Βιβλιοκριτική: "Μικροί Ηθοποιοί στη μεγάλη σκηνή" της Αθανασίας Κιφοκέρη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Μικροί ηθοποιοί στην μεγάλη σκηνή
Συγγραφέας: Αθανασία Κιφοκέρη
Ημερομηνία έκδοσης: 02/2026
ISBN: 978-960-571-737-7
Σελίδες: 72
Συμμετέχουν: Βασίλης Τραϊφόρος, Χρήστος Σούκας
Εκδόσεις Bookstars - Γιωγγαράς

Ένα νέο της βιβλίο κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν η συγγραφέας Αθανασία Κιφοκέρη, αρκετά ενδιαφέρον και συναρπαστικό, ωστόσο αρκετά διαφορετικό από όλα τα προηγούμενά της. Πρόκειται για μια συλλογή σύντομων θεατρικών έργων, τα οποία απευθύνονται σε μικρά παιδιά, με τίτλο «Μικροί Ηθοποιοί στη μεγάλη σκηνή». Το βιβλίο της κυκλοφόρησε συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 2026, από τις εκδόσεις «Bookstars», και φιλοξενεί πέρα από τα δικά της θεατρικά έργα και κάποιων άλλων συγγραφέων, τα οποία επίσης είναι παιδικά.

Η συγγραφέας θεωρεί αρκετά σημαντική τη συμβολή της θεατρικής αγωγής στην ολιστική ανάπτυξη των παιδιών. Όπως αναφέρει και η ίδια στο βιβλίο της, «συνδυάζει τη νοητική, συναισθηματική, κοινωνική και αισθητική τους καλλιέργεια, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων, ευαίσθητων και σκεπτόμενων ανθρώπων». Και πράγματι, έτσι είναι. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν τα θεατρικά έργα δεν προορίζονται απλά και μόνο για ψυχαγωγικούς σκοπούς, αλλά, παράλληλα με την ψυχαγωγική τους χρήση, μεταδίδουν και τη γνώση. Σε αυτή την περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι μοναδικό και υπέροχο. Η θεατρική αγωγή φαίνεται και πράγματι είναι σημαντική από κάθε άποψη. Απλώνει γέφυρες επικοινωνίας με τα παιδιά, ώστε μέσω αυτής να αναπτυχθούν συναισθηματικά, νοητικά και γνωστικά.

Το βιβλίο αυτό παρέχει όλα όσα χρειάζονται τα παιδιά για να ολοκληρωθούν ως προσωπικότητες σε όλους τους παραπάνω τομείς (συναισθηματικό, νοητικό, γνωστικό). Για τον λόγο αυτό προσφέρεται και συστήνεται ανεπιφύλακτα στους εκπαιδευτικούς ως ένα απαραίτητο και πολύτιμο εργαλείο πρακτικής αξιοποίησής τους στα παιδιά, που θα συμβάλλει με επιτυχία στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους, με σκοπό την υποβοήθησή τους στην ανακάλυψη της φωνής τους και κατά συνέπεια στην ανακάλυψη του ίδιου τους του εαυτού.

Όλα τα θεατρικά έργα που φιλοξενούνται στο βιβλίο επιχειρούν  να κερδίσουν με έξυπνο τρόπο τη διαρκή προσήλωση των παιδιών και την επιτυχή διείσδυσή τους στο περιεχόμενο του κειμένου τους. Ο λόγος είναι προφανής. Μέσα από την προσεκτική τους παρατήρηση δύναται να αφυπνιστεί η φαντασία τους και να καλλιεργηθεί η ενσυναίσθησή τους. Για να προκύψει αβίαστα και στη δική τους περίπτωση, μετά τη λήψη και την κατανόησή των μηνυμάτων που τα έργα αυτά τους περνούν, η έκφραση, η γνώση, αλλά και η δημιουργία.

Έξι θεατρικά έργα ολοκληρώνουν τη σύνθεση του βιβλίου, τέσσερα από τα οποία είναι της Αθανασίας Κιφοκέρη, ένα του Χρήστου Σούκα και ένα του Βασίλη Π. Τραϊφόρου.

