Τα παλιά τα χρόνια οι νέοι συνήθιζαν να κάνουν καντάδες με κιθάρες ή πικάπ έξω από τα σπίτια των κοριτσιών που αγαπούσαν και ήταν τόσο όμορφα, τόσο αγνά αλλά και τόσο ρομαντικά.
Δεν έλλειπαν όμως τα ευτράπελα κατά καιρούς, είτε από συγγενείς των κοριτσιών, οι οποίοι δεν συμφωνούσαν με τις επιλογές τους, είτε από γείτονες, οι οποίοι ενοχλούνταν, γιατί ήθελαν να κοιμηθούν εκείνοι και τα μικρά παιδιά τους.
Έτσι έγινε σε μία μικρή γειτονιά της Μυτιλήνης γύρω στη δεκαετία του 1950. Ο Δημήτρης έκανε καντάδα στην αγαπημένη του Ταξούλα κάθε βράδυ. Εκείνη έβγαινε στο παραθύρι για να τον δει και για να απολαύσει το τραγούδι του, καθώς έπαιζε όμορφα και ήταν καλλίφωνος.
Ένας γείτονας από κει κοντά ενοχλούταν, γιατί είχε μικρά παιδιά που τρόμαζαν κι έκλαιγαν όταν άκουγαν τις δυνατές μουσικές και τα τραγούδια.
«Τι θα γίνει, ρε παιδιά, κάθε βράδυ; Θα μπορέσουμε να κοιμηθούμε καμιά φορά, εμείς και τα παιδιά μας;» αγανακτούσε.
Μία νύχτα δεν άντεξε, ο ταλαίπωρος αυτός πατέρας. Την ώρα που ο Δημήτρης έκανε επίδειξη φωνής με κορώνες, εκείνος εκτόξευσε ένα μεγάλο τσίγκινο δοχείο της νυχτός με το περιεχόμενό του, το οποίο παραλίγο να τραυματίσει τον νεαρό κανταδόρο. Το τραγούδι σταμάτησε απότομα. Οι μυρωδιές από το περιεχόμενο του δοχείου ήταν αποπνιχτικές.
Πάει, χάθηκε το ρομαντικό αυτό κλίμα που υπήρχε για αρκετό καιρό στην περιοχή αυτή. Όπου φύγει - φύγει, ο κανταδόρος. Αηδίασε ολόκληρος, έτρεξε γρήγορα - γρήγορα να πλυθεί, για να φύγει το άρωμα «ο ντε τουαλέτ» από πάνω του. Κι από τότε, μήτε που τον είδανε μήτε που τον ακούσανε πια να τραγουδάει και να παίζει κιθάρα τις νύχτες.
Η Ταξούλα ήταν απογοητευμένη που έχασε τα άσματα του αγαπημένου της. Ήταν και μία ευκαιρία για να τον πιέσει κατά κάποιον τρόπο και να τον αναγκάσει να την παντρευτεί το συντομότερο δυνατό. Έτσι θα τον είχε αποκλειστικά δικό της και θα μπορούσε πλέον να απολαμβάνει τα όμορφα αυτά τραγούδια του.
Σιγά – σιγά, με την πάροδο των χρόνων και με την εξέλιξη της τεχνολογίας, οι καντάδες σταμάτησαν κι έτσι, κοιμόντουσαν ήσυχοι οι συγγενείς και οι γείτονες, καθώς επίσης έλλειψαν οι ρίψεις ύδατος και ακαθαρσιών από τα μπαλκόνια στους κανταδόρους…..
Βέβαια, τα σημερινά χρόνια, «οι καντάδες» γίνονται με άλλο τρόπο: Είτε από τις δυνατές εξατμίσεις των οχημάτων, είτε με δυνατές μουσικές από ζωντανή μετάδοση, είτε από ραδιοστερεοφωνικά συστήματα διαφόρων καταστημάτων, είτε από πανηγύρια και εκδηλώσεις, οι οποίες πολλές φορές παίζουν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, έως τις έξι ή τις επτά το πρωϊ περίπου της επόμενης ημέρας.
Τώρα δεν εκτοξεύονται δοχεία της νυχτός με «περιεχόμενα» ή κουβάδες με ύδατα, αλλά αρκετοί πολίτες απευθύνονται στην Αστυνομία και κάνουν καταγγελίες και, φυσικά, επιβάλλεται η τάξις και τα απαιτούμενα πρόστιμα.
Καλό είναι πάντως, να τηρούνται και να εφαρμόζονται οι κανόνες τήρησης της κοινής ησυχίας, διότι υπάρχουν ευπαθείς ομάδες και μικρά παιδιά που πρέπει να έχουν την απαιτούμενη ησυχία, ώστε να μπορούν να κοιμούνται ανενόχλητοι.
Υ.Γ. Η ανωτέρω ιστορία με την καντάδα που έληξε άδοξα είναι φανταστική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

0 Σχόλια