Η Ρηνιώ, μια γυναίκα εξήντα οχτώ χρονών, με χέρια ροζιασμένα από τη δουλειά
μιας ολόκληρης ζωής στα χωράφια, καθόταν στην άκρη του καναπέ κοιτάζοντας το
άδειο της πορτοφόλι. Η σύνταξή της, οκτακόσια ευρώ, ο καρπός των κόπων της, δεν
άγγιζε ποτέ τα δικά της χέρια.
«Μάνα, το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης έχει ουρά, θα πάω εγώ να στα βγάλω να
μην ταλαιπωρείσαι», της έλεγε ο Μιχάλης κάθε φορά, με ένα χαμόγελο που στην
αρχή έμοιαζε με νοιάξιμο, αλλά με τα χρόνια έγινε η μάσκα της απληστίας του.
Ο Μιχάλης, τριανταπεντάρης πια, δεν είχε στεριώσει σε δουλειά. Του έφταιγαν πάντα οι εργοδότες, η κρίση, η κακή του τύχη. Το μόνο πράγμα στο οποίο ήταν συνεπής ήταν το ραντεβού του με την κάρτα ανάληψης της μάνας του. Μόλις τα χρήματα έμπαιναν στον λογαριασμό, εκείνος εξαφανιζόταν. Στοιχήματα, καφέδες με φίλους, τσιγάρα και δήθεν «έκτακτα έξοδα» για το αυτοκίνητο κατέτρωγαν το ποσό μέσα σε λίγες ημέρες. Όταν η μάνα του τον ρωτούσε δειλά για τα χρήματα του μήνα, εκείνος άλλαζε πρόσωπο.
«Τι τα θέλεις τα λεφτά, μάνα; Στο σπίτι δεν σου λείπει τίποτα! Εγώ πληρώνω
το ρεύμα, εγώ φέρνω τα ψώνια!» φώναζε, παρόλο που το ψυγείο είχε μέσα μόνο
ληγμένα γιαούρτια και λίγο τυρί, και ο λογαριασμός του ρεύματος ερχόταν πάντα
με προειδοποίηση διακοπής.
Η κυρά-Ρηνιώ σώπαινε. Όχι γιατί τον πίστευε, αλλά γιατί ντρεπόταν.
Ντρεπόταν για τον γιο που ανάστησε, ντρεπόταν που έπρεπε να παρακαλέσει τον
μπακάλη της γειτονιάς να της γράψει ένα κουτί γάλα «στο τεφτέρι». Κάθε φορά που
χρειαζόταν τα φάρμακά της για την πίεση, έπρεπε να υποστεί μια ολόκληρη
ανάκριση.
«Πάλι φάρμακα; Μα πού πάνε τόσα λεφτά;» γκρίνιαζε ο Μιχάλης, την ίδια ώρα
που έκρυβε στην τσέπη του το τελευταίο εικοσάρικο της σύνταξης για να πάει να
παίξει δελτίο.
Οι γείτονες έβλεπαν τη Ρηνιώ να αδυνατίζει, να περπατά με σκυμμένο το
κεφάλι, και ήξεραν. Στο χωριό τίποτα δεν μένει κρυφό. Αλλά η μάνα, δεμένη από
την ίδια της την αγάπη και τον φόβο της μοναξιάς, προτιμούσε να πεινάει παρά να
καταγγείλει το ίδιο της το αίμα. Κι έτσι, κάθε πρώτη του μηνός, η ιστορία
επαναλαμβανόταν, με το γιο να φεύγει με γεμάτες τσέπες και τη μάνα να μένει
πίσω, μετρώντας τις μέρες με το τίποτα.
Η σιωπή της κυρά-Ρηνιώς έσπασε τη μέρα που η Ελένη, η ανιψιά της από την Αθήνα, πήρε μετάθεση στο κέντρο υγείας της περιοχής. Η Ελένη, κόρη της μακαρίτισσας της αδελφής της, είχε να έρθει στο χωριό τρία χρόνια. Θυμόταν τη θεία της αρχόντισσα, με το σπίτι της πάντα ανοιχτό και το τραπέζι γεμάτο. Όταν όμως πέρασε το κατώφλι, βρήκε μια γυναίκα σκιά του εαυτού της, να κρυώνει μέσα σε μια ζακέτα με ξηλωμένα μανίκια.
Το καμπανάκι χτύπησε οριστικά για την Ελένη όταν πήγε να πάρει τα φάρμακα
της θείας της από το φαρμακείο.
«Κορίτσι μου, πες του Μιχάλη να περάσει να αφήσει κάτι, γιατί το χρέος της
κυρά-Ρηνιώς έχει φτάσει στα ύψη και δεν μπορώ να της δώσω άλλα με πίστωση», της
είπε χαμηλόφωνα ο φαρμακοποιός.
Η Ελένη ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Ήξερε τι σύνταξη έπαιρνε η θεία της. Το ίδιο βράδυ, έστησε καρτέρι στο σπίτι. Όταν ο Μιχάλης μπήκε μέσα, χαρωπός γιατί είχε «πιάσει» ένα μικρό στοίχημα, βρήκε την Ελένη να τον περιμένει στην κουζίνα. Στο τραπέζι δεν υπήρχε φαγητό, παρά μόνο τα άδεια κουτιά των φαρμάκων και οι απλήρωτοι λογαριασμοί.
«Μιχάλη, κάτσε να μιλήσουμε», είπε η Ελένη με φωνή ήρεμη αλλά κοφτερή σαν
ξυράφι.
«Έλα ρε ξαδέλφη, κουρασμένος είμαι, αύριο θα τα πούμε...» πήγε να
ξεγλιστρήσει εκείνος.
«Όχι, τώρα. Πού είναι τα λεφτά της θείας;»
Ο Μιχάλης αγρίεψε, προσπαθώντας να επιβληθεί με τις φωνές, όπως έκανε πάντα
στη μάνα του.
«Δεν σε αφορά, δικά μας έξοδα είναι! Η μάνα μου δεν παραπονιέται!»
«Δεν παραπονιέται, γιατί ντρέπεται για λογαριασμό σου!» πέταξε η Ελένη,
σηκώνοντας το ανάστημά της. «Το φαρμακείο είναι απλήρωτο, το ρεύμα έτοιμο να
κοπεί, κι εσύ γυρνάς στα καφενεία με τη σύνταξή της. Από εδώ και πέρα τα
πράγματα αλλάζουν».
Η κυρά-Ρηνιώ άρχισε να κλαίει σιωπηλά στη γωνία, τρέμοντας μην γίνει κακό
ανάμεσα στα δύο ξαδέρφια.
«Ελένη μου, άστα, δεν πειράζει...» ψιθύρισε.
«Πειράζει, θεία και παραπειράζει», της είπε γλυκά η Ελένη και γύρισε ξανά
στον Μιχάλη.
«Ακούστε με καλά και οι δύο. Αύριο το πρωί πάμε στην τράπεζα. Η κάρτα θα
ακυρωθεί και θα βγει καινούργια. Τον κωδικό της θα τον ξέρω μόνο εγώ. Κάθε
πρώτη του μηνός, εγώ θα κάνω την ανάληψη, εγώ θα πληρώνω τους λογαριασμούς, τα
φάρμακα και τα ψώνια του σπιτιού. Και ό,τι περισσεύει, θα μπαίνει στο πορτοφόλι
της θείας για να αγοράζει ό,τι θέλει».
Ο Μιχάλης έγινε κατακόκκινος.
«Και εγώ; Τι θα γίνω εγώ;» φώναξε, δείχνοντας
επιτέλους το πραγματικό του πρόσωπο.
«Εσύ είσαι τριανταπεντάρης και έχεις δύο χέρια. Ήδη σου βρήκα δουλειά στα
θερμοκήπια του κυρ-Κώστα, θα ξεκινήσεις την επόμενη Δευτέρα. Αν σου αρέσει,
δουλεύεις και ζεις. Αν δεν σου αρέσει, το σπίτι της θείας κλειδώνει. Διαλέγεις
και παίρνεις. Αλλά από τη σύνταξη, δεν ξαναβλέπεις ούτε σάλιο».
Εκείνος κοίταξε την ξαδέρφη του στα μάτια και κατάλαβε ότι δεν αστειευόταν.
Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο εκβιασμός του δεν έπιασε. Έπειτα στράφηκε προς τη
μεριά της μητέρας του, αλλά αυτή, παίρνοντας κουράγιο από την ανιψιά της,
γύρισε το βλέμμα της αλλού.
Το επόμενο πρωί, η Ελένη κρατούσε τη θεία της από το μπράτσο καθώς έμπαιναν στην τράπεζα. Η κυρά-Ρηνιώ δεν περπατούσε πια σκυφτή. Ο Μιχάλης δεν πάτησε ποτέ στα θερμοκήπια. Η ιδέα της σκληρής δουλειάς κάτω από το νάιλον και τον ήλιο, για ένα μεροκάματο που θα έπρεπε να ιδρώσει για να το βγάλει, του φαινόταν αδιανόητη. Αντί να στρωθεί στη δουλειά, το μυαλό του άρχισε να δουλεύει στο πονηρό. Αφού η κάνουλα της σύνταξης έκλεισε οριστικά από την ξαδέρφη του, έπρεπε να βρει άλλον τρόπο να βάλει χέρι σε χρήματα.
Το σχέδιό του ξεκίνησε με «γλυκάδα». Τις πρώτες μέρες έκανε τον
μετανιωμένο. Κάθισε στο σπίτι, μάζεψε λίγο την αυλή και πλησίαζε τη μάνα του με
μια πρωτόγνωρη τρυφερότητα, περιμένοντας τη στιγμή που η Ελένη θα έλειπε στη
βάρδια της στο Κέντρο Υγείας.
«Μάνα, βρήκα μια ευκαιρία για ένα μεταχειρισμένο αμάξι, να μπορώ να σε
πηγαίνω και στους γιατρούς», της είπε ένα απόγευμα, βάζοντας το χέρι του στον ώμο της. «Μου λείπουν μόνο πεντακόσια ευρώ. Δεν
παίρνεις ένα τηλέφωνο την Ελένη να σου τα δώσει από το βιβλιάριο; Δικά σου
λεφτά είναι, μάνα, κρίμα είναι να σε κάνει κουμάντο μια ξένη...»
Η κυρά-Ρηνιώ, όμως, όσο κι αν τον πονούσε, είχε πάρει το μάθημά της. «Τα
λεφτά είναι για τα γεράματά μου και για το ρεύμα, Μιχάλη. Ρώτα την Ελένη αν
θέλεις», του απάντησε κοφτά.
Βλέποντας ότι η μάνα του δεν λυγίζει, ο Μιχάλης πέρασε στο επόμενο, πιο σκοτεινό στάδιο του σχεδίου του: την κλοπή μέσα από το ίδιο του το σπίτι. Άρχισε να ψάχνει τις ντουλάπες και τα συρτάρια τις ώρες που η Ρηνιώ κοιμόταν. Ήξερε ότι ο πατέρας του, πριν πεθάνει, είχε αφήσει στο σπίτι κάποια χρυσά νομίσματα και τις βέρες τους. Μετά από ώρες ψαχουλέματος και «ανασκαφής», τα βρήκε επιτέλους, κρυμμένα μέσα σε μια παλιά μαξιλαροθήκη στο μπαούλο. Χωρίς να χάσει χρόνο, τα έβαλε στην τσέπη του και κατέβηκε στην πόλη, σε ένα από εκείνα τα μαγαζιά που αγόραζαν χρυσό. Τα «σκότωσε» για ένα κλάσμα της αξίας τους, ίσα-ίσα για να γεμίσει την τσέπη του με μερικά κατοστάρικα.
Το ίδιο βράδυ, ο Μιχάλης γύρισε στο καφενείο του χωριού σαν άρχοντας, κερνώντας τους πάντες και παίζοντας μεγάλα ποσά στο στοίχημα, νομίζοντας ότι είχε κερδίσει τον πόλεμο. Δεν φανταζόταν, όμως, ότι η Ελένη είχε ήδη παρατηρήσει τις κινήσεις του και είχε καταγράψει τα πάντα. Η Ελένη είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή ότι η ξαφνική «μετάνοια» του ξαδερφούλη της ήταν πολύ καλή για να είναι αληθινή. Όταν έμαθε από τις γυναίκες του χωριού ότι ο ξάδελφός της έκανε τον άρχοντα στο καφενείο κερνώντας όλο τον κόσμο, οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν. Ήξερε ότι δεν είχε πατήσει στα θερμοκήπια, οπότε τα λεφτά κάπου τα είχε βρει.
Την επόμενη Παρασκευή, η Ελένη είπε επίτηδες στον Μιχάλη ότι είχε διπλοβάρδια στο Κέντρο Υγείας και θα επέστρεφε αργά το βράδυ. Αντί γι' αυτό, όμως, πήρε άδεια, πήγε στη θεία της και της ζήτησε να πάει να μείνει για το απόγευμα στο σπίτι μιας γειτόνισσας. Η Ελένη κλείδωσε τις πόρτες, άφησε τα παντζούρια μισόκλειστα για να φαίνεται το σπίτι άδειο και περίμενε στο σκοτάδι της κουζίνας. Δεν πέρασε μια ώρα και το κλειδί ακούστηκε στην κλειδαριά. Ο Μιχάλης μπήκε μέσα βιαστικός, σιγουρεύοντας ότι η μάνα του έλειπε. Έχοντας ήδη ξοδέψει τα λεφτά από τις βέρες, χρειαζόταν κι άλλα. Κατευθύνθηκε αμέσως στην κρεβατοκάμαρα της κυρά-Ρηνιώς, άνοιξε την ντουλάπα και άρχισε να ψάχνει μανιωδώς στα ράφια, πετώντας τα ρούχα στο πάτωμα, ψάχνοντας για το παλιό κουτί με τα καλά σερβίτσια όπου πίστευε ότι υπήρχαν κι άλλα τιμαλφή.
Ξαφνικά, το φως του δωματίου άναψε. Η Ελένη στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα, κρατώντας το κινητό της τηλέφωνο, το οποίο κατέγραφε σε βίντεο κάθε του κίνηση.
«Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο, Μιχάλη;» ρώτησε με φωνή παγωμένη.
Ο Μιχάλης τινάχτηκε πάνω, τρομαγμένος, με ένα παλιό ασημένιο ρολόι του πατέρα του στο χέρι. Το πρόσωπό του έγινε κάτασπρο και μετά κατακόκκινο από θυμό. «Τι κάνεις εδώ ρε; Με κατασκοπεύεις μέσα στο σπίτι μου; Σβήσε το βίντεο τώρα!» φώναξε και έκανε να την πλησιάσει απειλητικά. Εκείνη δεν έκανε ούτε βήμα πίσω.
«Αυτό δεν είναι το σπίτι σου, είναι το σπίτι της μάνας σου, που τη ληστεύεις
μέρα μεσημέρι. Το βίντεο αυτό δεν πρόκειται να σβηστεί. Ήδη ξέρω για τις βέρες
που έκλεψες και πούλησες στην πόλη».
«Δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα!» ούρλιαξε ο Μιχάλης, προσπαθώντας να
κρύψει τον φόβο του πίσω από το θράσος. «Μάνα και γιος είμαστε, η αστυνομία δεν
ανακατεύεται σε οικογενειακά!»
«Εδώ κάνεις λάθος», του απάντησε η Ελένη, δείχνοντάς του την οθόνη του
κινητού της. «Η κλοπή μεταξύ συγγενών διώκεται κατ' έγκληση. Και μάντεψε ποιος
έχει πληρεξούσιο από την κυρά-Ρηνιώ για να διαχειρίζεται την περιουσία της και
να την προστατεύει. Αν δεν μαζέψεις τα ρούχα τώρα, δεν αφήσεις το ρολόι στο
τραπέζι και δεν εξαφανιστείς από το χωριό, το επόμενο τηλεφώνημά μου είναι στο
τμήμα. Και το βίντεο αυτό θα πάει κατευθείαν στον εισαγγελέα».
Ο Μιχάλης κοίταξε το κινητό, κοίταξε το αποφασιστικό βλέμμα της ξαδέρφης
του και κατάλαβε ότι αυτή τη φορά είχε φτάσει στο γκρεμό. Έκανε ένα βήμα πίσω,
με τα χέρια του να τρέμουν. Η απειλή της αστυνομίας και η ακλόνητη στάση της
Ελένης τον απογύμνωσαν από κάθε ίχνος θράσους. Για πρώτη φορά, μέσα στα μάτια
της ξαδέλφης του, δεν είδε τον φόβο που είχε συνηθίσει να προκαλεί στη μάνα του,
αλλά την ωμή αλήθεια: είχε πιάσει πάτο.
Η Ελένη είδε τον θυμό του να σβήνει και να δίνει τη θέση του στην απόγνωση.
Κατέβασε αργά το κινητό της, αλλά δεν χαλάρωσε τη στάση της.
«Μιχάλη, κοίταξε τον εαυτό σου», του είπε, και η φωνή της αυτή τη φορά δεν
είχε οργή, αλλά μια βαθιά, ιατρική σοβαρότητα. «Κλέβεις τη μάνα σου. Ληστεύεις
τις αναμνήσεις του πατέρα σου για να τα παίξεις στις μηχανές και στα
στοιχήματα. Αυτό δεν είναι απλά τεμπελιά. Είναι αρρώστια. Έχεις εθισμό».
Ο Μιχάλης άφησε το ασημένιο ρολόι πάνω στο κομοδίνο και κάθισε στην άκρη
του κρεβατιού, κρύβοντας το πρόσωπό του μέσα στις χούφτες του. «Δεν μπορώ να
σταματήσω, Ελένη...» ψιθύρισε, και για πρώτη φορά η φωνή του έσπασε. «Νομίζω
κάθε φορά ότι θα τα ρεφάρω, ότι θα φέρω πίσω τα διπλάσια. Αλλά τα χάνω όλα».
Εκείνη πλησίασε και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί του. «Το ξέρω. Γι' αυτό
δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις μόνος σου. Και ως εκ τούτου δεν πρόκειται να
σε αφήσω να καταστρέψεις τη θεία. Υπάρχει ειδικό πρόγραμμα για τον εθισμό στον
τζόγο στην πόλη. Ψυχολόγοι, σύμβουλοι, άνθρωποι που ξέρουν πώς να σε βγάλουν
από αυτόν τον βούρκο».
Ο Μιχάλης σήκωσε το κεφάλι του, φοβισμένος.
«Και η αστυνομία;»
«Αν δεχτείς να πάμε μαζί αύριο το πρωί να ξεκινήσεις συνεδρίες με τον
ειδικό, το βίντεο θα διαγραφεί και η αστυνομία δεν θα μάθει τίποτα. Θα πούμε
στη μάνα σου ότι πήγες για δουλειά στην πόλη. Αλλά αν χάσεις έστω και ένα
ραντεβού, αν μάθω ότι ακούμπησες έστω και ένα ευρώ σε τζόγο, η συμφωνία σπάει.
Κατάλαβες;»
Ο Μιχάλης κοίταξε το πάτωμα, μετά το καθαρό βλέμμα της ξαδέρφης του κι
έγνεψε καταφατικά το κεφάλι του. Το βάρος της ντροπής ήταν ασήκωτο, αλλά για
πρώτη φορά ένιωσε ότι κάποιος του πετούσε ένα σωσίβιο, για να τον σώσει, αντί
να τον βυθίζει περισσότερο.
Τους επόμενους μήνες, η καθημερινότητα στο σπίτι άλλαξε ριζικά. Η κυρά-Ρηνιώ, έχοντας την ανεψιά της στο πλευρό της, είδε το ψυγείο της πάλι να γεμίζει, τα φάρμακά της να είναι πάντα στην ώρα τους και το πορτοφόλι της να έχει ξανά χρήματα για να κερνάει τα παιδάκια του χωριού. Ο Μιχάλης ξεκίνησε τη θεραπεία του, μια διαδρομή δύσκολη και μακρά, αλλά σταθερή. Και έτσι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η σύνταξη της κυρά-Ρηνιώς έπιασε τόπο: δεν έθρεψε τον τζόγο, αλλά αγόρασε την ηρεμία του σπιτιού τους και την ελπίδα για τη σωτηρία του γιου της.
Έναν χρόνο μετά, η ζωή στο μικρό σπίτι του χωριού δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνες τις παλιές, μαύρες μέρες. Η κυρά-Ρηνιώ καθόταν στην αυλή της, κάτω από την ανθισμένη βουκαμβίλια, κρατώντας το πορτοφόλι της. Δεν ήταν πια άδειο. Κάθε πρώτη του μηνός, μαζί με την Ελένη, πήγαιναν στην τράπεζα. Η ίδια πλήρωνε πλέον τον μπακάλη και τον φαρμακοποιό με το κεφάλι ψηλά, και της περίσσευαν πάντα χρήματα για να παίρνει ζαχαρωτά στα παιδιά της γειτονιάς. Το πρόσωπό της είχε ροδίσει ξανά και τα μάτια της είχαν βρει την παλιά τους σπίθα.
Ο Μιχάλης είχε συμπληρώσει δώδεκα μήνες καθαρός από τον τζόγο. Οι συνεδρίες με τον ειδικό στην πόλη ήταν δύσκολες, με στιγμές που λύγιζε, αλλά η αυστηρή επίβλεψη και η στήριξη της Ελένης τον κράτησαν όρθιο. Είχε πιάσει τελικά δουλειά, όχι στα θερμοκήπια, αλλά ως βοηθός σε ένα τοπικό ξυλουργείο. Το μεροκάματό του ήταν μικρό, αλλά ήταν δικό του, βγαλμένο με τον ιδρώτα του. Κάθε απόγευμα που επέστρεφε στο σπίτι, άφηνε τα κλειδιά του στο τραπέζι της κουζίνας. Δεν κοίταζε πια τις ντουλάπες με πονηριά, ούτε ζητούσε την κάρτα της μάνας του.
Ένα βράδυ, καθώς έτρωγαν όλοι μαζί, ο Μιχάλης έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό κουτάκι και το άφησε μπροστά στη μάνα του. Μέσα υπήρχαν οι βέρες των γονιών του, τις οποίες είχε καταφέρει να εντοπίσει και να αγοράσει ξανά, δουλεύοντας υπερωρίες για μήνες. Η κυρά-Ρηνιώ δεν είπε λέξη. Έσφιξε τις βέρες στο χέρι της, κοίταξε τον γιο της και μετά την Ελένη, και ένα δάκρυ ανακούφισης κύλησε στο μάγουλό της. Η σύνταξή της ήταν πια δική της, αλλά το μεγαλύτερο κέρδος της ήταν ότι είχε πάρει πίσω το παιδί της.

0 Σχόλια