Ειδική αναφορά στα πρώτα τέσσερα θεατρικά έργα του βιβλίου, γραμμένα από την Αθανασία Κιφοκέρη:

Το πρώτο θεατρικό έργο του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Αντίο σχολείο, περάσαμε ωραία». Είκοσι ένα ρόλους περιλαμβάνει το έργο αυτό, το οποίο επιχειρεί να προβάλλει τη μεγάλη και πολυδιάστατη αξία του σχολείου, παρουσιάζοντάς το ως ένα χώρο μέσα στον οποίο τα παιδιά αναπτύσσονται συναισθηματικά, κοινωνικοποιούνται, λαμβάνουν πολύτιμες γνώσεις και καλλιεργούν τις δεξιότητές τους, όποιες και όσες είναι αυτές. Από τον Σεπτέμβριο μέχρι και τον Ιούνιο αυτοπαρουσιάζονται προσωποποιημένοι στη σκηνή, σε διαδοχική σειρά, οι μήνες του χρόνου που πέρασε, για να θυμηθούν και να ζήσουν ξανά απ’ την αρχή, επιστρέφοντας πίσω στο πρόσφατο παρελθόν, όλες τις όμορφες και ξεχωριστές στιγμές τους, αυτές που έφεραν κοντά τους τα παιδιά και ισχυροποίησαν τους δεσμούς μεταξύ τους με τη δύναμη της φιλίας, της συνεργασίας και του μοιράσματος. 

Στο οδοιπορικό αυτό η γνώση στέκεται πολύτιμος παράγοντας, που αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την αξία της. Πέρα από το παιχνίδι και τη δημιουργική απασχόληση, υπενθυμίζει ότι η συμβολή της στη μαθησιακή ανάπτυξη των παιδιών και στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητάς τους είναι πολύτιμη, αναγκαία και για τον λόγο αυτό απαραίτητη. Πράγματι, τα παιδιά μέσω του έργου αυτού επαναφέρουν στη μνήμη τους όλες τις γνώσεις που απορρόφησαν τη σχολική χρονιά που διένυσαν, ενώ επίσης έρχονται σε επαφή και με τις σημαντικότερες παροιμίες που αναφέρονται στους μήνες του χρόνου, ερχόμενοι με τον τρόπο αυτό πιο κοντά στη λαϊκή μας παράδοση.

Το δεύτερο θεατρικό έργο του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Ειρήνη, γιατί η Λούτα είναι μελαμψή;» Πρόκειται για ένα θεατρικό έργο με πρωταγωνίστριες την Ελληνίδα Ειρήνη και την Αφρικανή Λούτα, που εστιάζει στη διαφορετικότητα των ανθρώπων με τρόπο τρυφερό, ιδιαίτερα προσεκτικό. Στόχο έχει την κατάρριψη των στερεοτύπων και των γνωστών προκαταλήψεων που προκύπτουν εξαιτίας αυτής και που εμποδίζουν την υγιή επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους και την αρμονική τους συνύπαρξη. Μέσα από το έργο αυτό η συγγραφέας επιχειρεί να δώσει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις που έχουν ανάγκη τα παιδιά, προκειμένου να κατανοήσουν γιατί υπάρχουν άνθρωποι διαφορετικοί στον κόσμο και γιατί δεν πρέπει  η διαφορετικότητά τους, όποια κι αν είναι αυτή, να στέκεται εμπόδιο στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Η αποδοχή ως επιλογή για την επίτευξη μιας τέτοιας προσδοκίας απαλλάσσει τη σκοτεινιά της ψυχής, όπως αποδεικνύει μέσα από το έργο της και η ίδια η συγγραφέας. Επίσης, αποδιώχνει τις αρνητικές και άσχημες σκέψεις που προκαλούνται είτε από άγνοια είτε από εγωισμό, εξαφανίζει τα θολά και καταστροφικά συναισθήματα και εξασφαλίζει με την ανάδειξη της καλοσύνης και της αποδοχής τα υγιή χαμόγελα, το ξέγνοιαστο παιχνίδι, το αδιάκοπο μοίρασμα των στιγμών ως το ιδανικό σκηνικό μέσα στο οποίο μπορεί να καρποφορήσει η αγάπη και να ανθίσει ανεμπόδιστα η χαρά.

Το τρίτο θεατρικό έργο φέρει τον τίτλο «Το όχι του 1940». Όπως μαρτυρεί και ο τίτλος του, το έργο εστιάζει στη στιγμή που ο Έλληνας Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς λέει όχι στον Ιταλό Πρέσβη στην Ελλάδα Εμμανουέλ Γκάρτσι, όταν εκείνος του δίνει το τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου μέσω του οποίου η Ιταλία ζητάει την παράδοση της χώρας μας στη δική της κατοχή. Η αντίσταση της Ελλάδας στο τελεσίγραφο και η ηρωική απόφαση του ελληνικού λαού να μην υποκύψει στον εκβιασμό, αναδεικνύει τη γενναιότητα, την περηφάνια, την αποφασιστικότητα και τη δύναμη που υπέδειξε ένα μικρό κι ανυπεράσπιστο κράτος σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, προκειμένου να προστατέψει με νύχια και με δόντια την ελευθερία και την ανεξαρτησία του. Τα παιδιά μέσα από αυτό το εκπαιδευτικό έργο, με τους απλούς και σύντομους διαλόγους του, καθώς και με το θεατρικό παιχνίδι που ακολουθεί, έρχονται σε άμεση επαφή με την ιστορία του έθνους τους, αποκτώντας πέρα από την πολύτιμη ιστορική τους γνώση και έντονα πατριωτικά αισθήματα.

Το τέταρτο θεατρικό έργο φέρει τον τίτλο «Η φτωχή κουρελοκεντήστρα». Το έργο αυτό είναι λίγο διαφορετικό από τα τρία προηγούμενα. Αποτελεί στην ουσία μια μεταφορά ενός σύντομου παραμυθιού στη σκηνή, που σκοπό έχει να περάσει στους θεατές του πολλά και χρήσιμα ηθικά διδάγματα. Κεντρικοί ήρωές του έργου αυτού είναι μια φτωχή γυναίκα που τη φωνάζουν Κουρελοκεντήστρα και ένας άπληστος και εγωιστής Βασιλιάς που δείχνει να απολαμβάνει τα πλούτη του και τη συγκέντρωση δώρων από τους φτωχούς για να ικανοποιεί την αχόρταγη απληστία του. Το έργο στο σύνολό του επιχειρεί να τονίσει μέσω μιας απλής παραμυθένιας ιστορίας ότι η πραγματική χαρά και η ευτυχία δεν βρίσκονται στη συγκέντρωση του πλούτου, αλλά στις πράξεις προσφοράς και καλοσύνης που όμως είναι πολύ σημαντικές. Η πραγματική χαρά και η ευτυχία βρίσκονται στην παροχή βοήθειας σε όλους όσους έχουν πραγματική ανάγκη. Η γενναιοδωρία λοιπόν είναι αυτή που εξασφαλίζει το ζητούμενο, όπως επίσης η βοήθεια του πραγματικά αδύναμου και η υποστήριξή του με όποιον τρόπο ο καθένας μπορεί να το κάνει. Η καλή θέληση είναι ο τρόπος για να νιώσει κάποιος χρήσιμος, συναισθηματικά πλούσιος, επομένως και πραγματικά ευτυχισμένος.

Και τα τέσσερα θεατρικά έργα της Αθανασίας Κιφοκέρη είναι γραμμένα σε απλή και κατανοητή γλώσσα, κατάλληλα προσαρμοσμένη στο ηλικιακό πλαίσιο των παιδιών στα οποία και απευθύνεται. Η συγγραφέας φροντίζει σε όλα να περιγράφει αρκετά σχολαστικά το σκηνικό τους, αλλά και τον κάθε χαρακτήρα που συμμετέχει σ’ αυτό, με τον μικρό ή τον μεγάλο ρόλο του, ώστε να διευκολύνει περισσότερο τη μεταφορά των παιδιών σ’ αυτό και πιο συγκεκριμένα στην ιστορία που μέσα του αναπτύσσεται, έστω κι αν αυτό συμβαίνει νοητά. Οι μικροί αναγνώστες του βιβλίου γίνονται και οι ίδιοι θεατές των έργων που διαβάζουν αξιοποιώντας ενεργά τη φαντασία τους, βοηθούμενοι φυσικά από την ίδια τη συγγραφέα και τον τρόπο που επιλέγει συγγραφικά να το κάνει. Οι ακριβείς και αρκετά αναλυτικές περιγραφές της, η μεστή γραφή της και ο σωστά δομημένος λόγος της καταφέρνουν τον αρχικό σκοπό της, να παρουσιάσει τέσσερα θεατρικά έργα όχι μόνο άρτια δομημένα από άποψη τεχνικής, αλλά και από άποψη περιεχομένου και αισθητικής.

Συστήνεται ανεπιφύλακτα.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια