένας χαρακτηρισμός, και μου αρέσει πάντα να προσπαθώ να στοιβάξω την «αναγνωστική θύελλα» που βίωσα διαβάζοντάς το, σε μια ακριβώς λέξη.

Είναι προσπάθεια, δεν είναι ανάλυση. Η ανάλυση είναι αυτή, που θα μοιραστώ μαζί σας πως ένιωσα όταν βυθίστηκα στις σελίδες του μυθιστορήματος «Τάματα».

Πρώτη μου επαφή με την συγγραφέα και ομολογώ πως έμεινα με το στόμα ανοιχτό, φοβούμενη πλέον και εγώ μήπως οι μέλισσες με επισκεφθούν. Επομένως, έκλεισα το στόμα, πήρα το δροσερό μου παγούρι και είπα να ταξιδέψω στην Κέρκυρα. Επτάνησα, ένα νησί με τεράστια ιστορία από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα που σφύζει από ζωή με τον τουρισμό -και όχι μόνο- να την κατατάσσει στους πιο δημοφιλείς προορισμούς. Στο άκουσμα του νησιού χιλιάδες εικόνες μου ήρθαν στο μυαλό μου από διακοπές και αναθάρρησα λίγο γιατί έχω μια αδυναμία στα νησιά που βρέχονται από το Ιόνιο πέλαγος. Ναι και εδώ στην ιστορία μας, ήταν διακοπές, αλλά όχι όμως την χρονική περίοδο των θερινών μηνών, λίγο πριν, στην έναρξη της νέας σεζόν. Εκεί στο Πάσχα, που όλοι γνωρίζουν το τοπικό έθιμο με τους Μπότηδες ή αλλιώς το «σπάσιμο των κανατιών». Δεν πέφτει καρφίτσα, αν τύχει και βρεθείς τις Άγιες μέρες στην Κέρκυρα. Θα χαθείς, αυτό είναι το σίγουρο, όπως σίγουρο είναι και το έγκλημα που διαδραματίζεται στην πόλη της Κέρκυρας και στην περιοχή Λιστόν. Μια δολοφονία με ένα αγόρι στην εφηβεία βρίσκεται στη σοφίτα ενός σπιτιού, όταν έξω στους δρόμους γίνεται το αδιαχώρητο. Η εμπλεκόμενη οικογένεια σοκαρισμένη από το στυγερό έγκλημα παραμένουν μουδιασμένοι ακολουθώντας τη ροή της ζωής. Την εμπλοκή της αστυνομίας, τις ατελείωτες ανακρίσεις, έρευνες και όλα αυτά που δυσχεραίνουν το κλίμα και την ατμόσφαιρα έχοντας ως βασική επίλυση και αντιμετώπιση ένα τόσο δυσάρεστο γεγονός.

Το γαϊτανάκι της ιστορίας ξεκινάει, και το παρελθόν διαδέχεται το παρόν και αντιστρόφως μέχρι να καταλήξεις να σιγώ μουρμουράς «πώς στην ευχή συνδέονται». Τα σχόλια που απεύθυνα στον εαυτό μου δε σταμάτησαν λεπτό καθ’ όλη την διάρκεια που καταβρόχθιζα διαβάζοντας μανιωδώς τις σελίδες του βιβλίου. Μιλούσα κάθε φορά στην συγγραφέα, όπως συνηθίζω να μιλάω σε όλους τους συγγραφείς, όταν καταπιάνομαι με τα έργα τους. Ίσως και να την ζάλισα, αλλά οι σκέψεις μου, που μοιράζομαι δυνατά με είχαν βάλει σε μια αναζήτηση του Μίτου. Κάπου θα έβρισκα την άκρη του νήματος και θα κατέληγα να ικανοποιήσω την περιέργειά μου…ναι, ας γελάσουμε, είχα προσδοκίες..

Έτσι λοιπόν, συνέχισα να απευθύνω τον λόγο μου στην συγγραφέα ρωτώντας την χιλιάδες εύλογα ερωτήματα που μου είχε παραδόξως γεννήσει. Βέβαια και μπροστά μου να την είχα, θεωρώ πώς τις απαντήσεις δε θα της έπαιρνα αμέσως. Εκεί, όμως στην εξιστόρησή της, έμαθα για τις μέλισσες τη δική τους ιστορία και πως εμπλέκονται ενεργά στην πλοκή του έργου που μας παρουσίαζε. Είχαν έναν διακριτικό, μα αινιγματικό λόγο ύπαρξης που ακόμη και το εξώφυλλο το αγάπησα. Το κίτρινο χρώμα, είναι το χρώμα της ενέργειας και οι μέλισσες είναι ότι πιο όμορφο μπορούσα να δω.

Δε θα παραλείψω, πώς λάτρεψα την ατσάλινη ηρωίδα Μάγια και αυτό γιατί μου άρεσε η εικόνα που ήθελε να παρουσιάσει, ανεξάρτητα με τον εσωτερικό της κόσμο. Που επίσης λάτρεψα εξίσου, αλλά αυτό θα το αφήσω στη δική σας κρίση. Οι ήρωες, είχαν έναν εξαιρετικό ρόλο σε όλο το βιβλίο που κάθε φορά με άφηνε έκπληκτη καθώς τους γνώριζα και ενδόμυχα με κάποιους συνδέθηκα περισσότερο. Υπήρχαν και ήρωες που απλά, δεν ήθελα να τους ξανά μιλήσω, όχι ότι πίναμε καφέ προχθές, αλλά λέμε!

Δε θα σας κρύψω πώς κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο crime μου αρέσει να παίζω το παιχνίδι «κλέφτες και αστυνόμοι». Ο λόγος είναι γιατί, ξεκινάω από την πρώτη σελίδα να αναζητώ τον υπαίτιο και μπορώ να πω, ότι το έχασα το στοίχημα με τον εαυτό μου. Ένιωθα να είμαι στο καζίνο και η ρουλέτα να γυρίζει κάθε φορά, ποντάροντας στο νούμερο που πίστευα ότι θα είναι εκείνο το πρόσωπο. Αμ δε, σε όλα έπεσα έξω και αυτό είναι επιτυχία, γιατί τελικά η Γιώτα μου το είπε φτάνοντας στην αποκορύφωση του βιβλίου. Τι να σου πω, όμως, το προσπάθησα αρκετά, αλλά κάθε φορά προβληματιζόμουν. Γιατί η συγγραφέα, ήξερε πολύ καλά, πώς να υφάνει την ιστορία και πώς οι ελιγμοί που έκανε συγγραφικά, σε ταξίδευαν σε μια εξαιρετικά δουλεμένη ιστορία, μέσα από ένα καρέ καταστάσεων που δεν ήθελες να αφήσεις τα Τάματα από τα χέρια σου.

Δεν ξέρω, αν αυτό ήταν επιτυχία -που είναι-, αλλά σίγουρα έφυγα άφραγκη από την επίσκεψή μου στην ρουλέτα. Όποιο νούμερο και αν πόνταρα, έχασα τα πάντα και νομίζω πλέον, πώς μπορώ με το μαγιό - το μοναδικό που μου έμεινε - να κάνω μια βουτιά!

Εδώ στην Κέρκυρα, που αλλού;

Εσείς θα βουτήξετε;

Αν όχι, στη θάλασσα, «στανταράκι» στις σελίδες του βιβλίου Τάματα

Εύχομαι από καρδιάς να είναι καλοτάξιδο.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια